«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» (π. Ἀθαν. Χαμακιώτης) [Γ´]

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [Γ´]
τοῦ Ἀθανασίου Κοτταδάκη
(Ἀπὸ τὸ «Συναξάρι τοῦ 20οῦ αἰώνα»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1989)

Μέρος Α:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/21/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-α´/

Μέρος Β:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/22/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-β´/

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.       Στὴν θέση τοῦ ἀρχιδιακόνου καὶ γραμματέα τῆς Μητρόπολης ὁ Ἀθανάσιος δὲν θὰ μείνει πολύ. Δὲν ἔνιωθε καλὰ σὲ τέτοια πόστα, δὲν τὸν ἐνθουσίαζαν τέτοιες θυσίες, ὁ πόθος τῆς φιλοπρωτίας σὲ διοικητικὲς προωθήσεις τοῦ ἦταν ξένος, κι οὔτε ποὺ τοῦ πέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλὸ νὰ χωθεῖ στὰ ἄσχημα παιχνίδια ποὺ παίζονται συχνὰ σὲ τέτοια γραφεῖα. Αὐτὸς ἦταν πλασμένος γιὰ ἄλλο κόσμο! Τὴν ἑπομένη χρονιὰ εὐχαρίστησε τὸν Δεσπότη γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμὴ στὸ πρόσωπό του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ εὐλογήσει τὴν ἐπιστροφή του στὴν Μονή. Ὁ Τιμόθεος κατάλαβε κι εὐλόγησε. Καὶ γύρισε εὐτυχὴς στοὺς οἰκείους τόπους, γιὰ νὰ συνεχίσει μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν προσευχή, τὴ μελέτη, τὴ συστηματικὴ προετοιμασία τῆς μεγάλης πορείας ἀπὸ τὸ λειτούργημα τῆς ὑψίστης τιμῆς, τὸ λειτούργημα τοῦ πρεσβυτέρου. Πέντε χρόνια ἀπὸ τὴ χειροτονία του σὲ διάκονο, 14 Σεπτεμβρίου 1921, τοῦ Σταυροῦ, μέρα τόσο τίμια καὶ τόσο συμβολική, πανευτυχής, θὰ χειροτονηθεῖ πρεσβύτερος, θὰ πάρει στὸν ὦμο του τὸν μαρτυρικὸ σταυρὸ τοῦ λειτουργοῦ τοῦ Κυρίου. Καὶ τώρα πιὰ ἐμεῖς ξέρουμε αὐτὸ ποὺ τότε διαισθάνονταν ὅλοι ὅσοι τὸν γνώριζαν, ὅτι δὲν θὰ ἦταν ἐπάξια μόνο ἡ ἀρχή, θὰ ἦταν ἀκόμη πιὸ ἐπάξια ἡ λέξη αὐτῆς τῆς ἁγίας θητείας, σαρανταέξι χρόνια ἀργότερα, μὲ πλούσια καρποφορία. Εὐτυχισμένοι ὅσοι τιμήθηκαν μὲ τέτοιες κλήσεις, κι ἀκόμη πιὸ πολύ, ὅσοι ἀξιώθηκαν ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὶς τιμήσουν μὲ τὴν ζωή τους. Ἂς προσεύχονται γιὰ κείνους, ποὺ φτωχὸς κλῆρος τοὺς ἔλαχε, ποτάμι τὸ δάκρυ, στὶς μεγάλες ὧρες τῆς χειροτονίας τῶν ἀδελφῶν τους!
.       Ὁ νέος πρεσβύτερος δὲν βιάζεται νὰ πάρει τοὺς δρόμους. Δὲν εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ πᾶνε νὰ συναντήσουν τὸν ἄνθρωπο ὅπως-ὅπως, γυμνοὶ ἀπὸ πνεῦμα Κυρίου. Παρὰ τὰ δεκαπέντε χρόνια ποὺ ἀριθμεῖ στὴ μοναχικὴ ζωή, δὲν αἰσθάνεται ἀκόμη ἕτοιμος. Συνεχίζει, λοιπόν, στὴν Ἁγία Λαύρα ἀκόμη μία δεκαετία, διακονεῖ στὴν Μονὴ ὡς ἐφημέριος, γραμματέας, κι ἀπὸ τὰ 1922 ὡς μέλος τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου της. Παράλληλα ἐντείνει ἀκόμη πιὸ πολὺ τὴν προσπάθεια «πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (B΄ Κορ. δ´ 6), τὸν ἀγώνα του γιὰ τὸν πλουτισμό του μὲ ἀκόμη πιὸ βαθιὲς πνευματικὲς ἐμπειρίες. Ἀψηφώντας, μάλιστα, τὸ φιλάσθενό τῆς φύσης του δὲν ἀρκεῖται μόνο νὰ ἐπιτελεῖ μὲ παραδειγματικὴ εὐσυνειδησία τὰ ἐφημερικά του καθήκοντα καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται μὲ ἀξιομίμητη αὐταπάρνηση σὲ ὅλες του τὶς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ καὶ ἐπιδίδεται μὲ ζῆλο σὲ μία σπουδὴ κειμένων, ἰδιαίτερα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, «ὅση αὐτῷ δύναμις καὶ μέχρις ἐγχωρεῖ», ποὺ θάλεγε καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας. Μὲ τὸ θαμπὸ φῶς μίας λάμπας πετρελαίου, ἢ ἑνὸς κεριοῦ πιὸ συχνά, ἀπὸ τὶς δυὸ τὰ μεσάνυχτα μέχρις τὶς τέσσερις, ποὺ θὰ ἠχοῦσε τὸ σήμαντρο ὄρθρου, αὐτὸς φωτίζει τὸ νοῦ του μὲ τὶς λαμπρὲς ἀκτίνες τῆς πατερικῆς σοφίας. Θὰ ἔλεγα ἀκόμη ὅτι μέσα στὴν κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μοναστηριοῦ, στὴ γαλήνη τῆς μεγάλης νύχτας, ἄγρυπνος αὐτὸς κοινωνεῖ τὸ ζείδωρο φῶς τοῦ πατερικοῦ λόγου καὶ βυθίζεται σὲ μία μυστικὴ ἀναστροφὴ μὲ τὴν ἁγία ζωή τους. Αὐτὴ ἡ σπουδὴ καὶ κοινωνία θὰ εἶναι κάτι μεγάλο γι’ αὐτόν, θὰ σφραγίσει τὴν ζωή του, θ’ ἀναδείξει τὶς μικρές του δυνάμεις. Δίκαια, λοιπόν, ἕνα ἀπὸ τὰ πνευματικά του παιδιά, ὁ Μητροπολίτης Ἀργολίδος Ἰάκωβος Παχής, θὰ γράψει: «Παρὰ τὸ ὅτι δὲν εἶχεν περγαμηνὰς θεολογικάς, ἦτο φωτισμένος θεολόγος καὶ μὲ μεγάλην εὐκολίαν ἔλυε ὄχι μόνον πᾶσαν θεολογικὴν ἢ γραφικὴν ἀπορίαν, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μὲ δύναμιν καὶ ἁπλότητα, ὥστε καὶ πολλοὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀκούοντας τὰ κηρύγματά του θὰ ἐθαύμαζαν τὴν χάριν τοῦ λόγου του…».
.       Στὰ 1930, Ἰανουαρίου 18, Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, γιορτὴ τοῦ ἁγίου του καὶ ὀνομαστική του, ὁ Μητροπολίτης Τιμόθεος θὰ τοῦ κάνει ἕνα πολύτιμο δῶρο, δῶρο ποὺ θὰ σταθεῖ ἡ πιὸ βασικὴ ἔκφραση τῆς ζωῆς του, θὰ τὸν χειροθετήσει Πνευματικό. Τώρα πιὰ εἶναι ὅλα ἕτοιμα γιὰ τὴν ἔξοδό του στὸν κόσμο, στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἑπόμενη χρονιά, 1 Ἰουλίου 1931, ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Χαμακιώτης ἐγκρατὴς πνευματικὰ ἀπὸ μία εἰκοσιπεντάχρονη μοναχικὴ ἄσκηση καὶ ἱερὴ σπουδὴ ἔρχεται λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ στὴν Ἀνάληψη τοῦ Βύρωνα, τὸ γνωστὸ Μετόχι τῆς Σιμωνόπετρας τοῦ Ὄρους. Ἐδῶ θὰ ἔχει τὴν εὐτυχία νὰ εἶναι σὲ λίγο συνεφημέριος μὲ τὴν εὐλογημένη μορφὴ τοῦ ἁγίου Γέροντα Ἱερώνυμου Σιμωνοπετρίτη. Κι αὐτὴ ἡ συνάντηση δὲν θὰ εἶναι οὔτε τυχαία οὔτε συμπτωματική. Ὁ Θεὸς εὕρισκε τὸν τρόπο νὰ στήνει πλάι του μεγάλους φάρους, γιὰ νὰ φωτίζουν τὰ βήματά του. Φαινόταν πιὰ ὅτι κάτι ὄμορφο περίμενε ἀπὸ αὐτόν. Κατόπιν θὰ ἱερατεύσει γιὰ λίγο στὴ Γλυφάδα, θὰ γυρίσει πάλι στὴν Ἀνάληψη κι ἀπὸ κεῖ θὰ τοποθετηθεῖ ἐφημέριος στὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμόρφωσης στὸ Βιλλιαρὶ –σήμερα ἁγία Σωτήρα– κοντὰ στὴ Μάνδρα τῆς Ἐλευσίνας, ὅπου καὶ θὰ μείνει τρία χρόνια – 3 Φεβρουαρίου 1933 μέχρι 29 Ὀκτωβρίου 1936. Οὐσιαστικὰ τὸ μικρὸ ποίμνιο αὐτῆς τῆς ἐνορίας θὰ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ θὰ εὐτυχήσει νὰ χαρεῖ κάμποσο χρόνο τὸ λόγο τῆς παράκλησής του, νὰ γευτεῖ τὴν ἐξομολογητικὴ χάρη του.
.       Ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση θὰ τὸν πάρει ὁ νέος τότε Μητροπολίτης Ἀττικῆς Ἰάκωβος Βαβανάτσος καὶ θὰ τὸν τοποθετήσει ἐφημέριο στὸ ἱστορικὸ –ἵδρυση τὸ 17ο αἰώνα– καὶ γραφικὸ βυζαντινὸ ναΐδριο Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας στὸ Μαρούσι, τῆς γνωστῆς εὐρύτερα ὡς Νερατζιώτισσας, στὶς 30 Ὀκτωβρίου 1936. Ἀπὸ τὴ μέρα αὐτὴ καὶ γιὰ εἰκοσιεφτὰ στὴ συνέχεια χρόνια –μέχρι τὶς 30 Σεπτεμβρίου 1963– ὁ μικρὸς αὐτὸς ναὸς θὰ γίνει τὸ καίριο πνευματικὸ καὶ λειτουργικὸ κέντρο του, ἡ πιὸ ἀντιπροσωπευτικὴ ἔκφραση τῆς ζωῆς του, ἡ δεύτερη μεγάλη ἀγάπη του μετὰ τὴν Ἁγία Λαύρα. Σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι ὅλα ἐτοῦτα τὰ χρόνια, τὸ πιὸ πολὺ χρόνια μεγάλης φτώχειας καὶ πολλῆς δοκιμασίας, θὰ ἐκδηλώσει ὅλη τὴ λειτουργικὴ ζεστασιά του, τὴν πνευματική του σύνεση, τὴν χαρακτηριστικὰ μεγάλη του ταπείνωση, τὸν καυτὸ πόνο του γιὰ τὸν ἁμαρτωλό, τὴ σταυρική του αὐταπάρνηση καὶ τὴν ἐνεργὸ ἀγάπη του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὁ Θεὸς θὰ στείλει στὸ δρόμο του. Ἐδῶ θ’ ἀναδειχτεῖ κι ὁ ἴδιος πολὺ γρήγορα, μάλιστα, μία ἐπιβλητικὴ λευιτικὴ μορφὴ τοῦ Μαρουσιοῦ, ποὺ οἱ κάτοικοι τοῦ ὡραίου τότε προαστίου τῶν Ἀθηνῶν καὶ θὰ ἐκτιμήσουν καὶ θὰ τιμήσουν μὲ τὸν κρυφὸ καὶ φανερὸ σεβασμόν τους. «Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος περνάει, ἔλεγαν οἱ Μαρουσιῶτες καὶ μὲ πολὺν σεβασμὸ ἠγείροντο, ἐὰν ἐκάθηντο ἢ σταματοῦσαν, ἐὰν ἐβάδιζον διὰ νὰ χαιρετήσουν τὸν σεβάσμιον Λευίτην», σημειώνει ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Κλεόπας, καὶ ὁ Μητροπολίτης Αἰγιαλείας Ἀμβρόσιος συμπληρώνει: «Εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἀμαρουσίου γενικῶς ὁ π. Ἀθανάσιος εἶχεν ἐπιβληθεῖ ὡς ἅγιος… Εἶχον πολλὰς εὐκαιρίας νὰ διαπιστώσω τοῦτο προσωπικῶς, ὁσάκις κατηφόριζα πρὸς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Νερατζιωτίσσης πρὸς συνάντησίν του». Καὶ νὰ προσθέσω ὕστερα ἀπὸ τὶς παραθέσεις, ὅτι ὁ ἅγιος Γέροντας θὰ δημιουργήσει ἕνα ζωντανὸ πνευματικὸ πυρήνα, ποὺ θὰ ξεπεράσει καὶ τὰ ὅρια τοῦ Μαρουσιοῦ, καθὼς φαίνεται ἀπ’ αὐτὲς καθαρά, θὰ περιβάλει στὸν εὐρὺ κύκλο του πέρα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς πιστούς, καὶ πρόσωπα τὰ πρῶτα φέροντα καὶ σήμερα στὴν Ἐκκλησία.
.       Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε μία παρεμβολή, νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ βραχύσωμος αὐτὸς Γέροντας, ἴσως ἀκόμη ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια του ὑποτακτικοῦ στὴν Ἁγία Λαύρα, νιώθοντας ψυχὴ βαθιὰ φιλομόναχη, ἔκρυβε μέσα του τὸν πόθο νὰ ἱδρύσει κάποτε μία μοναστικὴ κυψέλη. Ὄντας ὅμως ἄνθρωπος ποὺ ἔβαζε πάντα ὡς πρῶτο ὄρο ζωῆς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπηρετοῦσε τὸ ἔργο του μὲ ἀνυπέρβλητη αὐταπάρνηση καὶ ἀφοσίωση ἀπὸ τὶς διάφορες ἐφημεριακὲς θέσεις ποὺ τὸν ἔστελνε ἡ ἀγάπη Του. Δὲν παρέλειπε ὅμως νὰ προπαρασκευάζει διακριτικὰ καὶ μεθοδικὰ τὴν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ στόχου. Αὐτὸ τὸ λέω, γιατί στὰ 1956, στὰ ἐξηνταπέντε του πιά, θὰ προχειριστεῖ Μεγαλόσχημος Μοναχὸς ἀπὸ τὸν πνευματικό του, τὸν ξακουστὸ Γέροντα τῆς Λογγοβάρδας Φιλόθεο Ζερβάκο, τὴν ἄλλη αὐτὴ ὁσιακὴ μορφὴ τῶν χρόνων μας. Κι ἂν ἐδῶ πρέπει νὰ παρατηρήσω πάλι, ὅτι ἡ τρίτη αὐτὴ συνάντηση τῆς ζωῆς του εἶναι ἴσως ἡ πιὸ σημαδιακή, πρέπει συνάμα νὰ συμπληρώσω ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς τελευταίας μοναχικῆς ἀναβάθμισης δείχνει περίτρανα κατὰ ποῦ θὰ πήγαιναν τελικὰ τὰ βήματά του. Ἔτσι ὅταν ἑφτὰ χρόνια ἀργότερα, 1963, θὰ νιώσει ὅτι ἡ ψυχή του ἀσφυκτιᾶ πιὰ ἀπὸ τὴν ραγδαία ἐπερχόμενη οἰκοδομικὴ ἔκρηξη τοῦ Μαρουσιοῦ, κι ὁ ἠλεκτρικὸς ἀδιάκριτος θὰ τοῦ ᾽χει κακοποιήσει στὸ μεταξὺ τὴν παρθένα γαλήνη τῆς Νερατζιώτισσας, θὰ τραβηχτεῖ λίγο πιὸ μέσα, στὴ Ροδοπόλη, στὴ θέση Μπάλλα, στοὺς πρόποδες τῆς Πεντέλης. Ἐκεῖ θὰ ἱδρύσει τὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο Παναγίας τῆς Φανερωμένης μὲ ἕνα μικρὸ δυναμικὸ γυναικεῖο μοναστικὸ πυρήνα, ποὺ δὲν θ’ ἀργήσει νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ἀξιόλογη ἀδελφικὴ κοινότητα.
.      Ἐδῶ μάλιστα, ἀξίζει νὰ παραθέσει κανεὶς καὶ μερικὰ στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ τόπου ἱδρύσεως τοῦ Ἡσυχαστηρίου, ὅπως τὰ παραδίδει ὁ Μητροπολίτης Πατρῶν Νικόδημος Βαλληνδρᾶς (†), ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγάπησαν πολὺ τὸν Γέροντα καὶ θέλησαν νὰ βοηθήσουν αὐτὴ τὴν προσπάθειά του. «Καὶ ἀνεζήτει τὸν τόπο καὶ τὸ κατάλληλον φυσικὸν περιβάλλον. Τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν ἦτο ἤδη ἕτοιμον. Καὶ κάποια οἰκονομικὴ ἀπαρχὴ διετίθετο ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων πνευματικῶν του τέκνων. Τὰ ὑπόλοιπα “θὰ τὰ ἔφερνε ἡ Παναγία”. Καὶ τὰ ἔφερε πράγματι. Εἶχεν ἀπευθυνθεῖ καὶ εἰς ἐμέ, ζητῶν τὴν βοήθειάν μου, ὡς ἡγουμένου τότε τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πετράκη, ἐν Ἀθήναις, διὰ τὴν παραχώρησιν κτήματός τινος τῆς Μονῆς μετὰ κτίσματος ναϊδρίου, διὰ νὰ προχωρήσει εἰς ὑλοποίησιν τοῦ σχεδίου του… Ἐπεσκέφθημεν μαζὶ τὸ μετόχιον τῆς Μονῆς Πετράκη εἰς θέσιν “Βρανὰ” Ἀττικῆς (παρὰ τὴν Ν. Μάκρην). Καὶ ἤρεσεν ὁ τόπος εἰς τὸν ἴδιον καὶ τὰ συνοδεύοντα δύο πρόσωπα – στελέχη τοῦ ὑπὸ ἵδρυσιν μονιδρίου. Εἰσηγήθην εἰς τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Θεοκλητὸν Β΄ κατ’ ἐπανάληψιν, (μίαν φορὰν καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ του) τὴν ἔγκρισιν παραχωρήσεως. Τὸν ἐγνώριζεν προσωπικῶς, ὡς χρηματίσσας ἄλλοτε Μητροπολίτης Καλαβρύτων, καὶ τὸν ἐξετίμα ἰδιαιτέρως. Ἀλλά, παραδόξως… δὲν ἐνέκρινε τὴν παραχώρησιν! Τίς οἶδε διὰ ποῖον λόγον… Ἡ Παναγία τοῦ ἑτοίμαζε ἄλλην “δοχήν” εἰς τὸ ὡραιότατον τοπίον καὶ μονίδριον “Φανερωμένη” (Μπάλλα Ἀττικῆς). Τὸ παρέλαβεν εἰς ὑποτυπώδη κατάστασιν καὶ τὸ συνεκρότησεν εἰς ἄρτιον μοναστικὸν ἵδρυμα καὶ Ναόν…».

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: