ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ [Β´] (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ [Β´]
Tοῦ Μητροπoλίτου  Ναυπάκτου Ἰεροθέου
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο:“Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές”, Κεφ. Α7, 
Ἐκδόσεις Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου)

Ϛ´ Ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου

 .       Εἶναι διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι Χριστς πάνω στ Θαβρ δειξε στος νθρώπους τ ρχέτυπο κάλλος τς εκόνος τους. Δηλαδή, ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Μὲ αὐτὸ φαίνεται ἡ δόξα τῆς εἰκόνος καὶ ἡ μεγάλη τιμὴ νὰ εἴμαστε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ καταγωγή μας δὲν εἶναι χαμηλή, ἀλλὰ ὑψηλή, ἀφοῦ ὁ δεδοξασμένος Χριστὸς εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ τεχνίτης καὶ δημιουργός μας.
.       Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα λέγεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ποὺ ἐνηνθρώπησε γιὰ νὰ διορθώση τὸ σφάλμα τοῦ προπάτορος Ἀδάμ. Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, καίτοι ἦταν ἄπειρος ἀκόμη, βρισκόταν στὸν φωτισμὸ τοῦ νοός, γιατί τὸ κατ᾽ εἰκόνα του ἦταν καθαρὸ καὶ δεχόταν τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου φωτός. Μετὰ τὴν ἁμαρτία ὅμως σκοτίσθηκε, ἔχασε τὸ καθ᾽ ὁμοίωση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπολέση καθ᾽ ὁλοκληρίαν τὸ κατ᾽ εἰκόνα. Στὴν πατερικὴ παράδοση λέγεται ὅτι τὸ κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ ἀμαυρώθηκε, δηλαδὴ σκοτίστηκε, χωρὶς νὰ χαθῆ τελείως. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπανέρχεται ὁ Ἀδὰμ στὴν προηγουμένη δόξα, καὶ μάλιστα ἀνέρχεται ἀκόμη ὑψηλότερα.
.       Ἔτσι, ὁ Χριστὸς στὸ Θαβὼρ ἔδειξε ποιό ἦταν τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόταν ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση.
.       Βέβαια, αὐτὸ λέγεται μὲ συγκατάβαση, γιατί ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἡ ἔλλαμψη τοῦ Μεταμορφωθέντος Χριστοῦ ἦταν θειοτέρα καὶ λαμπροτέρα ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Καὶ αὐτὸ γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὸν Ἀδὰμ ἦταν Θεὸς κατ᾽ οὐσίαν, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μέθεξη καὶ μετοχὴ θεός. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ φύση, ἐνῶ τὸ φῶς ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μετοχὴ καὶ Χάρη. Δεύτερον, γιατί ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν θέωσε καθ᾽ ὑπόστασιν, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ εἶχε κοινωνία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ κατ᾽ ἐνέργειαν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἐνῶ στὸν Χριστὸ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν ὑποστατικά, καθ᾽ ὑπόσταση, στὸν Ἀδὰμ καὶ στὸν κάθε θεούμενο ἡ φύση του ἐνώνεται κατὰ Χάρη μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι καθ᾽ ὑπόσταση. Γιατί ἡ καθ᾽ ὑπόσταση ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγινε μόνο στὸν Χριστό.
.       Γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ἀντιληπτὸ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι ἑνώσεως. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ κατ᾽ οὐσίαν, ποὺ συμβαίνει μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ δεύτερος τρόπος ἑνώσεως συνέβη στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ εἶναι ὁ καθ᾽ ὑπόσταση, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Θεάνθρωπος, καὶ ὁ τρίτος τρόπος ἑνώσεως εἶναι ὁ κατὰ Χάριν, καὶ συμβαίνει μὲ τοὺς θεουμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ οὐσίαν, γιατί αὐτὸ συμβαίνει μόνο μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ καθ᾽ ὑπόσταση, γιατί ἕνας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ἀλλὰ ἑνώνονται κατὰ μετοχὴ τῆς Χάριτος. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἅγιοι δὲν λέγονται, ἔστω καὶ κατὰ Χάριν, Θεάνθρωποι, ἀλλὰ κατὰ Χάριν θεοί, θεούμενοι.
.       Πάντως, ὁ μεταμορφωθεὶς Χριστὸς ἔδειξε τὴν δόξα τοῦ ἀρχετύπου τῆς δημιουργίας μας. Καὶ ὅπως στοὺς γλύπτες μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρόπλασμα καὶ ἔπειτα τὸ ἀντίγραφό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ὁ καθένας, ἔτσι καὶ ἐδῶ μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρωτότυπο. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ δείχνει, κατὰ συγκατάβαση, καὶ τὴν προέλευση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπό, τὸ τέλος, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κατατείνη.

 Ζ´ Ἄκτιστο καὶ κτιστὸ φῶς

 .       Τ ασθητ φς, καίτοι εναι κτιστό, εναι μόνη πραγματικότητα π τν γ πο μπορε ν δείξη τν δόξα κα τν λάμψη τς θεότητος. Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς, γιατί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν δόξα τῆς θεότητος. Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἄλλη γήινη πραγματικότητα γιὰ νὰ τὸ δείξη.
.       Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι καὶ λέγεται φῶς, γιατί ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: “ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου” (Ἰω. η´ 12), ἀφ᾽ ἑτέρου δέ, γιατί ὅσοι ἀξιώθηκαν νὰ Τὸν δοῦν Τὸν εἶδαν ὡς φῶς λαμπρό. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγει ὅτι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος, γιατί δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἄλλη εἰκόνα γιὰ νὰ παρουσιάση τὴν λαμπρότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἐκείνη τὴν στιγμή.
.       Ἡ εἰκόνα τοῦ ἡλίου δείχνει καὶ μία ἄλλη θεολογικὴ ἀλήθεια, ὅπως τὴν παρουσιάζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Λέγει ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ ἡλίου. Ὁ Θεός, ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας ἔκανε τὸ φῶς καὶ τὴν τέταρτη ἡμέρα ἔκανε τὸν ἥλιο καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ φῶς. τσι τ φς ταν πρωτόγονο, ν τ φς στν δίσκο το λίου γινε τν τέταρτη μέρα. Ατ ναλογικ βλέπουμε κα στν Χριστό. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ἦταν καὶ εἶναι ἄναρχο, δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχε χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖο δὲν ὑπῆρχε αὐτὸ τὸ φῶς. Ἀργότερα, ὅμως, κατὰ τὴν ἐνανθρώπηση ἔλαμψε καὶ τὸ πρόσλημμα – ἡ ἀνθρώπινη φύση ποὺ ἔλαβε ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος. Ἔτσι, ἐνῶ ὁ Θεὸς ἦταν πάντα φῶς, κατὰ τὴν ἐνανθρώπησή Του καὶ τὸ σῶμα ποὺ προσέλαβε ἔγινε πηγὴ τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.       Ὑπάρχει ὅμως τεράστια διαφορὰ μεταξὺ τοῦ φωτὸς τῆς θεότητος καὶ τοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου, ὅση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ. Τὸ κτιστὸ ἔχει ἀρχὴ δημιουργίας καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχη τέλος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς θέλει νὰ μὴν ἔχη τέλος. Τὸ κτιστὸ ἀκόμη ἔχει τροπὴ καὶ ἀλλοίωση. Ὅμως, τὸ ἄκτιστο δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος καί, βέβαια, δὲν ἔχει καμμιὰ τροπή, ἀλλοίωση. Γι᾽ αὐτὸ πάντοτε μὲ συγκατάβαση πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε αἰσθητὲς πραγματικότητες. Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ἔγραψε: “καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος” (Μάτθ. ιζ´ 2). Δὲν ἔγινε τὸ πρόσωπό του ἥλιος, ἀλλὰ ὡς ἥλιος.
.       Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σημειώνει τὴν διαφορὰ μεταξὺ τῆς λάμψεως τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου καὶ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης. Τὸ φῶς τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου, ἐπειδὴ εἶναι χρονικό, ἔρχεται στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ καιρούς, δηλαδὴ ὀλίγον κατ᾽ ὀλίγον καὶ ὄχι ὅλο μαζί, ἀθρόον. Ἔτσι, ἀπὸ τὸν ὄρθρο μεταβαίνει στὴν ἀνατολή, καὶ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ στὴν μεσημβρία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν δύση. Ὑπάρχει ἀλλαγὴ φωτοχυσίας καὶ δίνεται κατὰ ἀναλόγους καιρούς. Δὲν συνέβη ὅμως τὸ ἴδιο μὲ τοὺς Μαθητὰς ἐπάνω στὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐπειδὴ τὸ φῶς τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἄκτιστο καὶ ὑπέρχρονο δὲν ἔλαμψε στοὺς ἀποστόλους “ἀπὸ ὀλίγον ὀλίγον κατὰ πρόοδον καὶ μετάβασιν, ἀλλὰ εὐθὺς καὶ ὅλον ὁμοῦ”.
.       Τὸ φῶς αὐτὸ τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ κατὰ δύο τρόπους, ἤτοι φωτιστικὸ καὶ καυστικό, κατὰ τὸν βαθμὸ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη, τὸ κάρβουνο ἔχει καὶ τὸ γεῶδες καὶ ὑλικό, ἐπειδὴ γίνεται στάχτη, ἀλλὰ καὶ τὸ φωτιστικὸ καὶ φλογερό. Γι᾽ αὐτὸ σὲ ἄλλες περιπτώσεις κατακαίει καὶ σὲ ἄλλες φωτίζει. Αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Λόγου. Ὁ Χριστὸς ὁμοιάζει μὲ τὸ ἀναμμένο κάρβουνο, ἀφοῦ ἔχει τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὸ ὑλικό, ἀλλὰ καὶ τὸ φῶς τῆς θεότητος. Ὅμως δὲν συμβαίνει ὅ,τι μὲ τὸ κάρβουνο, ποὺ δὲν φωτίζει αὐτοὺς ποὺ εἶναι μακριὰ καὶ κατακαίει αὐτοὺς ποὺ εἶναι κοντά, ἀλλὰ γίνεται κάτι ἄλλο διαφορετικό. Γίνεται φῶς γι᾽ αὐτοὺς ποὺ εἶναι καθαροὶ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ φωτιὰ γι᾽ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἀκάθαρτοι.
.       Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ὡραιοτάτη παρατήρηση τοῦ Μ. Βασιλείου σχετικὰ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ. Χρησιμοποιώντας ὡς παράδειγμα τὸν πεπυρακτωμένο σίδηρο, λέγει ὅτι τὸ πῦρ ἔρχεται στὸν σίδηρο ὄχι μεταβατικῶς, ἀλλὰ μεταδοτικῶς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ πῦρ δὲν τρέχει πρὸς τὸν σίδηρο, ἀλλὰ μένοντας στὸν τόπο του μεταδίδει σὲ αὐτὸν τὶς δικές του δυνάμεις καὶ ἐνέργειες, ὥστε ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν τὸ πῦρ δὲν ἐλαττώνεται ἀπὸ τὴν μετάδοση, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ γεμίζει ὁλόκληρο τὸν σίδηρο. Τὸ ἴδιο, κατ᾽ ἀναλογίαν, ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν ἐκινήθη ἀπὸ τὸν Ἑαυτό Του, δηλαδή, δὲν μετέβη τοπικῶς, ἀλλὰ συγκατέβη πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ἐσκήνωσε μέσα μας, χωρὶς νὰ παύση νὰ βρίσκεται στοὺς οὐρανούς. Στὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου διατυπώνεται αὐτὸ θαυμάσια: “Συγκατάβασις γὰρ θεϊκὴ οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονεν”.

 Η´ Ἄκτιστο φῶς, περιγραπτὸ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὑπέρφωτος γνόφος 

.       Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος βεβαιώνει: “καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος” (Μάτθ. ιζ´ 2). Πέρα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα τονίσαμε προηγουμένως πρέπει νὰ ἐπεκταθοῦμε λίγο ἀκόμη καὶ νὰ ὑπογραμμίσουμε μερικὲς θεολογικὲς ἀλήθειες, γύρω ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
.       Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι προαιώνιο, ἄχρονο, ἀλλὰ στὸ Θαβώρ, κατὰ ἄκρα φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, περιγράφηκε στὸ ἀνθρώπινο σῶμα, “ὡς ἐν δίσκῳ ἡλιακῷ”. Παρὰ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν περιγραφὴ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἐν τούτοις “ἄσχετον ἦν, καὶ ἀσχέτως ἐπλήρει τὸ πᾶν, ἀπερίγραπτον μένον καὶ ἐν τῷ περιγράφεσθαι” (ἄγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης). Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς Μεταμορφώσεώς Του, ἀλλὰ καὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
.       Γιὰ νὰ μὴ γίνη καμμιὰ σύγχυση μεταξὺ τοῦ κτιστοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς τῆς θεότητος, οἱ ἅγιοι Πατέρες πολλὲς φορὲς χρησιμοποιοῦν καὶ τὸν ὄρο “ὑπέρφωτος γνόφος”. Πραγματικά, ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ ἔτσι τὸν εἶδαν οἱ ἅγιοι, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπερέχουσα φανότητα καὶ γιὰ τὴν μὴ συσχέτιση μὲ ἄλλα κτιστὰ φῶτα λέγεται ὑπέρφωτος γνόφος. Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ πρέπει νὰ δοῦμε τὴν λεγομένη καταφατικὴ καὶ ἀποφατικὴ θεολογία. Ἡ πρώτη (καταφατικὴ) θεολογία, ποὺ ὀνομάζει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὶς ἐνέργειές Του καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν Του, χαρακτηρίζει τὸν Θεὸ φῶς ἀληθινό, ἀπρόσιτο καὶ ἄκρατο. Ἡ δεύτερη (ἀποφατικὴ) θεολογία ὀνομάζει τὸν Θεὸ “ὑπὲρ φῶς”, ὅπως ἀκριβῶς τὸν χαρακτηρίζει καὶ ὑπερώνυμο καὶ ὑπερούσιο. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ὕπαρξη τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας δὲν ὁδηγεῖ στὸν ἀγνωστικισμό, δὲν καταλήγει σὲ ἕνα ἀνυπόστατο μυστικισμό, ἀλλὰ ἀποφεύγει τοὺς κινδύνους τῆς λογικοκρατίας καὶ τῆς αἰσθησιοκρατίας (ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης).
.       Αὐτὰ σημαίνουν ὅτι τ πρόσωπο το Κυρίου λαμψε ς λιος, λλ ταυτόχρονα λαμψε κα πρ λιον, πο σημαίνει λαμψε πρ λόγον κα ννοια, κατ ρρητο τρόπο. Οἱ ἐκφράσεις τῶν Πατέρων εἶναι δηλωτικὲς αὐτῆς τῆς πραγματικότητος. Κάνουν λόγο γιὰ τὸ ὅτι οἱ Μαθητὲς καὶ οἱ θεούμενοι διὰ μέσου τῶν αἰώνων βλέπουν ἀοράτως, ἀκοῦν ἀνηκούστως, μετέχουν ἀμεθέκτως, νοοῦν ἀνοήτως τὸν Θεό.
.       Ἑπομένως, ἡ ἔλλαμψη τοῦ Χριστοῦ στὸ Θαβώρ, ποκάλυψη τς δόξης Του στος θεουμένους κάθε ποχς, δν εναι να ασθητικ γεγονός, λλ μυστήριο, εναι φανέρωση κατ ρρητο τρόπο τς δόξης το Θεο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΗΓΗ: www.pelagia.org
syndesmosklchi.blogspot.com

, , , , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: