ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Α´]

  • 21 Ἰουλίου: Μνήμη Ἁγ. Συμεὼν τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ καὶ Ἰωάννου ὁσίου

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Α´]

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .     Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρὸ ὑπῆρχε στὴν ἔρημο ἕνας ἐρημίτης, χαρισματοῦχος ἐξορκιστὴς τῶν δαιμονισμένων καὶ διώκτης δαιμονίων. Ρώτησε ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐξέβαλε: «Ἡ νηστεία;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς νηστεύουμε ἐπίσης». –«Οἱ ἀγρυπνίες;» – «Ὄχι. Ξέρεις πὼς δὲν κοιμόμαστε καὶ πὼς εἴμαστε πολὺ δραστήριοι». – «Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς ἐπίσης συχνάζομε στὶς ἐρήμους». – «Ποιὰ ἀρετὴ λοιπὸν σᾶς ἀναγκάζει νὰ φεύγετε;» – «Ἡ ταπείνωση. Δὲν ὑποφέρομε τὴν ταπείνωση».
.    Θὰ μπορούσαμε, νὰ γεμίσουμε ἕνα βιβλίο μὲ χωρία ἀπὸ τὶς γραφὲς τῶν Πατέρων, ὅπου ἐξυμνεῖται ἡ ταπείνωση. Ἐκριζώνει τὰ πάθη, στερεώνει τὸ οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς τελειότητας, κάνει ν’ ἀναβλύζει, μέσα σὲ μία καρδιὰ ποὺ αὐτομέμφεται, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Οἱ πρῶτοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ παραδίδονταν μὲ τέτοια θέρμη στὴν ἐξάλειψη τῆς ὑπερηφανείας, ὥστε μιὰ παρέμβαση ἀγγέλου ἀπέβαινε ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀρετή των.
.    Ὁ Ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος († 373), μεγάλος ἀσκητὴς καὶ φημισμένος συγγραφέας, δύο χρόνια πρὸ τοῦ θανάτου του ἐπισκέφθηκε τὸ γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Μὲν (ἢ Μὶν) ἱδρυθὲν ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου καὶ μέσα στὸ ὁποῖο τετρακόσιες μοναχὲς εἶχαν ἤδη συναχθεῖ. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν μὰ κόπτισσα, ἡ Ἰσιδώρα (ἢ Βρανκίς), τῆς ὁποίας τὴν ἱστορία μᾶς διηγεῖται. Θεωροῦσαν τὴν Ἰσιδώρα πτωχὴ τῷ πνεύματι καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἀνέθεταν νὰ ἐκτελέσει τὶς πλέον σκληρὲς ἐργασίες καὶ τὰ πιὸ ἀπεχθῆ διακονήματα. Ξυπόλητη, μὲ ἕνα κουρέλι στὸ κεφάλι ὑφίστατο χωρὶς γογγυσμὸ τὸν περίγελω, τὶς ἀδικίες, ἀκόμα καὶ τὰ χτυπήματα ποὺ τῆς δώριζαν οἱ συντρόφισσές της. Ποτὲ δὲν ἔτρωγε στὴν τράπεζα ἀλλὰ ἱκανοποιεῖτο μὲ τὰ ψίχουλα τοῦ τραπεζιοῦ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ τὰ ὑπολείμματα τῶν καζανιῶν, ὅταν τὰ ἔτριβε στὴν κουζίνα. Καί, παράξενο πράγμα, ὅσο τὴν κακομεταχειρίζονταν, τόσο αὐτὴ φαινόταν εὐτυχισμένη. Μόνον ὁ Θεὸς γνώριζε τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας της. Αὐτὸς τὴν ἀπεκάλυψε στὸν ἐρημίτη Πιτιρούμ, ὑποτακτικὸ τοῦ Μ. Παχωμίου, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε πειρασθεῖ ἀπὸ ὑπερηφάνους λογισμούς. «Διὰ τί μέγα φρονεῖς ἐπὶ σεαυτῷ ὡς εὐλαβής, καὶ ἐν τοιούτῳ καθεζόμενος τόπῳ», τοῦ λέει φανερώνοντάς του ἕνα ἄγγελο, «ἄπελθε εἰς τὸ μοναστήριον τῶν γυναικῶν τῶν Ταβεννησιωτῶν, καὶ ἐκεῖ εὑρήσεις μίαν διάδημα ἔχουσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς˙ αὕτη σου ἀμείνων ἐστι. Τοσούτῳ γὰρ ὄχλῳ πυκτεύουσα, τὴν καρδίαν αὐτῆς οὐδέποτε ἀπέστησε τοῦ Θεοῦ˙ σὺ δὲ καθεζόμενος ὧδε, ἀνὰ τὰς πόλεις πλανᾶσαι τῇ διανοίᾳ».
.    Τιμημένες ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ φημισμένου ἀσκητῆ μαζεύτηκαν οἱ μοναχές, ἀλλὰ καμιὰ ἀπ’ αὐτὲς δὲν εἶχε τὴν «κόμμωση» ποὺ εἶχε περιγράψει ὁ ἄγγελος. «Εἶστε ὅλες ἐδῶ;» ρώτησε ὁ Πιτιρούμ. – «Ναί. Μόνον ἡ τρελὴ λείπει, ἡ Ἰσιδώρα, ποὺ ἔμεινε στὴν κουζίνα». Στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἐπισκέπτη ἔσπευσαν νὰ τὴν βροῦν. Μόλις αὐτὴ ἐμφανίστηκε, ἀνθισταμένη, συρομένη ἀπὸ δύο ἀδελφὲς ὁ Πιτιροὺμ προσέπεσε μπροστά της. «Εὐλόγησόν με, Ἀμμά!» ἀνεφώνησε. Ἡ Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ θέλησε νὰ παρέμβει – «Τί κάνεις ἐκεῖ; Δὲν αἰσχύνεσαι; Εἶναι μιὰ τρελή!» – «Ὑμεῖς ἐστὲ σαλαί», ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τοῦ ράκους ἔβλεπε ἕνα στεφάνι, νὰ λάμπει πάνω στὸ κεφάλι τῆς Ἰσιδώρας. «Αὐτὴ εἶναι καλύτερη ἀπ’ ὅλες σας, καλύτερη ἀπὸ μένα, καὶ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ βρεθῶ στὸ ἐπίπεδό της τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως».
.    Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια οἱ ἀδελφὲς ξαφνικὰ φωτίστηκαν καὶ περικύκλωσαν τὴν «τρελή», γιὰ νὰ τῆς ζητήσουν συγχώρηση. Ἡ μιὰ κλαίγοντας ἐξομολογεῖτο, ὅτι τὴν περιγελοῦσε γιὰ τὸ συντετριμμένο ὕφος της˙ μιὰ ἄλλη ὁμολογοῦσε, ὅτι εἶχε ἀδειάσει πάνω της τὸ ἀπόπλυμα τοῦ πιάτου˙ μιὰ τρίτη θυμόταν ὅτι τὴν εἶχε γρονθοκοπήσει καὶ τῆς εἶχε μελανιάσει τὴν μύτη. Συγχωρημένες προσευχήθηκαν ὅλες μαζὶ καὶ ὁ πατὴρ Πιτιροὺμ γύρισε στὸ ἀσκητήριό του πολὺ ὠφελημένος. Ὅσο γιὰ τὴν Ἰσιδώρα, ἀρνουμένη ἀπὸ ταπείνωση νὰ παραχωρήσει θέση στὴν τιμή, ἡ ὁποία στὸ ἑξῆς τῆς ἀποδιδόταν, χάθηκε ἀπ’ τὸ μοναστήρι καὶ κανένας ἔμαθε ποτὲ ποῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της, κανένας ποτὲ πῶς ἐτελεύτησε.
.   Ταπείνωση; Ναί. Ἀλλὰ ὑπακοή; Ἡ Ἰσιδώρα δὲν εἶχε ζητήσει τὴν εὐλογία τῆς Ἡγουμένης της, οὔτε γιὰ νὰ προσποιεῖται τὴν χαζή, οὔτε γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ μοναστήρι. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀνυπακοὴ –θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε ἀνωτέρα ἐλευθερία;– εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς ἕνα ἐνδεικτικὸ στοιχεῖο τῶν σαλῶν. Εἶναι πολὺ σημαντικό. Θὰ ἐπανέλθομε.
.    Ἕνα ἄλλο σημεῖο ὅπου διαφοροποιεῖται ὁ ἀνεύθυνος καὶ περιπλανώμενος σαλὸς ἀπὸ τὸν μοναχό, μέλος μιᾶς ὀργανωμένης κοινότητος, εἶναι ἡ ἁγία ἀπρονοησία. «Ἕνας ἄνθρωπος, διηγεῖται ὁ Ἰωάννης Μόσχος, συγγραφέας τοῦ Λειμωναρίου, μᾶς συνάντησε στὴν Ἀλεξάνδρεια ντυμένος ἕνα τσουβάλι, ποὺ τοῦ ’φτανε ἴσαμε τὰ γόνατα καὶ ἔμοιαζε μὲ τρελό. Τοῦ δώσαμε χρήματα. Τί θὰ τὰ ἔκανε; Τὸν ἀκολουθήσαμε. Ὅταν εἶχε στρίψει στὴν γωνία τοῦ δρόμου, ὕψωσε πρὸς τὸν οὐρανὸ τὸ δεξί του χέρι, ποὺ εἶχε τὰ χρήματα, τὰ κράτησε στὸν ἀέρα, ὕστερα ἔκανε μιὰ μετάνοια στὸν Θεὸ καί, ἀφοῦ ἄφησε τὰ χρήματα κατὰ γῆς, ἔφυγε».
.   Στὴν ἀρχή, παρ’ ὅλα αὐτά, στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ μοναχὸς τῆς ἐρήμου καὶ ὁ σαλὸς εἶχαν πιὸ πολλὰ σημεῖα κοινὰ παρὰ ἀνομοιότητες. Ὁ Σεραπίων († ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ.) ἄραγε εἶναι μοναχὸς ἢ σαλός, ἢ καὶ τὰ δυὸ συγχρόνως; Αὐτὸ ποὺ μᾶς μαθαίνει ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία σχετικὰ μ’ αὐτόν, βρίσκεται σὲ ἕνα κείμενο μέσα στὸν πρόλογο καὶ στὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἀναφέρεται σ’ ἕνα ἄλλον Αἰγύπτιο, τὸν Βησσαρίωνα –μεγάλο ἀσκητή, μοναχὸ ἢ σαλό;– ὁ ὁποῖος πέθανε στὰ τέλη τοῦ αἰώνα. Μὲ διακόσια χρόνια διαφορά, ὁ ἅγ. Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος καὶ ὁ Συμεὼν ὁ Σαλὸς ὑφίστανται τὴν ἴδια δοκιμασία τὴν ὁποία, καὶ οἱ δύο, ἀντιμετωπίζουν μὲ ταυτόσημο τρόπο: ἀδιαμαρτύρητα σηκώνουν τὴν μομφὴ ποὺ τοὺς προσάπτει μιὰ δούλα, ἡ ὁποία ἔμεινε ἔγκυος, καθὼς καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ συνοδεύει τὴν κατηγορία. Ἀφοῦ ἀποκαθίστανται, (ἡ δύστυχη κοπέλα γέννησε κανονικά, μόνον ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸ ψέμα της καὶ κατονόμασε τὸν ἀληθινὸ διαφθορέα της) οἱ δύο ἅγιοι ἀποφεύγουν τὶς ἀποδείξεις μετανοίας, στὶς ὁποῖες τοὺς ὑποχρεώνουν, ὁ μὲν Μακάριος μακρυνόμενος στὴν ἔρημο τῆς Σκήτεως, ὁ δὲ Συμεὼν πηγαίνοντας νὰ κάνει τὸν γελωτοποιὸ μέσ’  στοὺς δρόμους τῆς Ἐμέσης.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

, , , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: