ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ: «ΑΙΡΕ ΤΟΥΣ ΑΘΕΟΥΣ»

  • Ἐπειδὴ τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια δὲν εἶναι πολὺ …ἀρχαῖα, ἀλλὰ πάντοτε παρόντα, ἀναρτᾶται τὸ Μαρτύριον τοῦ ἁγ. Πολυκάρπου ἐπισκόπου Σμύρνης, τοῦ ὁποίου σήμερα ἐπιτελεῖται ἡ μνήμη. Ὁρισμένες μάλιστα ἀναφορὲς στὴν διήγηση τοῦ Μαρτυρίου του ἔχουν ἐξαιρετικὴ «ἐπικαιρότητα», ὅπως οἱ ἀκόλουθες: «Μ εναι τόσο κακ ν πς: Κύριος εναι Κασαρ;», «διδαχθήκαμε ν ποδίδουμε στς ρχς κα ξουσίες ποὺ πάρχουν μ τν νοχ το Θεο τιμτόση ση δν μς ζημιώνει».

.             Ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλοθέους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴν Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴν φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία. Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη.
.           Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης (τιμᾶται 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.
Ὁ ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴν σύλληψη τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτῆρα του.
.            Ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴν θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴν στάση τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ Μαρκίωνος. Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπιγίνωσκε ἡμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σε τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
.             
Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσάν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγῳ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴν Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.
 Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν.
.            Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. Ὁ Κόϊντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἦλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο. Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόιντο, ὁ ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.
Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρῴδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὗ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἳ ζῶσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσάς με ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν με μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἷς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίῳ Ἰησοῦ Χριστό,…».
Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὴν κλῆσιν τοῖς ἔργοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἐλαία κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε, σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος, τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικῇ εὐκαρπίᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α´. Χορὸς Ἀγγελικὸς.

Καρποὺς τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι᾽ ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοῖς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, δοξάζοντες Κύριον.

ΠΗΓΗ: http://clubs.pathfinder.gr/agiospanteleimonas/380907

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
(Βασιλείου Μουστάκη , Ἀποστολικοὶ Πατέρες,
ἐκδ. «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1986, σελ.230-249)

. κκλησία το Θεο ἡ παροικοῦσα Σμύρναν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ παροικούσῃ ἐν Φιλομηλίῳ καὶ πάσαις ταῖς κατὰ πάντα τόπον τῆς ἁγίας καὶ καθολικῆς ἐκκλησίας παροικίαις (ποὺ παροικεῖ στὴν Σμύρνη πρὸς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πού παροικεῖ στὸ Φιλομήλιο καὶ πρὸς ὅλες τὶς παροικίες τῆς ἁγίας καὶ καθολικῆς Ἐκκλησίας σὲ κάθε τόπο) λεος, ερήνη καὶ γάπη το Θεοῦ πατρς κα το Κυρίου μν ησοῦ Χριστοῦ πληθυνθείη σ σς.
.             (Ἐγράψαμεν ὑμῖν ἀδελφοί) Σᾶς γράψαμε, ἀδελφοί, τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς μάρτυρες καὶ τὸ τέλος τοῦ μακαρίου Πολυκάρπου, ποὺ σὰν σφραγίδα ἔκλεισε τοὺς διωγμούς. Ὅλα ὅσα ἔλαβαν χώραν φανερώνουν μὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ πῶς μαρτυρεῖται τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Πολύκαρπος αὐτὴ τὴν ὥρα περίμενε, γιὰ νὰ παραδοθῆ καὶ ὁ ἴδιος, κάνοντας ὅ,τι εἶχε κάμει κι ὁ Κύριος, ὥστε νὰ τὸν μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς μὴ μόνον σκοποῦντες τὸ καθ᾽ ἑαυτούς, ἄλλα καὶ τὸ κατὰ τοὺς πέλας. Διότι γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς καὶ δυνατῆς ἀγάπης εἶναι τὸ νὰ μὴ θέλη κανεὶς νὰ σώση μόνο τὸν ἑαυτό του, ἄλλα καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφούς.
.             (Μακάρια μὲν οὖν καὶ γενναῖα τὰ μαρτύρια πάντα τὰ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γεγονότα) Ὑπῆρξαν, λοιπόν, μακάριοι καὶ γενναῖοι ὅλοι οἱ μάρτυρες ποὺ ἔπεσαν πιστοὶ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς πρέπει μὲ περισσότερη εὐλάβεια τώρα νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸ πᾶν στὸν ἐξουσιαστὴ τῶν πάντων Θεό. Καὶ ποιός δὲν θὰ θαυμάση τὴν γενναιότητα, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸν ἔρωτα πρὸς τὸν Κύριο, ποὺ εἶχαν ἐκεῖνοι; Μὲ τὸ μαστίγωμα τοὺς καταξέσχισαν τὸ κορμί, κάνοντας νὰ φανοῦν οἱ φλέβες καὶ οἱ ἀρτηρίες, ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἔδειξαν τόση καρτερία, ὥστε οἱ θεαταὶ νὰ νοιώσουν ἔμφοβο θαυμασμὸ καὶ συμπόνοια καὶ νὰ ξεσπάσουν σὲ ὀδυρμό. Ἄλλοι μάρτυρες ἔφτασαν σὲ τέτοιο σημεῖο ἀνδρείας, ποὺ κανένας τους δὲν ἔβγαλε ἄχνα καὶ στεναγμό, δείχνοντας ἔτσι σ᾽ ὅλους μας ὅτι ἐκείνη τὴν ὥρα τῶν βασάνων ἀνέβαιναν στὸν Χριστὸ ἢ μᾶλλον ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε κατεβῆ καὶ συνομιλοῦσε μαζί τους. Κολλημένοι στὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ, καταφρονοῦσαν τὰ βάσανα ποὺ τοὺς ἔκανε ὁ κόσμος, ἀγοράζοντας μέσα σὲ λίγες στιγμὲς ὁλόκληρη τὴν αἰωνία ζωή. Ἡ φωτιὰ ποὺ τοὺς ἔβαζαν οἱ δήμιοι ἦταν γι᾽ αὐτοὺς δροσιά. Διότι μπροστὰ στὰ μάτια τους ἕνα εἶχαν μέλημα· πῶς νὰ ξεφύγουν τὸ αἰώνιο πῦρ, τὴν φωτιὰ ποὺ δὲν σβύνεται ποτὲ κι οἱ καρδιές τους λαχταροῦσαν ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ ποὺ περιμένουν ὅσους ἐγκαρτερήσουν, τὰ ἀγαθά, ἃ οὔτε οὖς ἤκουσε οὔτε ὀφθαλμὸς εἶδεν οὔτε ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἀνέβη. Αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ τοὺς παρουσίαζε ἤδη ὁ Κύριος καὶ δὲν ἦσαν πλέον ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἄγγελοι. Ἐπίσης καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ρίχθηκαν στὰ θηρία ὑπέφεραν πολλὴ καὶ φοβερὴ δοκιμασία. Ἄλλοι ἔγιναν κομμάτια μ᾽ ἀγκαθωτὰ κολαστήρια ὄργανα κι ἄλλοι τέλος μ᾽ ἄλλες χιλιότροπες ἐπινοήσεις βασάνων τελειώθηκαν. Ὅλους αὐτοὺς ὁ διάβολος πάσχισε μ᾽ ἕνα σωρὸ δοκιμασίες νὰ τοὺς τραβήξη στὴν ἄρνησι, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τὸ καταφέρη.
.             (Πολλὰ γὰρ ἐμηχανᾶτο κατ᾽ αὐτῶν ὁ διάβολος) Πολλὰ μηχανεύθηκε ἐναντίον τους τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ· ὅλοι τὸ κατατρόπωσαν. Παράδειγμά τους ἐνισχυτικὸ ἦταν ἡ ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξε ὁ γενναιότατος Γερμανικός. Αὐτὸς ἀντιμετώπισε καὶ τὰ θηρία μέσα στὸ ἀμφιθέατρο. Ἐνῶ ὁ ἀνθύπατος προσπαθοῦσε νὰ τὸν πείση ν᾽ ἄλλαξη γνώμη, λέγοντάς του νὰ λυπηθῆ τὰ νιάτα του, προκάλεσε ὁ ἴδιος τὸ θηρίο νὰ τὸν κατασπάραξη, θέλοντας μία ὥρα γρηγορώτερα ν᾽ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν ἄδικη καὶ ἄνομη πολιτεία τῶν ἐθνικῶν. Μόλις, λοιπόν, ὁ ὄχλος εἶδε καὶ θαμπώθηκε ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ δεῖγμα γενναιότητος τοῦ θεοφιλοῦς καὶ θεοσεβοῦς γένους τῶν χριστιανῶν ξέσπασε σὲ φωνὲς· (Αἶρε τοὺς ἀθέους· ζητείσθω Πολύκαρπος) Νὰ λείψουν οἱ ἄθεοι! Φέρε ἐδῶ καὶ τὸν Πολύκαρπο!
.             (Εἷς δέ, ὀνόματι Κόϊντος, Φρύξ, προσφάτως ἐληλυθὼς ἀπὸ τῆς Φρυγίας) Ἕνας ὅμως ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, ποὺ τὸν ἔλεγαν Κόϊντο, καταγόμενος ἀπὸ τὴν Φρυγία, καὶ ποὺ εἶχε ἔλθει πρόσφατα ἀπὸ ἐκεῖ, βλέποντας τὰ θηρία λιποψύχισε. Ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦταν ποὺ εἶχε πείσει μερικοὺς ἄλλους νὰ ἔλθουν νὰ μαρτυρήσουν μόνοι τους, χωρὶς νὰ τοὺς ἔχουν πιάσει. Αὐτὸν ὁ ἀνθύπατος κατώρθωσε μὲ καλοπιάσματα πολλὰ νὰ τὸν κάνη νὰ ἐξωμόση καὶ νὰ θυσιάση στὰ εἴδωλα. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, ἀδελφοί, δὲν ἐπαινοῦμε ἐκείνους ποὺ πᾶνε νὰ μαρτυρήσουν χωρὶς νὰ τοὺς βιάση κανείς, διότι δὲν διδάσκει ἔτσι τὸ Εὐαγγέλιο.
.             (Ὁ δὲ θαυμασιώτατος Πολύκαρπος τὸ μὲν πρῶτον ἀκούσας οὐκ ἐταράχθη) Ὅσο γιὰ τὸν ὑπερθαύμαστο Πολύκαρπο, ὅταν ἄκουσε ὅτι ζητοῦσαν νὰ τὸν πιάσουν, δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ ἤθελε νὰ μείνη στὴν πόλι. Ἀλλὰ οἱ πιστοὶ τὸν ἔπεισαν νὰ κρυφθῆ. Καὶ κρύφθηκε σ᾽ ἕνα μικρὸ κτῆμα ποὺ δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν πόλι κι ἐκεῖ ἔμεινε μὲ λίγους χριστιανούς, νύχτα μέρα μὴ κάνοντας τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλους καὶ γιὰ τὶς Ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης, πράγμα ποὺ ἦταν ἡ συνήθειά του. Καὶ καθὼς προσευχόταν εἶδε μία ὀπτασία, τρεῖς μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψί του. Εἶδε ὅτι τὸ προσκέφαλό του εἶχε πιάσει φωτιά. Καὶ γύρισε καὶ εἶπε στοὺς συντρόφους του· θὰ καῶ ζωντανός.
.             (Καὶ ἐπιμενόντων τῶν ζητούντων αὐτόν μετέβη εἰς ἕτερον ἀγρίδιον) Καὶ καθὼς οἱ ἔρευνες γίνονταν πιὸ ἐπίμονες καὶ πλησίαζαν στὸ μέρος ποὺ κρυβόταν, ὁ Πολύκαρπος ἔφυγε καὶ πῆγε σ᾽ ἕνα ἄλλο ἀγρόκτημα. Καὶ μόλις ἔφυγε, ἔφθασαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ζητοῦσαν. Καὶ μὴ ἔχοντάς τον βρεῖ, ἔπιασαν δύο παιδιὰ ποὺ δούλευαν στὸ κτῆμα ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ ἕνα ἀφοῦ τὸ βασάνισαν ὡμολόγησε. Ἄλλωστε ἦταν ἀδύνατο νὰ ξεφύγη, διότι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εἶχαν προδώσει ἦταν γνωστοί του. Καὶ ὁ εἰρήναρχος, ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο μὲ τὸν Πολύκαρπο ὄνομα καὶ τὸν ἔλεγαν ἐπίσης καὶ Ἡρώδη, βιαζόταν νὰ τὸν μπάση στὸ ἀμφιθέατρο, ἔτσι ποὺ ὁ μὲν Πολύκαρπος νὰ τελειωθῆ, γινόμενος κοινωνὸς τοῦ Χρίστου, οἱ δὲ καταδότες του νὰ πάρουν τὴν τιμωρία τοῦ Ἰούδα.
.             (Ἔχοντες οὖν τὸ παιδάριον, τῇ παρασκευῇ περὶ δείπνου ὥραν ἐξῆλθον) Ἔχοντας, λοιπόν, ὁδηγὸ τὸ παιδί, ἡμέρα Παρασκευὴ καὶ κατὰ τὸ σούρουπο, βγῆκαν οἱ στρατιῶτες τῆς καταδιώξεως μὲ καβαλλάρηδες, ἁρματωμένοι σὰν σὲ πόλεμο καὶ ὡς ἐπὶ ληστὴν τρέχοντες. Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ ἔκαμαν ἕφοδο στὸ μέρος ποὺ βρισκόταν καὶ τὸν βρῆκαν στὸ ὑπερῶο, ξαπλωμένον σ᾽ ἕνα δωμάτιο. Καὶ ἀπὸ κεῖ θὰ μποροῦσε νὰ φύγη, ἀλλὰ εἶχε ἀρνηθῆ, λέγοντας· τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γενέσθω. Ὅταν, λοιπόν, τοὺς ἄκουσε, κατέβηκε κι ἔπιασε κουβέντα μαζί τους. Καὶ ἀπόρησαν βλέποντας τὴν εὐστάθεια τῆς μεγάλης του ἡλικίας καὶ τὴ βιασύνη νὰ συλληφθῆ τόσο γέρος ἄνθρωπος. Εὐθύς, λοιπόν, πρόσταξε νὰ τοὺς βάλουν νὰ φᾶνε καὶ νὰ πιοῦν ὅσο θέλουν καὶ τοὺς παρακάλεσε νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν στὸ μεταξὺ νὰ προσευχηθῆ ἄνετα. Ἐκεῖνοι τοῦ τὸ ἐπέτρεψαν καὶ ἔπιασε καὶ προσευχήθηκε πλημμυρισμένος ἀπὸ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ δύο ὁλόκληρες ὧρες, ἔτσι ποὺ θαμπώθηκαν οἱ στρατιῶτες καὶ μερικοὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς μετάνοιωσαν ποὺ εἶχαν ἔλθει νὰ πιάσουν ἕνα τέτοιο θεόπρεπο γέροντα.
.             (Ἐπεὶ δέ ποτε κατέπαυσεν τὴν προσευχήν) Ὅταν κάποια φορᾶ τελείωσε τὴν προσευχή, στν ποία μνημόνευσε λους σοι εχαν λθει σ συνάφεια μαζί του, μικροὺς καὶ μεγάλους, ἔνδοξους καὶ ἄσημους καὶ ὅλη τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἁπλώνεται στὴν οἰκουμένη, καὶ ἦλθε ἠ ὥρα νὰ βγοῦν, τὸν ἔβαλαν πάνω σ᾽ ἕνα ὄνο καὶ τὸν ἔφεραν στὴν πόλι, ξημερώματα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Καὶ στὸν δρόμο τὸν προϋπάντησε ὁ εἰρήναρχος  Ἡρώδης μὲ τὸν πατέρα του τὸν Νικήτη ποὺ τὸν ἔβαλαν νὰ καθίση δίπλα τους στὸ ἁμάξι τους, κι ἄρχισαν νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸν μεταπείσουν, λέγοντας.
(Τί γὰρ κακόν ἐστιν εἰπεῖν· Κύριος καῖσαρ ) Μ εναι τόσο κακ ν πς: Κύριος εναι Κασαρ; Εἶναι τόσο σπουδαῖο πράγμα νὰ θυσιάσης στοὺς θεοὺς κα ν κάνης λους τους πολοίπους τύπους, προκειμένου ν γλυτώσης τὴν ζωή σου;
Ἐκεῖνος στὴν ἀρχὴ σώπαινε, ἀλλὰ ὅταν εἶδε ὅτι ἐπέμεναν ἀποκρίθηκε.
—Δὲν πρόκειται νὰ κάμω αὐτὰ ποὺ μὲ συμβουλεύετε.
.        Τότε ἐκεῖνοι, βλέποντας πὼς τοῦ κάκου πῆγαν τὰ λόγια τους, τὸν περιέλουσαν μὲ βρισιὲς καὶ τὸν γκρέμισαν ἀπὸ τὸ ἁμάξι, ἔτσι ποὺ πέφτοντας νὰ πληγωθῆ στὸ πόδι. Καὶ χωρὶς νὰ τοὺς πεῖ οὔτε λέξι, σὰν νὰ μὴν εἶχε πάθει τίποτε, πορευόταν ὁλοπρόθυμα, ὁδηγούμενος στὸ ἀμφιθέατρο, ὅπου γινόταν τέτοια ὀχλοβοή, ὥστε νὰ μὴ μπορῆ νὰ κρυφθῆ ἡ φωνὴ κανενός,
.          (Τῷ δὲ Πολυκάρπῳ εἰσιόντι εἰς τὸ στάδιον) Ἀλλὰ στὸν Πολύκαρπο καθὼς ἔμπαινε στὸ ἀμφιθέατρο ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγ· σχυε, Πολύκαρπε, κα νδρίζου. Καὶ ἐκεῖνον ποὺ μίλησε κανένας δὲν τὸν εἶδε, ἄλλα τὴν φωνὴ τὴν ἄκουσαν οἱ δίκοι μας ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ὅταν, λοιπόν, ὡδηγήθηκε ἐκεῖ, ἔγινε μεγαλύτερη ἡ ὀχλοβοή, διότι ὁ λαὸς ἔμαθε ὅτι ὁ Πολύκαρπος εἶχε συλληφθῆ. Στεκόμενον μπροστὰ στὸ βῆμα του, ὁ ἀνθύπατος ἄρχισε νὰ τὸν ἀνακρίνη. Πρῶτα τὸν ρώτησε ἂν ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Πολύκαρπος καὶ σὰν ἐκεῖνος τὸ ἐβεβαίωσε, βάλθηκε ὁ ἀνθύπατος νὰ τὸν πείση ν᾽ ἀρνηθῆ τὴν πίστι του, λέγοντας· Λυπήσου τὰ χρόνια σου καὶ ἄλλα παρόμοια ποὺ συνηθίζουν οἱ ἐθνικοὶ δικασταί, ὅπως: Ἀναγνώρισε τὴ θεία δύναμι τοῦ Καίσαρος, ἄλλαξε γνώμη, πὲς· Νὰ λείψουν οἱ ἄθεοι.
.          (Ὁ δὲ Πολύκαρπος ἐμβριθεῖ τῷ προσώπῳ εἰς πάντα τὸν ὄχλον τὸν ἐν τῷ σταδίῳ ἀνόμων ἐθνῶν ἐμβλέψας καὶ ἐπισείσας αὐτοῖς τὴν χεῖρα, στενάξας τε καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπε· Αἶρε τοὺς ἀθέους) Ὁ Πολύκαρπος τότε μὲ γαλήνια κι ἄτρομη ὄψη γυρόφερε τὸ βλέμμα στὶς κερκίδες ποὺ ἦσαν σκεπασμένες ἀπὸ τοὺς ἀνόμους ἐθνικούς, σήκωσε τὸ χέρι ἐναντίον τους μὲ τρομερὴ κίνησι, ἀναστέναξε καὶ ἀναβλέποντας τέλος στὸν οὐρανὸ εἶπε: Ἂς λείψουν οἱ ἄθεοι!
Καὶ καθώς, ἐπιμένοντας ὁ ἀνθύπατος τοῦ ἔλεγε
—Ἐξώμοσε, βρίσε τὸν Χριστὸ καὶ σ᾽ ἐλευθερώνω, ἀποκρίθηκε ὁ Πολύκαρπος.
Ὀγδόντα ἓξ χρόνια τὸν ὑπηρετῶ καὶ σὲ τίποτε δὲν μ᾽ ἔβλαψε. Πῶς μπορῶ, λοιπόν, νὰ ὑβρίσω τὸν βασιλέα καὶ σωτήρα μου ;
.          (Ἐπιμένοντος δὲ πάλιν αὐτοῦ καὶ λέγοντος) Ἀλλὰ ὁ ἀνθύπατος ἐπέμενε, λέγοντας.
—Ἀναγνώρισε τὴν θεία δύναμι τοῦ Καίσαρος. Καὶ ὁ Πολύκαρπος ἀποκρίθηκε.
—Ζητεῖς νὰ ἀναγνωρίσω τὴν θεία δύναμι τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ὑποκρίνεσαι ὅτι ἀγνοεῖς ποιός εἶμαι. Ἄκουσε, λοιπόν, καθαρὰ καὶ ξάστερα τὴν ἀπάντησί μου. Χριστιανός εἰμι. Εἶμαι χριστιανός. Κι ἂν θέλεις νὰ διδαχθῆς τὸν χριστιανισμό, δός μου καιρὸ νὰ σοῦ τὸν μάθω.
Τοῦ λέγει ὁ ἀνθύπατος.
—Πεῖσε τὸν ὄχλο. Καὶ ὁ Πολύκαρπος τοῦ ἀπαντᾶ.
—Ἐσένα σ᾽ ἀξίωσα τῶν λόγων μου. Διότι διδαχθήκαμε ν ποδίδουμε στς ρχς κα ξουσίες ποὺ πάρχουν μ τν νοχ το Θεο τιμ τόση ση δν μς ζημιώνει. Αὐτοὶ ἐδῶ ὅμως δὲν ἔχουν κανένα δικαίωμα ν᾽ ἀκούσουν τὴν ἀπολογία μου.
Καὶ ὁ ἀνθύπατος τοῦ λέγει.
—Ἔχω θηρία, σ᾽ αὐτὰ θὰ σὲ ρίξω, ἂν δὲν ἀλλάξης γνώμη. Καὶ ὁ Πολύκαρπος ἀποκρίνεται.
—Φέρε τα· γλύστρημα γιὰ μᾶς ἀπὸ τὰ καλύτερα στὰ χειρότερα δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀπεναντίας ἀπὸ τὰ χαλεπὰ μᾶς ἀρέσει νὰ ἀνεβαίνουμε στὰ δίκαια.
Καὶ ὁ ἀνθύπατος πάλι.
—Θα σὲ ἀνάψω σὰν λαμπάδα, ἂν δὲν σοῦ φαίνονται σκληρὴ τιμωρία τὰ θηρία, καὶ μείνης ἀμετανόητος.
Καὶ ὁ Πολύκαρπος τοῦ ἀπαντᾶ.
Μ᾽ ἀπειλεῖς μὲ τὴν φωτιὰ ποὺ καίει γιὰ λίγη ὥρα κι ὑστέρα σβύνεται κι ἀγνοεῖς τὸ πῦρ τῆς μελλούσης κρίσεως κι αἰωνίας κολάσεως ποὺ φυλάγεται ἄσβυστο γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς. Ἀλλὰ τί ἀργοπορεῖς; Κάμε ὅ,τι θέλεις.
.          (Ταῦτα δὲ καὶ ἕτερα πλείονα λέγων θάρσους καὶ χαρᾶς) Αὐτὰ κι ἄλλα ἀκόμα λέγοντας, ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ θάρρος καὶ χαρὰ καὶ στὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἡ θεία χάρις. Ὄχι μόνο δὲν εἶχαν καμμιὰ ἐπίδρασι πάνω του οἱ συμβουλὲς κι οἱ ἀπειλὲς ποὺ ἄκουε, ἀλλ᾽ ἀπεναντίας σάστισε ὁ ἀνθύπατος. Ἔστειλε τότε τὸν κήρυκά του στὴν μέση τοῦ στίβου νὰ φωνάξη τρεῖς φορές.
—Ὁ Πολύκαρπος ὡμολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανός.
Μόλις τ᾽ ἄκουσε ὁ ὄχλος τν εδωλολατρν κα τν ουδαίων ποὺ εἶχαν μαζευθῆ ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅλη τὴ Σμύρνη ξέσπασε σὲ κραυγὲς φωνάζοντας ἄγρια.
—Αὐτὸς εἶναι τς σίας διδάσκαλος, πατὴρ τν χριστιανν, χαλαστς τν θεν μας, νθρωπος ποὺ μαθε πολλος ν μ προσκυνον κα ν μ θυσιάζουν.

.          Καὶ φώναζαν στὸν ἀσιάρχη Φίλιππο ν᾽ ἀμολήση πάνω στὸν Πολύκαρπο ἕνα λέοντα.
.          Ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε ὅτι δὲν εἶχε τέτοιο δικαίωμα, διότι παρόμοια θεάματα εἶχαν δοθῆ καὶ τελειώσει πιὰ τὶς προηγούμενες ἡμέρες.
.          Τότε ὅλοι μὲ μία φωνὴ ζήτησαν νὰ ριχθῆ στὴ φωτιὰ ὁ Πολύκαρπος. Διότι ἐπέπρωτο νὰ πραγματοποιηθῆ ἡ ὀπτασία ποὺ εἶχε δῆ, ὅταν εἶδε τὸ προσκέφαλο νὰ καίεται καὶ γύρισε καὶ εἶπε προφητικὰ στοὺς πιστοὺς ποὺ τὸν τριγύριζαν· Θὰ καῶ ζωντανός.
.          (Ταῦτα οὖν μετὰ τοσούτου τάχους ἐγένετο, θᾶττον ἢ ἐλέγετο) Ὅλα ἔγιναν μὲ τέτοια γρηγοράδα, ποὺ περισσότερη ὥρα κάνει κανεὶς νὰ τὰ διηγηθῆ. Οἱ ὄχλοι μάζεψαν ἀμέσως ἀπὸ τὰ γειτονικὰ ἐργαστήρια καὶ λουτρὰ ξύλα καὶ φρύγανα κα πρπαντς ο ουδαοι ποὺ σ κάτι τέτοιες περιστάσεις συνήθως εναι ο πι πρόθυμοι π᾽ ὅλους. Καὶ ὅταν ἑτοιμάσθηκε ἡ πυρά, ἔβγαλε ὅλα τὰ ροῦχα του, ξεζώσθηκε κι ἔσκυψε νὰ βγάλη καὶ τὰ ὑποδήματά του, πράγμα ποὺ ἔκαμε γιὰ πρώτη φορά, διότι πάντα ἔσπευδαν τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν σ᾽ αὐτὸ ἁμιλλώμενα ποιό πρῶτο νὰ τὸν ἀγγίξη. Τόση μεγάλη ἀρετὴ τὸν στόλιζε πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτύριο. Εὐθύς, λοιπόν, τὸν τύλιξαν μὲ τὰ σίδερα ποὺ χρησιμοποιοῦνται στοὺς καταδικασμένους νὰ πεθάνουν πάνω στὴν πυρά. Κι ἐνῶ πήγαιναν νὰ τὸν καρφώσουν, εἶπε.
.          —Ἀφῆστε με ἔτσι. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἔσπρωξε ἕως τὴ φωτιά, θὰ μ᾽ ἀξιώση καὶ χωρὶς τὰ καρφιά σας νὰ μείνω ἀσάλευτος πάνω της.
.          (Οἱ δὲ οὐ καθήλωσαν μέν, προσέδησαν δὲ αὐτόν ) Ἔτσι δὲν τὸν κάρφωσαν, ἄλλα τὸν ἔδεσαν μονάχα. Καὶ ἐκεῖνος ἑνώνοντας πίσω στὴν ράχη τὰ χέρια του καὶ ἀφήνοντας νὰ τὰ δέσουν, σὰν κάποιο διαλεχτὸ κριάρι ποὺ προσφέρεται ἀπὸ ὁλόκληρο κοπάδι, ὁλοκαύτωμα εὐάρεστο στὸν Θεό, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε.
Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ πατέρας τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδιοῦ σου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον σὲ γνωρίσαμε βαθειά, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων καὶ πάσης τῆς κτίσεως καὶ ὅλων τῶν δικαίων ποὺ ζοῦν ἐνώπιόν σου, σ᾽ εὐχαριστῶ ποὺ μ᾽ ἀξιώνεις μ᾽ αὐτὴ τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ὥρα, ὥστε νὰ συγκαταριθμηθῶ στοὺς μάρτυρές σου ποὺ ἤπιαν ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦ Χριστοῦ σου εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος μέσα στὴν ἀφθαρσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἴθε νὰ γίνω δεκτὸς ἀνάμεσα στοὺς μάρτυρές σου σήμερα σὲ μία θυσία πλούσια κι εὐπρόσδεκτη, ὅπως προετοίμασες καὶ προφανέρωσες κι ἐξεπλήρωσες, ὁ ἀληθινὸς καὶ ἄψευδὴς Θεός. Γι᾽ αὐτὸ καὶ γιὰ ὅλα σὲ αἰνῶ, σὲ εὐλογῶ, σὲ δοξάζω διὰ τοῦ αἰωνίου καὶ ἐπουρανίου ἀρχιερέως Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀγαπητοῦ σου υἱοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου σὲ σένα μαζί του καὶ μαζὶ μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀπονέμεται δόξα καὶ τώρα καὶ στοὺς μέλλοντες αἰῶνες. Ἀμήν.
.          (Ἁναπέμψαντος δὲ αὐτοῦ τὸ ἀμὴν καὶ πληρώσαντος τὴν εὐχήν ) Ἀφοῦ ἀνέπεμψε τὸ Ἀμὴν καὶ τελείωσε τὴν προσευχή του, ἔβαλαν οἱ ἐντεταλμένοι φωτιὰ στὰ ξύλα καὶ τὰ φρύγανα. Τότε ξεπήδησε μεγάλη φλόγα καὶ εἴδαμε ἕνα θαῦμα σ᾽ ὅσους ἀπὸ μᾶς δόθηκε νὰ τὸ δοῦμε. Οἱ ὁποῖοι καὶ φυλαχθήκαμε σῶοι γιὰ νὰ τὸ ἀναγγείλουμε καὶ στοὺς λοιπούς. Οἱ φλόγες, λοιπόν, ἔφτιαξαν ἕνα εἶδος καμάρας, σὰν πανὶ καραβιοῦ φουσκωμένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ περιτείχισαν κυκλοτερὰ τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος. Κι αὐτὸς ἦταν στὸ κέντρο ὄχι σὰν σάρκα καιόμενη, ἀλλὰ σὰν ψωμὶ ποὺ ψήνεται στὸ φοῦρνο ἢ σὰν χρυσάφι ἢ σὰν ἀσῆμι ποὺ πυρώνεται στὸ καμίνι. Καὶ μᾶς ἦλθε τέτοια εὐωδία, σὰν ἀπὸ λιβάνι ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο, ἀκριβὸ θυμίαμα.
.          (Πέρας γοῦν ἰδόντες οἱ ἄνομοι) Στὸ τέλος βλέποντας οἱ ἄνομοι ὅτι τὸ σῶμα του δὲν τὸ ἄγγιζε ἡ φωτιά, πρόσταξαν ἕνα κομφέκτορα νὰ τὸν χτυπήση μὲ τὸ ξίφος του. Καὶ σὰν τὸν χτύπησε, ἔτρεξε αἷμα τόσο ποὺ ἔσβησε τὴν φωτιὰ κι χλος θαύμασε τν τόση διαφορ ποὺ πάρχει νάμεσα στος πιστους κα τος κλεκτούς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἦταν καὶ ὁ ὑπερθαύμαστος Πολύκαρπος ποὺ ὑπῆρξε στὸν καιρό μας διδάσκαλος ἀποστολικὸς καὶ μὲ προφητικὸ χάρισμα καὶ ἐπίσκοπός τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴν Σμύρνη. Διότι κάθε λόγος ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα του, καὶ πραγματοποιήθηκε καὶ θὰ πραγματοποιηθῆ.
.          (Ὁ δὲ ἀντίζηλος καὶ βάσκανος καὶ πονηρός, ὁ ἀντικείμενος τῷ γένει τῶν δικαίων) Ὅσο γιὰ τὸν ἀντίζηλο καὶ βάσκανο καὶ πονηρὸ ἐχθρὸ τῶν δικαίων, σὰν εἶδε τὸ μεγαλοπρεπὲς τέλος τοῦ Πολυκάρπου καὶ τὴν ἀνέκαθεν ἀνεπίληπτη ζωή του, σὰν τὸν εἶδε στεφανωμένον μὲ τὸν στέφανο τῆς ἀφθαρσίας καὶ βραβευμένον ἀναντίρρητα, βρῆκε τρόπο νὰ μὴν πάρουμε μήτε τὸ σκήνωμά του, ποὺ τόσοι καὶ τόσοι ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς ἤθελαν νὰ τὸ ἀποκτήσουν. Ὑπέβαλε, λοιπόν, στὸν Νικήτη, τὸν πατέρα τοῦ Ἡρώδη καὶ ἀδελφὸ τῆς Ἄλκης, νὰ παρακαλέση τὸν ἄρχοντα νὰ μὴ μᾶς παραδώση τὸ σῶμα. Καὶ διετύπωσε τὴν δικαιολογία ὅτι ὑπῆρχε φόβος, ἂν ἄφηνε τὸ λείψανο, νὰ παρατήσουν τὸν ἐσταυρωμένο καὶ νὰ λατρεύουν αὐτό. Ατς τς δέες τς πέβαλλαν κα τς νίσχυαν ο ουδαοι, ποὺ ἐξ ἄλλου μᾶς φύλαγαν μὴ πάρουμε τὸ σῶμα, μὴ ξέροντας ὅτι οὔτε τὸν Χριστὸ ποτὲ θὰ μπορέσουμε νὰ ἐγκαταλείψουμε, ποὺ ἔπαθε ὁ ἄμωμος γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου οὔτε ἄλλον νὰ λατρεύουμε. Ατν τν προσκυνομε, διότι εναι Υἱὸς το Θεο κα τος μάρτυρες ς μαθητς κα μιμητς το Κυρίου τος γαπομε ξια, διότι ενοήθηκαν περίγραπτα π τν βασιλέα κα διδάσκαλό τους. Εθε κι μες ν γίνουμε κοινωνοί τους κα συμμαθηταί τους.
.          (Ἰδὼν οὖν ὁ κεντυρίων τὴν τῶν ἰουδαίων γενομένη φιλονικείαν) Ὅταν, λοιπόν, εἶδε ὁ ἑκατόνταρχος τν κακ διάθεσι τν ουδαίων, ἔβαλε τὸ λείψανο στὴν μέση καὶ κατὰ τὴν συνήθεια τῶν εἰδωλολατρῶν τὸ ἔκαψε. Ἔτσι μες κατόπιν μαζέψαμε τ κριβωτερα π πέτρες πολύτιμες κα καθαρώτερα π χρυσάφι στ του κα τ ποθέσαμε σ κατάλληλο τόπο. κε θ συναζόμαστε μ᾽ γαλλίασι κα χαρ κα θ γιορτάζουμε τὴν γενέθλια μέρα το μαρτυρίου του, μ τὴν χάρι το Θεο, γιορτάζοντας τὴν μνήμη κείνων ποὺ θλησαν κα δυναμώνοντας τς ψυχές μας γι νέα μαρτύρια.
.          (Τοιαῦτα τὰ κατὰ τὸν μακάριον Πολύκαρπον) Αὐτὰ σχετικὰ μὲ τὸν μακάριο Πολύκαρπο, ποὺ μαζὶ μ᾽ ἐκείνους ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν Φιλαδέλφεια μαρτύρησε δωδέκατος στὴν Σμύρνη καὶ   μνήμη το ξεχωρίζει π᾽ λων τν λλων καὶ ἀναφέρεται σὲ κάθε τόπο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὁ Πολύκαρπος δὲν ὑπῆρξε μονάχα μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καμάρτυς περιφανής, το ποίου τ μαρτύριο λοι θέλουν ν μιμηθον, διότι γινε σύμφωνα μ τ Εαγγέλιο το Χριστο. Πολέμησε μ τν πομον τν ρχοντα τς δικίας κι ἔτσι παίρνοντας τὸν στέφανο τῆς ἀφθαρσίας, μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους κι ὅλους τοὺς δικαίους ἀγάλλεται καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ καὶ πατέρα παντοκράτορα καὶ εὐλογεῖ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν σωτήρα τῶν ψυχῶν μας καὶ κυβερνήτη τῶν σωμάτων μας καὶ ποιμένα τῆς καθολικῆς καὶ οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας.
.          (Ὑμεῖς μὲν οὖν ἠξιώσατε διὰ πλειόνων δηλωθῆναι ὑμῖν τὰ γενόμενα) Μᾶς ζητήσατε μὲ λεπτομέρειες νὰ σᾶς διηγηθοῦμε τὰ ὅσα συνέβησαν καὶ σὲ τοῦτο τὸ γράμμα μας σᾶς τὰ ἐκθέτουμε ὅλα, στέλνοντάς το σὲ σας μὲ τὸν ἀδελφό μας Μαρκίωνα. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸ διαβάσετε καὶ μάθετε ὅσα ἀναφέραμε, στεῖλτε το καὶ στοὺς παραπέρα ἀδελφοὺς γιὰ νὰ δοξάζουν κι ἐκεῖνοι τὸν Κύριο ποὺ διαλέγει τοὺς δούλους του.
.          (Τῷ δὲ δυναμένῳ) Στὸν δὲ δυνάμενο νὰ μᾶς εἰσαγάγη μὲ τὴν χάρι του καὶ τὴν δωρεά του στὴν αἰωνία βασιλεία του διὰ τοῦ υἱοῦ του μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἂς εἶναι ἡ δόξα, ἡ τιμή, τὸ κράτος, ἡ μεγαλωσύνη στοὺς αἰῶνες. Χαιρετῆστε μας ὅλους τοὺς ἁγίους ἀδελφούς. Σᾶς χαιρετοῦν ὅλοι οἱ δικοί μας καὶ ὁ Εὐάρεστος ποὺ ἔγραψε τὸ γράμμα, μ᾽ ὅλη του τὴν οἰκογένεια.
.          (Μαρτυρεῖ δὲ ὁ μακάριος Πολύκαρπος μηνὸς Ξανθικοῦ δευτέρᾳ ἱσταμένου, πρὸ ἑπτὰ καλανδῶν Μαρρτίου) Ὁ μακάριος Πολύκαρπος ἐμαρτύρησε τὸν μήνα Ξανθικό, στὴ δεύτερη μέρα, πρὶν ἀπὸ τὶς ἑπτὰ Μάρτιες καλάνδες, τὸ Μέγα Σάββατο καὶ ὥρα ὀγδόη. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὅταν ἀρχιερεὺς ἦταν ὁ Τραλλιανὸς Φίλιππος, ἀνθύπατος ὁ Στάτιος Κοδράτος, βασιλεὺς δὲ αἰώνιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· δόξα, τιμή, μεγαλωσύνη, θρόνος αώνιος π γενεᾶς εἰς γενεάν. μήν.

 

Advertisements

, , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: