ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (γ´)


ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (γ´)

Ἰωάννoυ Δ. Καραβιδόπουλου,
Καθηγητοῦ Παν/μίου

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/01/χρόνος-καὶ-πνευματικότητα/

Μέρος β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/02/χρόνος-καὶ-πνευματικότητα-β´/

3.Τὸ μέλλον

Μπαίνουμε τώρα στὴν ἐξέταση τῆς τρίτης διαστάσεως τοῦ χρόνου, τοῦ μέλλοντος, μέσα στὰ πλαίσια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἐὰν τὸ παρελθὸν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι μποροῦμε νὰ τὸ ἀνακτήσουμε στὴν περίπτωση ποὺ ἔφυγε ἄδειο καὶ ἀναξιοποίητο, κι ἂν τὸ παρὸν μᾶς ἀπασχόλησε ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν χρόνος ποὺ ἔχομε μέσα στὰ χέρια μας γιὰ δράση, τὸ μέλλον μᾶς ἐνδιαφέρει ἀκόμη περισσότερο, γιατί σ’ αὐτὸ περιμένουμε τὴν ἐκδίπλωση τῆς ὅλης προσωπικότητας καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς μας. Μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι τὸ μέλλον σὰν κάτι ἄγνωστο γιὰ τὸν ἄνθρωπο προξενεῖ σ’ αὐτὸν μία ἀνησυχία, εἴτε σὰν ἐπικείμενο εἴτε σὰν ἀπομακρυσμένο. Μὴ ξέροντας κανεὶς πῶς θὰ ἐκτυλιχθοῦν τὰ μελλοντικὰ γεγονότα ἀγωνιᾶ, κι ἀκόμη περισσότερο ἀγωνιᾶ γιὰ τὸ μέλλον ποὺ τὸν περιμένει μετὰ τὰ ὅρια τῆς ζωῆς του. Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ προσωπικοῦ ἀφανισμοῦ μᾶς προξενεῖ ἀνατριχίλα, κι ὡς ἐκ τούτου προσπαθοῦμε ἀπὸ κάπου νὰ κρατηθοῦμε, γιὰ νὰ μὴ παραλύσουμε μὲ τὴν σκέψη τοῦ μηδενός. Ἀπ’ τὰ ἀρχαῖα χρόνια ὁ ἄνθρωπος μὲ πολλὴ λαχτάρα ζήτησε λύσεις ποὺ νόμιζε ὅτι βρῆκε εἴτε μὲ τὴν μύηση στὰ διάφορα μυστήρια ποὺ ὑπόσχονταν ἀθανασία εἴτε μὲ τὶς ποικίλες δοξασίες γιὰ τὴν μετὰ θάνατο ζωή. Ἔστω καὶ μία σύντομη ἀναδρομὴ σ’ αὐτὲς δὲν εἶναι δυνατὴ στὰ πλαίσια τοῦ θέματός μας. Θὰ ἀναφερθοῦμε μόνο στὴν προσφορὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, στὴν ἀνταπόκρισή του πρὸς τὴν πανανθρώπινη αὐτὴ λαχτάρα τῆς προσωπικῆς ἐπιβιώσεως.
Ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνα τρομερὸ καὶ συνταρακτικὸ γεγονὸς δὲν τὸ ἀρνεῖται ὁ Χριστιανισμός, οὔτε κάνει καμιὰ ὡραιοποίηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ποὺ εἶναι τὸ ἔσχατο ἀποτέλεσμα τῆς φθορᾶς. Ἕνας ὕμνος τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἄμορφη καὶ ἄδοξη κατάσταση τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθείσης ὡραιότητος», θεωρώντας τὸν ἄνθρωπο σὰν μία ἑνότητα σώματος καὶ ψυχῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἱδρώνει μὲ πηκτὸ ἱδρώτα ποὺ μοιάζει μὲ θρόμβο αἵματος, ὄχι βέβαια γιατί φοβᾶται ὁ ἴδιος, ἀλλὰ γιατί βλέπει μπροστά του τὴν τρομακτικὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς. Δὲν ἔχουμε στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ τὴν ἠρεμία τοῦ Σωκράτη. Ὁ Σωκράτης εἶναι ἰδεαλιστής, ὁ Χριστὸς εἶναι ρεαλιστής. Ὁ Σωκράτης πιστεύει ὅτι τὸ σῶμα εἶναι κακὸ ἐκ φύσεως καὶ χαίρεται ποὺ ἡ ψυχή του θὰ πετάξει στὴν αἰώνια πατρίδα της καὶ θὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴν φυλακὴ τῆς ὕλης. Δὲν συνειδητοποιεῖ τὴν τραγωδία τῆς φθορᾶς, δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἀντίληψη περὶ τοῦ κόσμου ὡς δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ· δὲν παίρνει ἐπάνω του τὰ βάρος τῆς κακίας ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Βέβαια θαυμάζει κανεὶς τὸ θάρρος του μπροστὰ στὴν διάλυση τῆς σχέσεως σώματος καὶ ψυχῆς, δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ δώσει εὐρύτερες καὶ μάλιστα πανανθρώπινες διαστάσεις στὸν τόσο κατὰ τὰ ἄλλα ὑποδειγματικὸ καὶ ἡρωικὸ θάνατό του.

Μὲ τὸν Χριστὸ τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἰδεαλιστὴς φιλόσοφος. Βλέπει μὲ πολὺ ρεαλισμὸ τὸ πραγματικὸ γεγονὸς τῆς συντριβῆς τῆς ζωῆς καὶ πίνοντας μέχρι τέλος τὸ ποτήρι τῆς ὑπακοῆς στὸν Πατέρα, περνᾶ ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου γιὰ νὰ ἐξέλθει νικητής. Κι αὐτὸ ἔχει σημασία γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Τὶς ἀνθρωπολογικὲς συνέπειες τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τὶς βλέπει κανεὶς παραστατικὰ στὶς βυζαντινὲς εἰκόνες τῆς ἀναστάσεως, ὅπου ὁ Χριστὸς θραύει τὰ δεσμὰ τοῦ Ἅδη καὶ πιάνει ἀπὸ τὰ χέρια τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς ἀναστήσει μαζί του. Τὸ μήνυμα αὐτῆς τῆς ζωῆς ποὺ κατανικᾶ τὸν θάνατο εἶναι τὸ βασικὸ μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Θὰ ἐπανέλθουμε σ’ αὐτὸ πιὸ κάτω.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη στάση ποὺ δείχνει παλληκαριὰ ἀνάλογη πρὸς τὴν σωκρατικὴ ἀλλὰ μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις. Εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Καζαντζάκη, μὲ τὸ γνωστὰ ἐπίγραμμά του: «Δὲν φοβᾶμαι τίποτε, δὲν ἐλπίζω τίποτε, εἶμαι ἐλεύθερος». Εἶναι ἀσκητὴς ὄχι γιατί περιμένει καμιὰ ἀνταπόδοση, ἀλλ’ ἀκριβῶς γιατί δὲν περιμένει τίποτε. Ἐλεύθερα καὶ ἄφοβα δὲν περιμένει τίποτε μετὰ τὸν θάνατό του. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μὴ θαυμάσει αὐτὴ τὴν παλληκαριὰ μπροστὰ στὸ θάνατο (θυμηθεῖτε τὸ γλέντι τῶν τριῶν φίλων γύρω ἀπὸ τὸν νεκρὸ Μανούσακα στὸν Καπετὰν Μιχάλη). Ἀλλὰ πρέπει νὰ διερωτηθοῦμε, μήπως αὐτὴ ἡ στάση, ὅταν δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστη στὴν ἀνάσταση, εἶναι μία ὑπερφίαλη αὐτοπεποίθηση, μία δαιμονικὴ αὐτάρκεια.
Θά ᾽ταν ψέμα νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο. Ἡ προσωπική του συνάντηση μ’ αὐτὸν θὰ τὸν διαψεύσει. Ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ θωρακίσει τὸν ἄνθρωπο ὄχι γιὰ νὰ ξεφύγει τὴ σκέψη τοῦ θανάτου ἀλλὰ νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί της καὶ νὰ τὴν νικήσει εἶναι ἡ ἐλπίδα, ποὺ εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν πίστη στὸν σταυρὸ καὶ στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Σὲ αὐτὸ τὸ δεύτερο μέρος ἔγινε λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη. Ἐδῶ θὰ συμπληρώσουμε τὸ χριστιανικὸ τρίπτυχο ἀναλύοντας μὲ συντομία τὶς ἄλλες δύο πτυχές του.
Εἶναι εὔκολο πράγμα ἡ πίστη; Καὶ γιατί τότε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς διερωτᾶται λέγοντας αὐτὴ τὴν τρομερὴ φράση: «Πλὴν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γής;» (Λουκ. ιη´ 8). Εἶναι τόσο ἁπλὸ νὰ πιστέψεις ὅτι μέσα ἀπὸ τὰ συντρίμμια τοῦ θανάτου θὰ προέλθει μία νέα ζωὴ σὰν δῶρο τοῦ Θεοῦ; σὰν μία νέα δημιουργία; Ἀσφαλῶς εἶναι δύσκολο, κι ἂς μὴν αὐταπατώμαστε λέγοντας τὸ ἀντίθετο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἄπ. Παῦλος τονίζει στὶς ἐπιστολές του ὅτι δὲν χρειάζονται πολλὰ ἔργα γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος· ἕνα μόνο ἀρκεῖ, ἡ πίστη. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι καρπὸς καὶ συνέπεια αὐτῆς τῆς πίστεως. «Ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ρωμ. α´ 17). Μέσα σ’ ἕνα κόσμο ποὺ ἔχει γνωρίσει ἀπογοητεύσεις, καταστροφὲς καὶ ἐρείπια, χρειάζεται τόλμη καὶ ἡρωισμὸς γιὰ νὰ ξεπεράσεις τὰ φανταχτερὰ ἐμπόδια τῆς λογικῆς καὶ νὰ θεωρήσεις σὰν πραγματικὰ «τὰ μὴ βλεπόμενα» σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμό της πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς ὅτι «πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (ια´1). Ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος (ἔτσι ὅπως ἡ φύση του ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) θέλει ἐγγυήσεις γιὰ τὰ μὴ βλεπόμενα, θέλει ἀποδείξεις, θέλει πειστήρια. Ἀλλιῶς δὲν διακινδυνεύει. Ἡ πίστη εἶναι ἕνα ἅλμα πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτά· χωρὶς νὰ εἶναι παράλογη, εἶναι ὑπέρλογη. Κατορθώνει αὐτὰ ποὺ γιὰ ἕνα λογικὸ ἄνθρωπο φαίνονται ἀκατόρθωτα. Ἐδῶ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀκόλουθη διευκρίνιση. Στὸν Χριστιανισμ ταν μιλμε γι πίστη, δν ννοομε πλς μία παραδοχ ρισμένων θεωρητικν ληθειν, μία τοποθέτηση δηλ. το μυαλο το νθρώπου ναντι ατν. πίστη χριστιανικ χει σν περιεχόμενο να συγκεκριμένο πρόσωπο, κι να συγκεκριμένο στορικ γεγονός, τὸν σταυρ το Χριστο, πο στήθηκε στ Γολγοθ π Ποντίου Πιλάτου, γεμόνος τς ουδαίας κα π Τιβερίου Καίσαρος, ατοκράτορα τς Ρώμης.
Ἐὰν πιστεύει κανεὶς αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς μὲ τὶς σωτηριολογικές του διαστάσεις, τότε ἡ ἐλπίδα γιὰ τὸ μέλλον ἔρχεται σὰν ἄμεση συνέπεια. Γιατὶ ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἄλλη ὄψη τῆς πίστεως, αὐτὴ ποὺ εἶναι στραμμένη πρὸς τὸ μέλλον, πρὸς τὴν ἐρχομένη βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν ἀναμενόμενο Κύριο. Ἔτσι ἡ ἐλπίδα ἀποκτᾶ τεράστια ὑπαρξιακὴ σημασία. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὑμνήθηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν σύγχρονή μας ὑπαρξιακὴ φιλοσοφία. Ὁ φιλόσοφος G. Μarcel γράφει στὸ βιβλίο του «Ἡ μεταφυσικὴ τῆς ἐλπίδος»: «“Ἐλπίζω” σημαίνει: ἔχω τὴν ἐνδόμυχη βεβαιότητα ὅτι ἡ τωρινὴ ἀνυπόφορη φαινομενικὴ κατάσταση δὲν θὰ εἶναι ὁριστική, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξει μία διέξοδος . . .». Βέβαια ὅσο κι ἂν εἶναι παρήγορο ὅτι μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀπαισιοδοξίας καὶ ἀπελπισίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν σύγχρονη, τὴν ἄθεη κυρίως, ὑπαρξιακὴ φιλοσοφία, ἀκούγεται καὶ ἡ φωνὴ χριστιανῶν φιλοσόφων, δὲν ἐξαντλεῖ ὅμως μὲ ὅλα αὐτὰ τὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας. Γιατί στὸ χριστιανικὸ Εὐαγγέλιο ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι ἡ τελευταία σανίδα, ἀπὸ τὴν ὁποία πιάνεται ὁ ἀπεγνωσμένος ἄνθρωπος γιὰ νὰ μὴ καταποντισθεῖ στὸ χάος τοῦ μηδενός, δὲν εἶναι μία ἀνθρώπινη προσπάθεια. Εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Παῦλος κάνει λόγο γιὰ τὴν «ἐλπίδα τὴν ἀποκειμένην ἡμῖν ἐν οὐρανοῖς» (Κολ. α´ 5), δὲν ἐννοεῖ τὸ ἐλπίζειν σὰν προσπάθεια ἀλλὰ τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ἐλπίδας ποὺ εἶναι δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ἀναμένεται στὴν πληρότητά του μελλοντικά. Ἔχοντας τέτοιο σίγουρο περιεχόμενο «ἡ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε´ 5)· δὲν μπορεῖ νὰ διαψεύσει τὸν ἄνθρωπο, γιατί ἔχει ἕνα ὑπαρκτὸ ἀντίκρυσμα, ὑπαρκτὸ καὶ βέβαιο, ὅσο καὶ ἂν εἶναι μὴ βλεπόμενο μὲ τὰ σωματικὰ μάτια.
Μερικὲς φορές, ὅταν μιλοῦμε γιὰ τὸ μετὰ θάνατον μέλλον, τὸ ἀντιμετωπίζουμε διανοητικὰ καὶ ὄχι βιωματικά. Εἶναι ἕνας κίνδυνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ προφυλαχθοῦμε. Τὸ μυαλὸ ζητᾶ περιγραφές, θέλει νὰ συλλάβει τὶς λεπτομέρειες γιὰ τὸν τόπο ἢ τὸν τρόπο τῆς μελλοντικῆς ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ δόθηκαν στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας πολλὲς περιγραφὲς μὲ κατηγορίες καὶ διαμερίσματα τοῦ μελλοντικοῦ κόσμου, ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος τῆς ἁμαρτίας ἢ τῆς ἀρετῆς. Ἀνώφελες ἀναζητήσεις τῆς διανοητικῆς περιέργειας! Ἡ Γραφὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὸν μελλοντικὸ κόσμο μὲ τὶς ἀκόλουθες ἐκφράσεις: «… καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. δ´ 17), «. . . ἐγείρεται σῶμα πνευματικὸν» (Α´ Κορ. ιε´ 44), «οἴδαμεν ὅτι ἐὰν φανερωθῆ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι· καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ’ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστιν» (Α´ Ἰω. γ´ 2-3), κ.α.
Ἡ τελευταία αὐτὴ φράση τοῦ Ἰωάννου εἶναι πολὺ ἐνδεικτική. Ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ δὲν καταφεύγει στὶς φανταστικὲς διανοητικὲς περιγραφές, ἀλλὰ σὲ κάτι συγκεκριμένο ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ζωή του: «ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστιν». καλλίτερη προετοιμασία γι τ μέλλον συνίσταται στὴν σωστ ζω το παρόντος, στ ζω τς πίστεως, τς λπίδας κα τς γάπης. Ὁ ἄνθρωπος, εἴπαμε, ὅτι συνήθως φοβᾶται τὸ τέλος του· ὁ ἐλπίζων καὶ ἔχων ἔργα ἀγάπης νικᾶ τὴν φυσικὴ φοβία, γιατί «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α´ Ἰω. δ´18).

πλα ατ φαίνεται τι τ μήνυμα το Χριστιανισμο στν κόσμο εναι μήνυμα ασιοδοξίας. Τὸ κέντρο τῆς Κ. Διαθήκης δὲν βρίσκεται στὸ χαμένο παρελθὸν τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ στὸν καινὸ οὐρανὸ καὶ στὴν καινὴ γῆ ποὺ ὑπόσχεται ὁ Χριστὸς γιὰ τὸ μέλλον. Κι ὅταν ἡ Κ. Διαθήκη, καὶ στὴν συνέχεια ἡ Ἐκκλησία, τονίζουν ὅτι ἡ κάθε χρονικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς εἶναι δυνατὸ νὰ σημάνει τὸν ἐρχομὸ τοῦ μέλλοντος, δὲν τὸ κάνουν γιὰ νὰ προκαλέσουν αἰσθήματα καταθλίψεως ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴ δημιουργικότητα καὶ τὴν ἐπωφελῆ χρησιμοποίηση τοῦ παρόντος. Ἡ σκέψη τοῦ τέλους ὁδηγεῖ στὴν ὄρεξη γιὰ δράση καὶ δημιουργία, ὥστε τὴν ὥρα τῆς κρίσεως νὰ μὴ βρεθοῦμε μὲ ἄδεια χέρια. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὅταν μιλοῦν γιὰ τὸ τέλος ποὺ ἐγγίζει, δὲν τὰ κάνουν γιὰ νὰ μᾶς γεμίσουν μὲ κατάθλιψη ἀλλὰ γιὰ νὰ παρωθήσουν στὴν ἐγρήγορση καὶ τὴν γεμάτη δημιουργικότητα ἀναμονή. Γιατί τὸ μέλλον δὲν οἰκοδομεῖται αὐθαίρετα. Τὸ οἰκοδομοῦμε καὶ ἐμεῖς, μαζὶ βέβαια μὲ τὸ Θεό. Ἔτσι ὁ ἐρχομός του δὲν εἶναι φοβερὸς ἀλλὰ εὐχάριστος. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου τελειώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου «ναί, ἔρχομαι ταχὺ» καὶ μὲ τὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας «ναί, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ». Ὁ τόνος ποὺ κυριαρχεῖ στὸ κείμενο αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ φόβος ποὺ ἔρχεται ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἡ χαρὰ ποὺ ἐκπληρώνεται ἡ ἐλπίδα τῆς Ἐκκλησίας.

 

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: