ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ἰωάννoυ Δ. Καραβιδόπουλου,
Καθηγητοῦ Παν/μίου

Οἱ σκέψεις ποὺ ἀκολουθοῦν δὲν ἔχουν ὡς στόχο τὴν φιλοσοφικὴ ἀνάλυση τῆς ἔννοιας τοῦ χρόνου, ἀλλὰ τὸ πλησίασμα τῆς βιώσεως τῆς χρονιότητας, μὲ ἁγιογραφικᾶ κριτήρια, μέσα στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἐξετάζοντας τὸ θέμα «Χρόνος καὶ πνευματικότητα», θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ διευκρινίσουμε μερικὲς βασικὲς θέσεις τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως σὲ σχέση πρὸς ἀντίστοιχες ἢ παρόμοιες φιλοσοφικὲς διδασκαλίες.
Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους μας ὅτι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ χρονικότητα. Κυλᾶ μέσα στὸν χρόνο ἡ ζωὴ καὶ χάνεται ἢ κερδίζεται γιὰ πάντα μέσα στὸ χρόνο. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν νὰ μὴ ἐνδιαφέρει ἕνα πνευματικὸ ἄνθρωπο ὁ χρόνος, εἴτε σὰν παρελθὸν ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴ μνήμη, εἴτε σὰν παρὸν ποὺ τὸ ζοῦμε, εἴτε σὰν μέλλον ποὺ τὸ ὀνειρευόμαστε καὶ τὸ προγραμματίζουμε. Ποῦ βρίσκεται ὅμως αὐτὸς ὁ χρόνος καὶ ποιός εἶναι ὁ «χῶρος» του; Ἀσφαλῶς μέσα μας, στὴ συνείδησή μας καὶ ἀποτελεῖ συστατικό τῆς προσωπικότητάς μας. Πολλὲς φορὲς κάνουμε ἕνα σφάλμα: Μετρᾶμε τὸ χρόνο ἢ μιλοῦμε γι’ αὐτὸν σὰν νὰ ἦταν μία ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα, ἀνεξάρτητη ἀπὸ μᾶς· δήλ. ἐξαντικειμενώνουμε τὸν χρόνο καὶ τὸν ἀποσυνδέουμε ἀπὸ τὸ ἐγώ μας. Φοβόμαστε ἴσως τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ χρόνος μετράει τὴν φθορὰ καὶ τὸ μεγάλωμά μας μέσα στὴ ζωή. Κι ὅμως ὁ καθένας μας εἶναι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἡ σύνθεση καὶ ἡ κατάληξη ὅλου τοῦ παρελθόντος. Εἴμαστε αὐτὸ ποὺ προσπαθήσαμε νὰ γίνουμε, ἀπὸ τότε ποὺ καταλάβαμε τὴ θέση μας μέσα στὸν κόσμο. Τὸ κενὸ παρελθὸν μᾶς ἐνοχλεῖ, μᾶς θορυβεῖ· ἐνῶ τὸ γεμάτο μὲ ἔργα παρελθὸν μᾶς δίνει φτερὰ γιὰ ἕνα ἀκόμη πιὸ καρποφόρο μέλλον. Ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ φαντασθοῦμε τὸν ἑαυτό μας χωρὶς μέλλον· ἀπουσία τοῦ μέλλοντος ἰσοδυναμεῖ μὲ θάνατο. Ἀπουσία τῆς συνειδητοποίησης τοῦ μέλλοντος παρατηρεῖται μόνον στὰ ζῶα. Ὁ ἄνθρωπος ὀνειροπολεῖ, σχεδιάζει, προγραμματίζει. Ὅπως χωρὶς τὸ παρελθόν μου δὲν εἶμαι ἐγώ, ἔτσι δὲν εἶμαι καὶ χωρὶς μέλλον.
Ὅλες αὐτὲς οἱ σκέψεις ἔχουν σημασία γιὰ τὸ παρόν, ποὺ εἶναι τόσο φευγαλέο καὶ ρευστό. Τὸ μέλλον ἔρχεται μὲ γοργὸ ρυθμὸ (κι ὅσο μεγαλώνουμε ἔρχεται μὲ ἀκόμη πιὸ γοργὸ) καὶ ὥσπου καλὰ-καλὰ νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε γίνεται παρελθόν. Χρειάζεται λοιπὸν μεγάλη ἐγρήγορση καὶ προσοχή, ὥστε τὸ σύντομο παρὸν νὰ μὴ γίνει ἀμέσως χαμένο παρελθόν. Καὶ ὅσες σκέψεις ἀκολουθήσουν παρακάτω σ’ αὐτὸ ἀποβλέπουν, στὸ νὰ μᾶς κάνουν νὰ ἀξιοποιήσουμε περισσότερο τὸ κάθε παρόν, συνειδητοποιώντας τὸ γρήγορο πέρασμα τοῦ χρόνου.
Ὅσο κι ἂν φαίνεται ὅτι στεκόμαστε μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν ἱστορία, ἡ ἀδυσώπητη ἀλήθεια εἶναι ὅτι τρέχουμε πρὸς κάποιο τέρμα. Θὰ εἶναι αὐτὸ ὁ καινούργιος οὐρανὸς καὶ ἡ καινούργια γῆ τῆς ἀναστάσεως ἢ ὁ χαμὸς καὶ ἡ καταστροφή;
Σ’ αὐτὸ τὸ γρήγορο καὶ ἀνεπίστρεφο τρεχαλητό, ποὺ θέλουμε δὲ θέλουμε μετέχουμε, ὑπάρχει ἕνα σωστικὸ χέρι ποὺ μᾶς προσφέρεται σὰν δῶρο τῆς αἰωνιότητας γιὰ νὰ μᾶς συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν ὁ χρόνος παίρνει ἄλλες διαστάσεις. Θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια πῶς μὲ τὰ μέσα ποὺ μᾶς παρέχει ἡ Ἐκκλησία εἶναι δυνατὸ τὸ χαμένο παρελθὸν νὰ ξανακερδηθεῖ, τὸ ἐπερχόμενο μέλλον νὰ γίνει μία εὐχάριστη προσμονὴ καὶ τὸ παρὸν μία διαρκὴς καρποφορία, μία γεύση αἰωνιότητας.
Γιὰ τρεῖς κυρίως χριστιανικὲς ἀρετὲς θὰ γίνει λόγος: γιὰ τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλπίδα. Θὰ μποροῦσε κανεὶς σχηματικὰ νὰ τὶς συνδέσει μὲ τὶς τρεῖς διαστάσεις τοῦ χρόνου. Τὴν πίστη μὲ τὸ παρελθόν, τὴν ἀγάπη μὲ τὸ παρὸν καὶ τὴν ἐλπίδα μὲ τὸ μέλλον. Πιστεύουμε αὐτὰ ποὺ φανέρωσε ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἱστορία, μὲ τὴν ζωή, τὸν σταυρὸ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ· ἀγαποῦμε τώρα τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀπαντώντας ἔτσι στὴ θεία ἀγάπη· ἐλπίζουμε στὴ μελλοντικὴ βασιλεία καὶ στὸν ἀναμενόμενο ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου. Βέβαια ἡ διαίρεση αὐτὴ εἶναι σχηματική, γιατί καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς περιχωροῦνται μέσα στὶς τρεῖς διαστάσεις τοῦ χρόνου. Ἕνα πράγμα μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἰσαγωγικά, ὅτι μὲ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς καταλύουμε τὸν χρόνο καὶ ζοῦμε στὴν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, ζοῦμε ἤδη μέσα στὴ βασιλεία Του.

1.Τὸ παρελθὸν

Τὸ παρελθόν, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται περασμένο καὶ ἀπομακρυσμένο, ζεῖ μέσα μας, ὑπάρχει, εἴτε τὸ θυμόμαστε ὁλόκληρο εἴτε ὄχι. Ἡ μνήμη μας εἶναι σὰν τὸ «παγόβουνο»· φαίνεται λίγο πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς συνειδήσεώς μας, ἀλλὰ τὸ περισσότερο κρύβεται ἀπὸ κάτω, στὰ βάθη τοῦ ὑποσυνειδήτου. Εἶναι, ἂν θέλετε, κι’ αὐτὸ ἐκδήλωση τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ καθένα μας. Ἀλλοίμονο, ἂν σὲ κάθε στιγμὴ θυμόμασταν ὁλοζώντανο ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μας. Θὰ εἴχαμε καταρρεύσει. Ἐν τούτοις αὐτὸ ὑπάρχει καὶ μᾶς ἐνοχλεῖ, εἴτε σὰν παρελθὸν προσωπικό, εἴτε σὰν ἀποτυχημένο παρελθὸν τῆς ἀνθρωπότητας. Γιατί, κανένας δὲν ὑπάρχει μόνος του μέσα στὸ κόσμο, χωρὶς τὴν συνύπαρξη ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων μαζί του ἢ πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ αὐτόν.  Ἂς ἀνατρέξουμε λοιπόν, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ θέματός μας, στὰ πρῶτα βήματα τῆς ἀνθρωπότητας. Γιὰ νὰ δοῦμε τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὸ «ὑποσυνείδητο τῆς ἀνθρωπότητας».
Γνωρίζουμε ὅλοι μας τὴν ὡραία ἐκείνη διήγηση τῆς Π. Διαθήκης γιὰ τὸν παράδεισο, γιὰ τὴν παρακοὴ τοῦ Ἀδάμ, γιὰ τὴν τιμωρία. Κανεὶς δὲν πιστεύω νὰ νομίζει ὅτι τὸ ὀλίσθημα τοῦ πρώτου ἄνθρωπου ἦταν ὅτι ἔφαγε ἕνα φροῦτο ποὺ ἦταν ἀπαγορευμένο. Ἡ βιβλικὴ διήγηση κρύβει μία πολὺ μεγάλη ἀλήθεια: Ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν δέχθηκε νὰ ἔχει κανένα ἀφεντικὸ ἐπάνω στὸ κεφάλι του, δὲν θέλησε νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ κανένα, ἀλλὰ θέλησε μόνος του νὰ ρυθμίζει τί θὰ κάνει καὶ τί δὲν θὰ κάνει. Θέλησε, μὲ ἕνα λόγο, ν εναι ατς μόνος του Θεός, χωρὶς ἀπαγορεύσεις καὶ περιορισμούς. Θέλησε νὰ ξεθρονιάσει τὸν δημιουργὸ ἀπὸ τὸν θρόνο του καὶ νὰ βάλει ἐκεῖ τὸ ἐγώ του. Ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε ἡ φθορά, τὸ μισός, ὁ θάνατος. Οἱ μισοὶ ἄνθρωποι προσπαθοῦν νὰ ἐξοντώσουν τοὺς ἄλλους μισούς. «Ὁ ἄλλος ἄνθρωπος εἶναι ἡ κόλαση», θὰ πεῖ στὸν αἰώνα μας ὁ Sartre. Κι ἀκόμη ἦλθε σὰν ἀποτέλεσμα ἡ διάσπαση τῆς προσωπικότητας τοῦ ἴδιου το νθρώπου πο δν ξέρει τί θέλει, τί κάνει κα τί πιδιώκει. Τριπλὸ λοιπὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀρχικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ δημιουργήματος κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ: Διάσπαση τοῦ ἴδιου του ἑαυτοῦ του σὲ χίλια κομμάτια, διάσπαση τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους, πόλεμος κατὰ τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε μ πόσο μίσος κα πάθος βάλλουν ο νθρωποι κατ το Θεο!! Ἢ πάλι ἄλλοι λιγότερο μαχητικοὶ καὶ περισσότερο κλεισμένοι στὸν ἑαυτό τους καὶ στὰ μελετήματά τους, ἔκαναν τὸν Θεὸ ἀντικείμενο διαλογισμῶν καὶ σκέψεων. Προσπάθησαν νὰ μᾶς πείσουν μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα, μὲ ἀποδείξεις (κοσμολογικές, ὀντολογικές, ἠθικὲς κλπ.), γιὰ τὴν ὕπαρξή του. Ἕνας Θεὸς ὅμως ποὺ ἀποδεικνύεται μὲ τὴν λογικὴ δὲν εἶναι Θεός, εἶναι ἐπιστημονικὸ ἀντικείμενο. Ὁ Θεὸς εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε λογική, πάνω ἀπὸ κάθε ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη. Ἐδῶ σὰν σὲ παρένθεση ἂς τονισθεῖ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν Θεὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψεως. Γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συλλογιστικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὑψηλότερη ἐκδήλωση καὶ ἀπόκτηση τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας· γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, κι ὁ ἄνθρωπος τὸ δημιούργημά του. Εἶναι ὄχι τὸ συμπέρασμα ἑνὸς συλλογισμοῦ, ἀλλὰ ἡ μείζων πρότασή του.
Ἡ λαθεμένη ἀντίληψη περὶ Θεοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως, τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Κι’ αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν πηγὴ εἶναι μία κατάσταση μέσα στὸ κόσμο, τὴν ὁποία ὅλοι μας τὴν βρίσκουμε «δεδομένη». Κανείς μας δὲν εὐθύνεται γι’ αὐτή, οὔτε κι’ ὁ Θεός  τὴν καταλογίζει σὲ βάρος μας σὰν νὰ ἤμασταν ἔνοχοι.
Ὁ Θεὸς ἔπλασε ἐλεύθερους ἀνθρώπους καὶ δὲν ζητᾶ εὐθύνες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ἔκαναν. Αὐτὸ ποὺ ἡ θεολογία ὀνομάζει «προπατορικὸ ἁμάρτημα» εἶναι ἡ ὅλη ἀτμόσφαιρα ἡ μολυσμένη ἀπὸ τὴν σαπίλα, τὴν φθορὰ καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ποὺ τὴν ἀναπνέουμε ἀναγκαστικά. Θὰ ἔλεγα λοιπὸν ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα δὲν εἶναι κάτι ποὺ μεταδίδεται στὸν καθένα ξεχωριστὰ σὰν νὰ φταίει ὁ ἴδιος, ἀλλ’ εἶναι ἀτμόσφαιρα γενικὴ μέσα στὴν ὁποία ζοῦμε. Κατ’ ἀνάγκη λοιπὸν ἀναπνέοντάς τὴν μολυνόμαστε καὶ ἀρρωσταίνουμε καὶ παρουσιάζουμε ἐκδηλώσεις ἀρρωστημένες, δηλ. ἁμαρτίες. Αὐτὲς εἶναι ἁπλῶς συμπτώματα, ἐκδηλώματα τῆς φθορᾶς. Τροφοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν μολυσμένη ἀτμόσφαιρα καὶ στὴν συνέχεια τὴν τροφοδοτοῦν, ὥστε νὰ συνεχίζει νὰ ὑπάρχει. Αὐτὸ τὸ βαθὺ χάλασμα τῆς ἀνθρωπότητας ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες ρίζες της τὸ ἐπισημαίνουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδίως ὅταν ἑρμηνεύουν τὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Ἀποστ. Παύλου.
Πραγματικὰ ὁ Παῦλος μᾶς δίνει στὶς ἐπιστολές του μία πολὺ σοβαρὴ εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μία ἀνάλαφρη ἄγνοια, ὅπως διδάσκει ὁ Πλάτων, ἀλλὰ ἕνα βαθύτερο χάλασμα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ἐποχή μας, ποὺ ἔχει χάσει τὴν αἴσθηση τῆς βαρύτητας τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ βλέπει εἴτε σὰν πλατωνικὴ ἄγνοια εἴτε σὰν μία σειρὰ ἁπλῶν «παραβάσεων» τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἔχει πολλὰ νὰ κερδίσει μελετώντας τὰ ὅσα γράφει ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ γιὰ τὴ λύτρωση. Ἰδίως γιὰ τὴν λύτρωση πρὸς τὴν ὁποία εἶναι στραμμένη ὅλη ἡ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Ἀποστόλου. Ἂν ἡ ἁμαρτία εἶναι μία γενικὴ κατάσταση φθορᾶς καὶ θανάτου, ἡ λύτρωση εἶναι τὸ ποιοτικὰ ἀντίθετό της, εἶναι ἡ νέα ἀτμόσφαιρα ζωῆς ποὺ ἔχει σὰν χαρακτηριστικὸ ὄχι τὴ φθορά, ἀλλὰ τὴν καρποφορία μέσα σὲ μία καινούργια, ἀναγεννημένη ἀνθρωπότητα, τὴν Ἐκκλησία. Ἡ λύτρωση δὲν εἶναι μία ποσοτικὰ μειωμένη ζωὴ ἁμαρτίας, ἄλλα μία ποιοτικὰ διάφορη ζωή. Δὲν εἶναι ἀφηρημένο καὶ ἀναμενόμενο μέλλον, ἀλλὰ παρόν. Κάτι ποὺ συντελέσθηκε μία φορὰ γιὰ πάντα πάνω στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ τὸ ζεῖ ὁ πιστὸς στὸ παρόν, προγευόμενος ἔτσι τὸ ἀναμενόμενο μέλλον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τώρα σημασία γιὰ τὸν καθένα ξεχωριστὰ εἶναι, πῶς θὰ κερδίσει τὸ χαμένο παρελθόν του, μία καὶ γνώρισε τὴ λυτρωτικὴ προσφορὰ τοῦ Χριστοῦ ποὺ δίνεται σ’ ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέχει μία δυνατότητα μεταμορφώσεως το χαμένου χρόνου το παρελθόντος μ τ μυστήριο τς μετανοίας κα ξομολογήσεως, στ ποο συμπυκνώνεται λο τ χαμένο παρελθν σ μία στιγμ κα μεταμορφώνεται μ τ χάρη το Θεο· γίνεται ξεκίνημα νέας ζως. Ξανακερδίζει κανεὶς αὐτὸ τὸν χρόνο ποὺ ἔχασε στὸ παρελθόν, γιὰ νὰ τὸν ἔχει ἀξιοποιήσιμο στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον. Ἔτσι τὸ κέρδος εἶναι διπλό, γιατί ἀπὸ τὴ μία μεριὰ δὲν τὸν βαραίνει ἕνα δυσάρεστο παρελθὸν μὲ τὶς ὑποσυνείδητες ἐνοχλήσεις κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ μετάνοια γιὰ τὸν χαμένο χρόνο γίνεται κινητήρια δύναμη γιὰ ἕνα πιὸ δημιουργικὸ μέλλον. Εἶναι νὰ θαυμάζει κανεὶς γιὰ τὴν οἰκονομία μὲ τὴν ὁποία εἶναι πλουτισμένη ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν Χριστῷ ἀναδημιουργία, δηλ. ἡ Ἐκκλησία. Ὁ ληστὴς στὸν σταυρὸ ἀναθεώρησε σὲ μία στιγμὴ μία ὁλόκληρη ζωὴ τοῦ παρελθόντος καὶ κέρδισε ἕνα αἰώνιο μέλλον. Αὐτὸ βέβαια δὲν ἔγινε μὲ τρόπο μαγικὸ ἀλλὰ μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ τὴν ἐπίκληση βοήθειας τοῦ συσταυρουμένου Χριστοῦ, μὲ τὴν συγκλονιστικὴ κραυγὴ «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τὴ βασιλεία σου». Τὴ δυνατότητα μεταμορφώσεως μίας ὁλόκληρης ζωῆς προσφέρει ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι παντοτινὰ παρὼν στὴν Ἐκκλησία.

ΠΗΓΗ: vatopaidi wordpress.com

 

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: