Η ΝΕΟΕΠΟΧΗΤΙΚΗ ΜΑΓΑΡΙΣΙΑ ΜΠΑΖΩΝΕΙ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τ δημοτικό μας τραγούδι στ σχολικ βιβλία
Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς

 

«Ὁ κόσμος μ’ ἀπελπίζουνε /
μὴ μ’ ἀπελπίζεις Θέ μου/
καὶ μὴ μ’ ἀφήνεις νὰ χαθῶ /
μεγαλοδύναμέ μου»
(σκυριανὸ δημοτικὸ τραγούδι)

.          «Συνήντησα ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ κώμην, ἀριθμοῦσαν μόλις εἴκοσι οἰκογενείας καὶ στερουμένη διδασκάλου καὶ ἱερέως. Καὶ ὅμως δὲν ἔλιπον ἐξ αὐτῆς τὰ δημοτικὰ τραγούδια, ἀναπληροῦντα παρὰ τῷ λαῷ τὴν ἔλλειψιν τοῦ σχολείου καὶ τῆς ἐκκλησίας». («Τὸ ἐθνικό μας τραγούδι», Β. Περσείδη). Τὸ ἐπίπονο καὶ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ βιβλίο – δίτομο – γράφτηκε ἀπὸ τὸ 1962 ἕως τὸ 1974. Ὁ ἀείμνηστος Σίμων Καρρᾶς τὸ χαρακτήρισε, προλογίζοντάς το, «ἔργον ἐθνικόν». Στὸν πρόλογό του ἐντόπισα τὸ προαναφερόμενο «πετράδι», ποὺ οὔτε λίγο οὔτε πολύ, θεωρεῖ τὸ δημοτικὸ τραγούδι ἐφάμιλλο τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ σχολείου, στὸ θέμα τῆς συντήρησης τῆς ἐθνικῆς συνείδησης. Σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ γράψω γιὰ τὸ μεγαλεῖο, τὴν ὀμορφιὰ τὴν πολυτίμητη, ποὺ περικλείει ἡ δημοτική μας ποίηση. Ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀναστήματα τῆς πατρίδας μας ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, τὸ πνευματικὸ ριζοθέμελο τοῦ Γένους, ξεδίψασαν. Τὸ δημοτικὸ τραγούδι εἶναι τὸ πιὸ γνήσιο γέννημα τοῦ λαοῦ μας, λουλούδι θρεμμένο μὲ τὸ αἷμα καὶ ποτισμένο μὲ τὰ δάκρυά του. Ἄνθιζε τὸ ἐθνικό μας τραγούδι, ὅταν ὁ λαός μας ζοῦσε τὶς Μεγάλες Παρασκευές του, ἄνθιζε πάνω σὲ τάφους. «Ξυπνᾶτε ἀπὸ τὰ μνήματα, ἀδικοσκοτωμένοι/ νὰ ἰδῆτε τὴν Πατρίδα σας τὴν ἐλευθερωμένη./ Ξυπνᾶτε κι ἀναστήσαμε, δὲν εἶστε πιὰ ραγιάδες/ Ξυπνᾶτε κι ἦρθε Πασχαλιά, χαθῆκαν οἱ ἀγάδες». Τὸ 1912 μπαίνει ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ἐλευθερωτὴς στὰ Σέρβια. Βρῆκε σφαγμένους ἀπὸ τοὺς Τούρκους 115 προκρίτους τῆς πόλης. Ὅταν πῆγαν γιὰ τὸ μνημόσυνό τους, ὁ ἱερέας ἄρχισε τὸ τρισάγιο. «Στάσου παπά!» ἀκούγεται μία βροντερὴ φωνή. Κάποιος παριστάμενος γέροντας πήγγειλε τ ατοσχέδιο τραγούδι. παπς σίγησε. 3.500 στρατιτες κα πολίτες, γονάτισαν κα ναλύθηκαν ες δάκρυα. Γι’ ατ νικήσαμε κα τ ’21 κα τ 1912-13 κα τ ’40.
.        Κι ὅμως αὐτὴν τὴν ἀείζωη, τὴν ἑλληνοσώτειρα πηγή, ποὺ στάθηκε ἐκκλησιὰ καὶ σχολεῖο μαζί, στὰ χρόνια κυρίως τῆς αἰχμαλωσίας μας στοὺς ἀντίχριστους Ἀγαρηνούς, οἱ καντιποτένιοι τῆς «διὰ βίου ἀμάθειας», φρόντισαν νὰ τὴν ἐξαλείψουν ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία. Ἐκπαραθυρώθηκε τὸ δημοτικὸ τραγούδι, ἡ ἀπαράμιλλη ποίηση τῆς Πονεμένης Ρωμηοσύνης, ἡ «ἐκτρέφουσα καὶ συντηροῦσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα», «τὸ τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς» κατὰ τὸν ἀείμνηστο λαογράφο Ν. Πολίτη («Δημοτικὰ τραγούδια», ἔκδ. «Γράμματα», σελ. 7), καὶ στὴν θέση τους μπῆκαν κάτι ξενόφερτα ἀποκαΐδια. Καὶ ὄχι μόνο περιφρονεῖται τὸ ἐθνικό μας τραγούδι, ἀλλὰ γελοιοποιεῖται κιόλας. Τ δημοτικ τραγούδι εναι κιβωτός, ποία συντηρε κα τ «θνικν φρόνημα» κα τν ρθόδοξη πίστη μας, πράγματα πικίνδυνα γι τν νεοεποχήτικη μαγαρισι πο πικάθησε στν σβέρκο μας κα λυμαίνεται τν Παιδεία. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ δραστηριότητα – μνημεο λιθιότητας – ποὺ ὑπάρχει στὸ Ἀνθολόγιο Δ΄ Δημοτικοῦ, σελ. 22, μέσῳ τῆς ὁποίας καλοῦνται οἱ μαθητές μας, νὰ συνθέσουν ἕνα νανούρισμα γιὰ χταπόδια; Ἐνῶ στὸ παλιὸ Ἀνθολόγιο (πρὶν ἀπὸ τὸ 2006) διάβαζε ὁ μαθητὴς τὸ ἐξαίσιο νανούρισμα καὶ προσευχὴ συνάμα: «Ἔλα, Χριστὲ καὶ Παναγιά, καὶ πάρ’ το στοὺς μπαξέδες/ καὶ γέμισε τοὺς κόρφους του λουλούδια, μενεξέδες».
.         Πιὸ ἀναλυτικά, γιὰ νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ ἱεροσυλία. Στὸ Δημοτικὸ ἔχουμε τρία Ἀνθολόγια, τὰ ὁποῖα συνοδεύουν τὸ μάθημα τῆς Γλώσσας. Ἕνα γιὰ τὶς Α΄ καὶ Β΄ τάξεις, τὸ δεύτερο γιὰ τὶς Γ΄ καὶ Δ΄ καὶ τὸ τρίτο γιὰ τὶς δύο τελευταῖες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ. Μέχρι τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2006 ποὺ – κακῇ τῇ ὥρᾳ – ἀλλάχτηκαν τὰ βιβλία, τὰ Ἀνθολόγια, ὑπηρετοῦσαν τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο γράφτηκαν: ἦταν ἀρωματισμένα ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς. Εὐωδίαζαν τὰ βιβλία, εὐωδίαζαν καὶ οἱ μαθητές. Τὸ παλιό, γιὰ παράδειγμα, Ἀνθολόγιο τῆς A΄ Δημοτικοῦ ξεκινοῦσε μὲ μία θαυμάσια παιδικὴ προσευχή, ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὰ χρόνια Ὀθωμανοκρατίας: «Πέφτω, κάνω τὸ σταυρό μου/ κι ἄγγελο ἔχω στὸ πλευρό μου./ Δοῦλος τοῦ Θεοῦ λογιοῦμαι/ καὶ κανένα δὲν φοβοῦμαι». Τ νέο ξεκιν μνα χαζοχαρούμενο, ὁ Θεὸς νὰ τὸ πεῖ, ποιηματάκι: «Τὰ δελφίνια στὸ χαρτὶ/ τοῦ νεροῦ χαρταετοί./ Ὅλο πήδους καὶ ναζάκια/ χρυσοφτέρουγα ναυτάκια/ παίζουν καὶ ἀσφυκτιοῦν/ ἔξω στὴ ζωὴ νὰ βγοῦν/ μὲ φωνὲς καὶ μὲ τραγούδια/ μὲ σημαῖες καὶ λουλούδια». Καὶ ὅποιος κατάλαβε, κατάλαβε…. Στ παλι νθολόγια μέτρησα 35 δημοτικ τραγούδια. Στ νέα μετ βίας 5-6. Στὰ παλιὰ δὲν ἀνθολογοῦνταν κανένας ξένος συγγραφέας καὶ πολὺ σωστά. Στὸ Δημοτικὸ τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ γνωρίσουν, νὰ γευτοῦν, νὰ καμαρώσουν τὸν πνευματικό μας πλοῦτο. «Ἀνέβηκα στοὺς ὤμους τῶν πατέρων μου, γιὰ νὰ δῶ μακρύτερα τὸ μέλλον», λέει κάποιος σοφός. Στὰ νέα Ἀνθολόγια περιέχονται 32 κείμενα ξένων συγγραφέων. Δηλαδή, βγκαν τ δημοτικά μας τραγούδια κα ντικαταστάθηκαν μ φράγκικα φληναφλήματα. Παραθέτω λίγα παραδείγματα ἀπὸ τὰ παλιὰ καὶ νέα Ἀνθολόγια, γιὰ νὰ καταλάβουμε, τὸ γιατί στὰ σχολειὰ οἱ μαθητές μας «δὲν γιομίζουν προκοπὴ κι ἀρετή, ἀλλὰ γίνονται ἄξιοι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς παραλυσίας». (Μακρυγιάννης).
.         Στὸ παλιὸ Ἀνθολόγιο διάβαζαν οἱ μαθητὲς τὸ συγκινητικότατο ἐκεῖνο ποιηματάκι, ποὺ τράνεψε ὅλες τὶς γενιὲς τῶν Ἑλλήνων: «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Ἤθελε, δὲν ἤθελε (λόγῳ ἀνιάτου προοδευτικότητας) ὁ δάσκαλος μιλοῦσε γιὰ τὸ «Κρυφὸ Σχολειό». Στὴ θέση του «στρώθηκε» ἕνα ἄθλιο κείμενο κάποιου Τ. Ροντάρι μὲ τίτλο: «Ποιὸς διευθύνει τὸ σπίτι. (σελ. 16). Ἡ μαμὰ ἢ ὁ μπαμπάς». Στὸ τέλος καταλήγει: «Δὲν διευθύνει κανείς….». ξοχη οκογενειακ γωγή, σαφς τ μήνυμα: μν κοτε τος γονες σας, εναι ντιδημοκρατικό. Στὸ παλιὸ Ἀνθολόγιο Γ΄ καὶ Δ΄ Δημοτικοῦ διάβαζε ὁ μαθητὴς γιὰ τὴν ἀθάνατη κλεφτουριά: «Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Κίσσαβος τὰ δύο βουνὰ μαλώνουν./ Γυρίζει ὁ γερο – Ὄλυμπος καὶ λέει τοῦ Κισσάβου./ -Μὴ μὲ μαλώνεις Κίσαβε, κονιαροπατημένε./ Ἐγὼ ᾽μαι ὁ γερο – Ὄλυμπος, στὸν κόσμο ξακουσμένος./ Ἔχω ἑξήντα δυό κορφὲς καὶ τριάντα δύο βρυσοῦλες,/ κάθε κορφὴ καὶ φλάμπουρο, κάθε βρύση καὶ κλέφτης». Καὶ πιὸ κάτω, στὴ σελίδα 259: «Χορεύουν τὰ κλεφτόπουλα, γλεντᾶνε τὰ καημένα…». ρωισμός, ατοθυσία, φιλοπατρία λαμπαν μπρς στ μάτια τν μαθητν, ξεκρεμοῦσες ἀπὸ τὸ Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους, τοὺς ξακουστοὺς καπεταναίους, μάθαιναν τὰ παιδιά, τὰ Ἑλληνάκια, τὸ γιατί «καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ/ παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή». Τ κλέφτικα μως τραγούδια εναι πολ βαριά, χώνευτα γι τος θνομάχους κα τ τσιράκια τς Νέας Τάξης. Ἐξοβελίστηκαν καὶ στὴ θέση τους μπῆκε γιὰ παράδειγμα, ποίημα τοῦ Τ. Ροντάρι (καὶ πάλι) μὲ τίτλο «Ὁ μαῦρος ἥλιος». (σελ. 130). Διαβάζω καὶ ἀνατριχιάζω: «Ἡ κόρη μου ζωγράφισε/ ὁλόμαυρο ἕναν ἥλιο/ Μέσα στὸ μυαλό της κρύβει κάτι/ κι εἶναι λυπημένη/ καὶ τὰ βλέπει ὅλα μαῦρα ἡ καημένη/ μὰ ἂν τὸ πρόβλημά της εἶναι ὀφθαλμολογικὸ/ πήγαινε στὸν εἰδικὸ/ νὰ τῆς βάλει γιατρικό». Προσοχὴ στὴν ἀξιολύπητη γλώσσα: «πήγαινε…νὰ τῆς βάλει». Σύνταξη ἀνάπηρη… «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες» (Σεφέρης).
.        Στὸ παλιὸ ἐξαιρετικὸ Ἀνθολόγιο τῆς Ε΄ καὶ Ϛ΄ Δημοτικοῦ, ὁ μαθητὴς «ἀντίκριζε» τὸν «Διγενῆ Ἀκρίτα» ποὺ «Τρίτη ἐγεννήθη καὶ Τρίτη θὲ νὰ πεθάνει» μαζὶ μὲ τοὺς φίλους του «κι ὅλους τοὺς ἀντρειωμένους». Καὶ παρακάτω στὴν σελίδα 71, σεργιανοῦσε τὴν Ἀρετή, πάνω στ’ ἄλογο «τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ» του Κωνσταντῆ καὶ διάβαζε τὸν ὡραιότερο στίχο τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ὁ Παλαμᾶς: «τέτοια πανώρια λυγερὴ νὰ σέρνει ὁ πεθαμένος». Ἢ στὴν σελίδα 101, τὸ ἄλλο, κλέος καὶ ὡράϊσμα τῆς δημοτικῆς μας ποίησης. «Τῆς Ἄρτας τὸ γιοφύρι». Δὲν τὰ σεβάστηκαν οἱ διαβίου χαλαστές. φυγε Διγενς κρίτας κα μπκαν ντυπες, ψυχες κα χρηστες τιποτολογίες. Στὸ νέο Ἀνθολόγιο, σελίδα 85, ὁ μαθητὴς μορφώνεται μὲ τὸ κείμενο ἑνὸς Ἄγγλου ὀνόματι Ρόαλντ Ντάλ, μὲ τίτλο: «Ἡ καρδιὰ ἑνὸς ποντικοῦ». Διαβάζουμε στὸ εἰσαγωγικὸ κείμενο: «Τὶς μάγισσες σήμερα δὲν τὶς ξεχωρίζεις. Εἶναι συνηθισμένες γυναῖκες, γι’ αὐτὸ καὶ μποροῦν νὰ κυκλοφοροῦν ἀπαρατήρητες ἀνάμεσά μας. Σκοπός τους νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἔτσι, λοιπόν, μεταμόρφωσαν σὲ ποντίκι τὸ μικρὸ πρωταγωνιστὴ τοῦ μυθιστορήματος, ποὺ ἀπὸ λάθος παρακολούθησε ἕνα συνέδριό τους…». Καὶ ἀφοῦ περιγράφει ὁ συγγραφέας τὴν ζωὴ τοῦ πρωταγωνιστῆ, ποὺ ἔγινε ποντίκι, μὲ τὴν γιαγιά του, ποὺ εἶναι ἄνθρωπος, στὸ τέλος τίθενται οἱ ἑξῆς ἀ(κατα)νόητες ἐρωτήσεις- δραστηριότητες.
«1. Τί χαρακτηρίζει τὴ σχέση τῆς γιαγιᾶς καὶ τοῦ ποντικοῦ ἐγγονοῦ της;
2. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι μία μάγισσα σᾶς μεταμορφώνει σὲ μικρὸ ζῶο ἢ σὲ κάποιο ἄλλο πλάσμα. Μπορεῖτε νὰ περιγράψετε τὴν καινούργια ζωή σας καὶ νὰ μιλήσετε γιὰ τὴ συμπεριφορά σας καὶ τὶς νέες σχέσεις ποὺ θὰ συνάψετε;
3. Προσπαθῆστε νὰ γράψετε ἕνα παραμύθι μὲ μάγους καὶ μάγισσες».

.       Τί ν πε κανες γι’ ατς τς κρανιοκενος μπνεύσεως θλιότητες; Γιατί ν μν μπε τ Συναξάρι νς γίου, νς ρωα βίος, πο προσφέρουν δανικ κα ξίες πο τόσο μς λείπουν σήμερα κα σακατεύονται τ παιδι μ δαιμονολογίες; Τί δουλειὰ ἔχει ὁ ἐρεβώδης Ἄγγλος συγγραφέας καὶ οἱ μαγεῖες του μὲ τὰ ὀρθόδοξα παιδιά μας; Τ «ψώνια τς μαρτίας» γκαταστάθηκαν στ σχολικ βιβλία καὶ ἐμεῖς – δάσκαλοι καὶ γονεῖς- καθόμαστε ἄπραγοι, δειλοὶ καὶ ἄβουλοι. (Στὸ βιβλίο «Νεοελληνικὴ Γλώσσα», Α΄ Γυμνασίου, σελ. 114, παρεισέφρησε κείμενο μὲ τίτλο: «Χάρι Πότερ γιὰ ὅλες τὶς ἡλικίες». Ἐδῶ ἐπαινοῦνται οἱ παλαβομάρες τῆς γνωστῆς λοξῆς Ἀγγλίδας Τ. Ρόουλιγκ, διότι «ξανάφεραν τὰ παιδιὰ στὸ διάβασμα καὶ τὰ ἀπομάκρυναν ἀπὸ τὴν ὀθόνη τοῦ βίντεο – γκέϊμ». Ἀπὸ τὴ Σκύλλα στὴ Χάρυβδη, δηλαδή. Τὰ ἀποκρυφιστικὰ σκουπίδια τύπου Χ. Πότερ «ξανάφεραν τὰ παιδιὰ στὸ διάβασμα». Θέ μου τί βλέπουμε στὶς μέρες μας, ὡς θὰ ἔλεγε ὁ πατριδοφύλακας στρατηγὸς Μακρυγιάννης. Ἀντὶ «ψυχὴ καὶ Χριστό», μαγεῖες καὶ ἀστρολογίες. Στὴν «Νεοελληνικὴ Γλώσσα» Γ΄ Γυμνασίου, «τετράδιο ἐργασιῶν», σελ. 73, ὑπάρχει κείμενο τοῦ Κ. Λεφάκη, τοῦ γνωστοῦ τηλεαστρολόγου- μπουρδολόγου, ὅπου οἱ μαθητὲς διαβάζουν: «Ὁ Ἄρης θὰ ἐμπνεύσει πολὺ κόσμο πάνω σὲ νέους σκοπούς. Οἱ σκοποὶ αὐτοὶ ἴσως νὰ εἶναι ἐρωτικοί…. Αὐτὸν τὸν μήνα οἱ συμπτώσεις θὰ ἐνισχύσουν τὶς ἐρωτικὲς σχέσεις…». (Τὸν «Ὕμνον εἰς τὴν Ἐλευθερίαν» τοῦ Δ. Σολωμοῦ, στὰ βιβλία τοῦ Γυμνασίου καὶ Λυκείου, δὲν θὰ τὸν βρεῖς. Ὁ Λεφάκης ὅμως, καθότι «σημαντικότερος» διδάσκεται…)
.      Θὰ κλείσω τὴν θλιβερὴ περιδιάβαση στὸ νέο Ἀνθολόγιο τῆς Ε´ – Ϛ΄ Δημοτικοῦ μ’ ἕνα ἀκόμη κείμενο, ποὺ ἀντικατέστησε τὸ «ὄμορφα τραγούδια τοῦ λαοῦ μας» (Κόντογλου). Στὴ σελ. 133, κείμενο μὲ τίτλο «οἱ κάλοι τῆς Κλάρας», κάποιου Ντιμίτερ Ἰνκιόφ, ποὺ γεννήθηκε στὴ Βουλγαρία, ζεῖ στὴ Γερμανία καὶ ἔχει ἀμερικανικὴ ὑπηκοότητα (Φραγκολεβαντίνος ὀλκῆς ὁ ἄνθρωπος. Ἔχει τὸ αἷμα τριῶν ἐθνῶν καὶ τὴν ψυχὴ κανενός). Κείμενο καταθλιπτικό, κακόγουστο, ἐπιβλαβές. Πέθανε μία γερόντισσα στὴν πολυκατοικία καὶ θέλουν νὰ πᾶνε στὴ κηδεία μία γειτονικὴ οἰκογένεια μὲ τὰ δύο παιδιά της. Τὸ κείμενο κινεῖται σὲ ἀπαράδεκτο, σαχλὸ ὕφος, ἀνάρμοστο γιὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου. Διαβάζουμε σὲ γελοῖο τόνο γιὰ φέρετρα, γιὰ ἱερεῖς ποὺ μουρμουρίζουν, γιὰ ἡλικιωμένες γυναῖκες ποὺ καθαρίζουν τὶς κόκκινες μύτες τους. Ρωτάει ἡ Κλάρα, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο παιδιά, «ἂν οἱ διάβολοι θὰ ψήσουν στὴν Κόλαση τὴ γερόντισσα». Στὸ τέλος ἡ Κλάρα κλαίει γοερά. Καὶ ὅταν προσπαθοῦν νὰ τὴν παρηγορήσουν ἀπαντᾶ: «Δὲν κλαίω γι’ αὐτήν. Κλαίω, γιατί μὲ στενεύουν ἀνυπόφορα τὰ ἀπαίσια καινούργια παπούτσια μου. Τὰ πόδια μου γέμισαν κάλους. Καὶ τούτη δῶ ἡ κηδεία δὲν ἔχει τελειωμό».
.       Τί θὰ συμβεῖ στὴν τάξη, ἂν διαβαστεῖ αὐτὸ τὸ κείμενο; Τὰ παιδιὰ θὰ χαχανίζουν ἀναίτια γιὰ τὸν θάνατο μίας γερόντισσας. Πουθεν σεβασμός, νύπαρκτη ελάβεια, λα σοπεδωμένα, διάντροπα, ξευτελισμς νθρώπων κόμη κα π ατς τς φοβερς κλίνης το θανάτου. Βιβλία – σάβανα το Γένους μας, πο θίζουν τος μαθητές μας, ξ παλν νύχων, στν φιλοπατρία, στν θεΐα, στν σέβεια πρς τος γονες κα τν ερ θεσμ τς οκογένειας. Βιβλία πο κατακρεουργον τν γλώσσα μας, τ τερον μαζ μ τν μώμητο πίστη μας, φυλακτήριο το Γένους μας – «ὅπου γλῶσσα πατρὶς» θὰ πεῖ ὁ τροπαιοῦχος νομπελίστας ποιητὴς Ὄδ. Ἐλύτης – καὶ ἀποκόπτουν τὴ νέα γενιὰ ἀπὸ τὴν βρυσομάνα ποὺ λέγεται Παράδοση. «Πάρτε μαζί σας νερό. Τὸ μέλλον θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία», λέει ὁ ποιητής. ντ ν ξεδιψον ο μαθητές μας μ τ ζωηφόρα νάματα τς Παράδοσής μας, τος μπουκώνουμε κα τος μπαζώνουμε τν συνείδηση μ ξυλοκέρατα τς Δύσης. Ἀπὸ τὸ 1984 οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἔκρουαν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου: «π πολλ χρόνια τώρα γίνεται συστηματικ προσπάθεια διαρκς αξανόμενη ν πολεμηθε πίστη. Ν βγε π τ λληνικ σχολεα Χριστός. Ν διαστρεβλωθε στορία μας. Ν ετελισθε σημασία τν μεγάλων ορτν τν Χριστουγέννων κα το Πάσχα πο τόσο ζε λαός μας. Ν παύσει ρθόδοξος κκλησία ν εναι ψυχ το Γένους μας». Εἶναι γνωστὸ πὼς κάθε προσπάθεια ἀλλοίωσης τοῦ ἐθνικοῦ μας προσώπου ἐκδηλώνεται ὡς ἐπιχείρηση χωρισμοῦ τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν παράδοση καὶ τὴν πίστη μας. Καταρρέουμε, ὅταν ἡ ἀλήθεια τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ζωῆς μας νοθεύεται. Αὐτὸ βιώνουμε σήμερα στὴν παιδεία. Τὰ σχολεῖα ἀντὶ νὰ εἶναι θεματοφύλακες τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τῆς Ρωμηοσύνης κατάντησαν συντελεστὲς καταρράκωσής τους. Ἡ λύση εἶναι μία, μᾶς τὴν δίδαξαν οἱ ἡρωικοὶ πρόγονοί μας, οἱ ἀδούλωτοι Ρωμηοί: «Κρυφὸ Σχολειό».
.       Καλούμαστε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, τῷ καιρῶ ἐτούτῳ, νὰ ἀπαντήσουμε στὴν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους: «Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν»; Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνει ὁ καθένας μας, ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τοῦ Γένους μας.

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος- Κιλκὶς

ΠΗΓΗ: Antibaro.gr (06.02.2011)

[τὸ κείμενο δημοσιεύεται στὸ τελευταῖο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «ΕΡΩ», ποὺ ἐκδίδει ἡ «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ»]

 

, , , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: