ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ γνωστοὺς ἁγίους τῆς χριστιανωσύνης. Τὸ ὄνομά του βρίσκεται στὸ στόμα ἀναρίθμητων πιστῶν ποὺ ζητοῦν τὴν βοήθειά του. Τὸ ὄνομά του τὸ φέρουν ἑκατομμύρια Χριστιανοὶ καὶ πολλοὶ εἶναι οἱ Ναοὶ ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι σ᾽αὐτόν. Εἶναι μετὰ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο, ὁ περισσότερο γνωστὸς σὲ ὅλο τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο. Σ᾽ ὅλη δὲ τὴν Κύπρο ὑπάρχουν ἐνενήντα (90) καὶ πλέον Ναοὶ ἀφιερωμένοι στὸν μεγάλο αὐτὸ Ἱεράρχη. Εἶναι αὐτὸς ποὺ προστατεύει τοὺς θαλασσινοὺς καὶ ὅλους ἐκείνους ποὺ συναντοῦν τρικυμίες στὴ ζωή τους. Γι᾽αὐτὸ ἔχουν κτιστεῖ πολλὲς Ἐκκλησίες πρὸς τιμήν του. Ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν μία θαυμαστὴ ἐνσάρκωση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθωπίας. Τὸ φωτεινό του παράδειγμα ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὸ μιμηθοῦμε. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὰ Πάταρα τῆς Λυκίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας γύρω στὰ 230 μὲ 250 μ.Χ. Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε δὲν εἶναι γνωστό. Πάντως κατὰ τὸ ἔτος 300 μ.Χ., τὴν ἐποχὴ τῶν ἀσεβῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ, ἦταν Ἀρχιερεὺς τῶν Μυραίων. Ἔζησε δὲ μέχρι καὶ τὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς χριστιανοὶ καὶ ἡ οἰκονομική τους κατάσταση ἦταν πολὺ καλή. Γι᾽αὐτὸ οἱ φωτισμένοι γονεῖς του μόρφωσαν πρῶτα τὴν ἁπαλὴ ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ τους μὲ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ὕστερα τὸν ἔστειλαν στὸ σχολεῖο γιὰ νὰ μάθει γράμματα. Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔδειχνε τὴν ἀφοσίωσή του καὶ τὴν ἀγάπη του στὸν Θεό, περνώντας τὴν ἡμέρα του μὲ προσευχὲς καὶ νήστευε τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευή. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἦταν βρέφος σύμφωνα μὲ μία παράδοση δὲν ἤθελε νὰ θηλάσει Τετάρτη καὶ Παρασκευή, παραμόνο μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου. Ὅταν μεγάλωσε μισοῦσε τὶς ἀπρεπεῖς καὶ τὶς κακὲς συνομιλίες καὶ συναναστροφὲς τῶν νέων. Ἀγαποῦσε νὰ πηγαίνει τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ συναναστρέφεται μὲ ἥσυχους, ἤρεμους καὶ καλοὺς ἀνθρώπους. Ἄκουε τὶς συμβουλὲς τῶν μεγαλυτέρων του καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὶς ἐφαρμόζει, ὅπου ἦταν ἀναγκαῖες. Ἔμεινε ὀρφανὸς στὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας του καὶ ἀπροστάτευτος μέσα στοὺς πολλοὺς κινδύνους τοῦ εἰδωλολατρικοῦ περιβάλλοντός του. Ἐδῶ εἶναι ἡ πρώτη του νίκη. Τίποτε δὲν τὸν παρασύρει. Τὴν περιουσία του τὴν χρησιμοποιεῖ γιὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Τὸν θαυμάζουν οἱ Χριστιανοὶ γιὰ τὴν σταθερότητά του καὶ προσεύχονται στὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ἐκκλησία. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Λυκίας ἦταν ὁ θεῖος του.
Ἀφοῦ ἐκτίμησε τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν μεγάλη του πίστη, τὸν κάλεσε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου καὶ τὸν χειροτόνησε ἱερέα τῆς Ἐπισκοπῆς. Ὅταν ἔγινε ἱερεύς, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του, ποὺ τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς του, στοὺς φτωχούς. Ἕντυσε γυμνοὺς καὶ δυστυχισμένους. Δὲν σπατάλησε τὴν περιουσία στὶς διασκεδάσεις, οὔτε στὰ πολυτελῆ ἐνδύματα, ὅπως κάνουν πολλοὶ νέοι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, γιατί ἄκουε τὸν Προφητάνακτα Δαβίδ, ὁ ὁποῖος ὁποῖος λέγει. “Πλοῦτος ἐὰν ρέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν” (Ψαλμ. ξα΄11). Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Ἅγιος. Δὲν ἔδωσε προσοχὴ στὸν ρέοντα καὶ φθαρτὸ πλοῦτο, ἀλλὰ σκόρπισε αὐτό, ὅπως ἔπρεπε, γιὰ νὰ κερδίσει ἄφθαρτο καὶ αἰώνια ζωή. Ἡ ἁπλοχεριά του ἔσωσε πολλοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὸν κατήφορο τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἦταν ἄνθρωπος τῶν ἔργων καὶ ὄχι τῶν λόγων. Οἱ μέρες τοῦ Ἁγίου περνοῦσαν μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ πολλὲς ἐλεημοσύνες. Ἄγρυπνα γονάτιζε καὶ παρακαλοῦσε τὸν Χριστὸ νὰ τοῦ δίνει δύναμη, ὑπομονὴ καὶ θάρρος γιὰ νὰ μὴ λυγίσει στοὺς πειρασμοὺς τοῦ σατανᾶ. Ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐλεημοσύνες ποὺ ἔκαμε ὁ Ἅγιος ἀκοῦστε μία θαυμαστὴ καὶ παράδοξη.
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ζοῦσε ἕνας πολὺ πλούσιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε τρεῖς πολὺ ὄμορφες θυγατέρες. Ἀπὸ φθόνο τῶν ἐχθρῶν του ὁ πλούσιος ἔχασε ὅλη του τὴν περιουσία καὶ ἔφτασε σὲ μεγάλη φτώχεια. Βρέθηκε σὲ τέτοια θλιβερὴ καὶ δύσκολη κατάσταση ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ζήσει μαζὶ μὲ τὶς τρεῖς του θυγατέρες . Ἀποφάσισε νὰ βάλει τὶς θυγατέρες του σὲ πορνεῖο, γιὰ νὰ ἔχουν κάποιο εἰσόδημα καὶ νὰ μποροῦν νὰ ζήσουν. Ὁ δὲ Πανάγαθος Θεός, ὁ γινώσκων τὰ κρύφια τῶν καρδιῶν, θέλησε νὰ ἐλευθερώσει τὶς τρεῖς ἐκεῖνες ψυχὲς ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ τὴν ἁμαρτία. Κατὰ τὴν ἴδια ἐκείνη μέρα, κατὰ τὴν ὁποία φανέρωσε ὁ πατέρας τῶν κοριτσιῶν τὴν βούλησή του, τὸ ἔμαθε καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Ἀμέσως ἔβαλε σ᾽ ἕνα μανδήλι τριακόσια φλωριά, πῆγε κρυφὰ καὶ τὸ ἔρριξε στὸ σπίτι τοῦ πτωχεύσαντος πλουσίου ἀπὸ μία θυρίδα καὶ ἔφυγε ἀμέσως, χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτός. Δὲν ἤθελε νὰ φανερωθεῖ σὲ κανένα, γιατί ἀπέφευγε τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων καὶ μόνον ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Ἄκουε τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἔλεγε. “Σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην, μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου” (Μάτθ. ϛ´, 3) δηλαδὴ ὅταν κάμνεις τὴν ἐλεημοσύνη, νὰ μὴ τὸ γνωρίζει κανένας. Ὁ πατέρας τῶν τριῶν κοριτσιῶν ξύπνησε τὸ πρωῒ καὶ εἶδε στὸ σπίτι ἕνα μανδήλι δεμένο καὶ τὸ ἄνοιξε ἀμέσως. Μόλις εἶδε τόσα πολλὰ φλωριά, ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ ἔτριβε τὰ μάτια του ἀπὸ χαρά, μὴ πιστεύοντας τὸ γεγονός. Μέτρησε ἀμέσως τὰ φλωριὰ καὶ τὰ βρῆκε ἀκριβῶς τριακόσια. Μεγάλη περιουσία εἶχε στὰ χέρια του, γι᾽αὐτὸ ἦταν πολὺ ἐνθουσιασμένος καὶ χαρούμενος, ἀλλὰ ἤθελε νὰ μάθει ποῖος ἔκαμε αὐτὴ τὴν καλὴ πράξη. Ἀφοῦ δὲν γνώριζε τὸν εὐεργέτη του, εὐχαριστοῦσε καὶ δοξολογοῦσε συνέχεια τὸν Θεό. Ἀμέσως φρόντισε καὶ ἐνύμφευσε τὴν μεγαλύτερή του θυγατέρα μὲ κάποιο πλούσιο τῆς πόλεως ἐκείνης καὶ τῆς ἔδωσε καὶ τὰ τρακόσια φλωριὰ σὰν προίκα. Ἤλπιζε δὲ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τὸν βοήθησε θὰ φρόντιζε νὰ τὸν βοηθήσει γιὰ τὴν προίκα καὶ τῶν ἄλλων δύο κοριτσιῶν. Ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶδε ὅτι ὁ πατέρας χρησιμοποίησε τὰ χρήματα γιὰ καλὸ σκοπό, ἀμέσως τὴν δεύτερη νύκτα δένει σὲ ἄλλο μανδήλι ἄλλα τριακόσια φλωριὰ καὶ τὸ βράδυ πῆγε καὶ τὰ ἔρριξε πάλι ἀπὸ τὴν θυρίδα. Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωϊ ὁ πατέρας τῶν κοριτσιῶν, βλέπει ἕνα ἄλλο μανδήλι μὲ ἄλλα τριακόσια φλωριά. Θαύμασε γιὰ τὸ γεγονὸς καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερώσει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ ἔκαμε αὐτὸ τὸ μεγάλο καλὸ καὶ σώθηκαν τὰ κορίτσια του ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἤθελε νὰ τοῦ φανερώσει τὸν εὐεργέτη του ποὺ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη τοῦ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ διαβόλου τὶς τρεῖς θυγατέρες του καὶ τὶς ἔσωσε. Ἔτσι ἐνύμφευσε καὶ τὴν δεύτερή του θυγατέρα δίνοντάς της σὰν προίκα τὰ τριακόσια φλωριά, ἐλπίζοντας στὸν Θεό, ὅτι ὁ εὐεργέτης θὰ βοηθήσει καὶ τὴν τρίτη του θυγατέρα. Τὴν τρίτη φορὰ ὅμως ἦταν πολὺ προσεχτικὸς καὶ ἤθελε νὰ τρέξει καὶ νὰ δεῖ τὸν εὐεργέτη του. Ὁ δὲ Ἅγιος Νικόλαος βλέποντας ὅτι ἐνύμφευσε καὶ τὴν δεύτερή του θυγατέρα ἀποφάσισε νὰ τελειώσει τὸ καλό. Ὁπότε ἔδεσε πάλι σὲ ἄλλο μανδήλι ἄλλα τρακόσια φλωριὰ καὶ πῆγε νὰ τὰ ρίξει κρυφὰ τὴ νύχτα ἀπὸ τὴν θυρίδα. Μόλις τὰ ἔρριξε ὁ Ἅγιος, ὁ πατέρας τῶν κοριτσιῶν ποὺ ἦταν ξύπνιος, δὲν εἶχε κοιμηθεῖ, ἄνοιξε τὴν πόρτα, ἔτρεξε καὶ εἶδε κάποιο νὰ φεύγει τρέχοντας. Ὕστερα γιὰ λίγη ὥρα ἔτρεχε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὁ πατέρας τῶν κοριτσιῶν τὸν ἔφασε καὶ εἶδε ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὁ πασίγνωστος καὶ δημοφιλέστατος ἅγιος, ὁ μεγάλος εὐεργέτης τῶν φτωχῶν καὶ τῶν δυστυχισμένων. Ἀμέσως ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ ἔλεγε. “Σὲ εὐχαριστῶ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ λυπήθηκες ἐμένα τὸν ταλαίπωρο καὶ ἄθλιο καὶ μοῦ ἔκαμες τέτοια μεγάλη ἐλεημοσύνη. Εὐτυχῶς ποὺ μὲ πρόλαβες, γιατί διαφορετικὰ θὰ χανόμουν ψυχικὰ καὶ σωματικά”. Ὅταν εἶδε ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὅτι φανερώθηκε ἡ ἀρετή του, εἶπε σ᾽ αὐτόν. “Δὲν θέλω νὰ πεῖς σὲ κανένα τίποτε, ἐνόσῳ ζῶ, γιὰ τὴν καλωσύνη πού σοῦ ἔκανα”. Τὴν ἑπομένη μέρα ὁ πατέρας νύμφευσε καὶ τὴν τρίτη θυγατέρα του καὶ πέρασε τὸ ὑπόλοιπό της ζωῆς του εἰρηνικὰ καὶ δοξάζοντας τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ θέλησε νὰ πάει στὰ Ἱεροσόλυμα, νὰ δεῖ τοὺς Ἁγίους Τόπους ἐκεῖ ποὺ μαρτύρησε ὁ Θεάνθρωπος. Ἔτσι μπῆκε σ᾽ ἕνα πλοῖο μαζὶ μὲ ἄλλους χριστιανοὺς γιὰ νὰ πάει στὴν Παλαιστίνη. Ἀφοῦ προσκύνησε τὸν Ἅγιο Τάφο τοῦ Κυρίου, τὸν Γολγοθά, τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ εἶδε ὅλα τὰ μέρη ποὺ δίδαξε καὶ μαρτύρησε ὁ Χριστός, θέλησε νὰ μείνει ἐκεῖ νὰ ἡσυχάσει. Ἄγγελος Κυρίου τὸν διέταξε τὴ νύχτα νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του. Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Ἅγιος πιστὸς στὴν προσταγὴ τοῦ Ἀγγέλου κατέβηκε στὸ λιμάνι καὶ ρωτοῦσε ἂν κανένα πλοῖο θὰ ξεκινοῦσε γιὰ τὰ Πάταρα. Κανένα ὅμως πλοῖο δὲν ξεκινοῦσε. Τότε μερικοὶ ναῦτες τοῦ εἶπαν. “Ὅπου βροῦμε ναῦλο, ἐκεῖ θὰ πᾶμε”. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος τοὺς εἶπε. “Νὰ σᾶς δώσω τὸ ναῦλο καὶ νὰ μὲ πάρετε στὰ Πάταρα τῆς Λυκίας”. Ὁ πλοίαρχος καὶ οἱ ναῦτες βλέποντας ὅτι ὁ ἄνεμος ἦταν οὔριος ὕψωσαν τὰ πανιὰ καὶ ἀναχώρησαν. Θέλοντας νὰ περάσουν πρῶτα ἀπὸ τὴν πατρίδα τους ἔστρεψαν τὸ πλοῖο πρὸς τὴν κατεύθυνσή της, ἀλλὰ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μὴ λυπήσει τὸν Ἅγιο, σήκωσε μεγάλη τρικυμία, ὥστε ἔσπασε τὸ πηδάλιο-τιμόνι τοῦ πλοίου καὶ οἱ ναῦτες ἀπελπισθέντες ἀνέμεναν τὸν θάνατο. Ὁ Ἅγιος ὅμως διὰ τῆς προσευχῆς του καταπράϋνε τὴν θάλασσα. Ὁ πλοίαρχος μαζὶ μὲ τοὺς ναῦτες του εἶδαν ὅτι ἔφθασαν στὰ Πάταρα καὶ ἀφοῦ ἔπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου τοῦ ζητοῦσαν συγχώρεση. Ὁ Ἅγιος τοὺς φανέρωσε τὴν σκέψη τους καὶ τοὺς συμβούλευσε νὰ μὴ ἐπαναλάβουν τέτοιο πράγμα στὴν ζωή τους, τοὺς εὐχήθηκε καὶ τοὺς κατευόδωσε. Ἐπιτέλους ὕστερα ἀπὸ μιὰ μεγάλη θαλασσοταραχὴ ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὰ Πάταρα. Ὁ κόσμος τοῦ ἐπεφύλαξε μεγάλη ὑποδοχή, γιατί τὸν ἀγαποῦσε πάρα πολύ. Νέοι καὶ γέροντες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἀκόμα καὶ οἱ Μοναχοὶ τοῦ Μοναστηριοῦ, στὸ ὁποῖο τὸν εἶχε ἀφήσει ὁ θεῖος του ἐπίτροπο, ὅλοι ἐξῆλθαν νὰ τὸν καλωσορίσουν καὶ νὰ τὸν ὑποδεκτοῦν. Κοντὰ στὰ Παταρα, σὲ ἀπόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων, ἦταν μία μικρὴ πόλη ποὺ τὴν ἔλεγαν Μύρα.
Ἡ πόλη Μύρα εἶναι στὴν Μικρὰ Ἀσία, ἀργότερα ἔγινε πρωτεύουσα τῆς Λυκίας. Σήμερα τὴ λένε Ντεμπρέ. Ἐκεῖ πέθανε ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλεως καὶ ἤθελαν νὰ βροῦν κάποιο ἄξιο γιὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει. Τότε μαζεύτηκαν οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ κληρικοὶ τῆς ἐπαρχίας τῶν Μύρων, γιὰ νὰ ἐκλέξουν Ἀρχιερέα. Ἐκεῖ ποὺ συνεδρίαζαν, σηκώθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους καὶ εἶπε στοὺς ἄλλους, νὰ παρακαλέσουν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς φωτίσει, γιὰ νὰ κάνουν καλὴ ἐπιλογή. Τὴ νύκτα, ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι εἶδαν στὸν ὕπνο τους ἕνα ἄγγελο, ποὺ τοὺς εἶπε νὰ πᾶνε τὸ πρωῒ στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅποιος μπεῖ πρῶτος μέσα, αὐτὸν νὰ κάμουν ἐπίσκοπο. Πράγματι ἔτσι ἔγινε. Ὁ πρῶτος ποὺ μπῆκε στὸ Ναὸ ἦταν ὁ Νικόλαος. Ἔτσι χειροτονήθηκε ὁ Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων. Ἡ φιλανθρωπική του δράση μεγάλωσε πολύ, ὅταν ἔγινε Ἀρχιερέας. Ἵδρυσε φτωχοκομεῖο, ξενώνα, νοσοκομεῖο καὶ ἄλλα ἱδρύματα.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, γύρω στὸ 300μ.Χ., ὁ Αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης Διοκλητιανὸς (230-313μ.Χ.) πίστευε πὼς ἡ ἀρχαία θρησκεία ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἑνότητα τοῦ κράτους, γι᾽αὐτὸ καταδίωξε σκληρὰ τοὺς χριστιανούς. Εὐτυχῶς παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξουσία του τὸ 305 καὶ ἔζησε τὰ ὑπόλοιπα χρόνια της ζωῆς του μὲ μεγάλη ἁπλότητα στὰ κτήματά του στὴ Δαλματία. Ἐπίσης ἕνας ἄλλος Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ὁ Μαξιμιανὸς (245-310μ.Χ) ἔκανε μεγάλο διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Αὐτὸς εἶχε στὴν κυριαρχία του τὴν Ἱσπανία, τὴν Ἀφρικὴ καὶ τὴν Ἰταλία μὲ ἕδρα τὸ Μεδιόλανο, τὸ σημερινὸ Μιλάνο. Συκγρούστηκε μὲ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο. Ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Μάξιμιανὸς ἔστειλαν ἀγγελιαφόρους σ᾽ὅλους τους ἐπάρχους καὶ τοὺς διέταξαν νὰ τιμωροῦν τοὺς ἐχθροὺς τῶν ἀρχαίων Θεῶν, τοὺς χριστιανούς, ἂν ὅμως ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, τότε νὰ τοὺς τιμοῦν. Πολλοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ τὸν φόβο τῶν σκληρῶν βασανιστηρίων προσκύνησαν τὰ εἴδωλα καὶ πῆραν λεφτά, κτήματα ἢ καὶ κάτι ἄλλο. Ἄλλοι πάλι ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι χριστιανοὶ καὶ πέθαναν μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Σ᾽ αὐτὸ τὸν διωγμό, ὁ ἔπαρχος τῆς Λυκίας, ἔπιασε πολλοὺς χριστιανοὺς καὶ μαζὶ μ᾽αὐτοὺς καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, τοὺς ἐδίωξε ἀπὸ τὰ Μύρα καὶ τοὺς ἔρριξε στὴ φυλακὴ γιὰ ἕξι ὁλόκληρα χρόνια. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀκόμα καὶ μέσα στὴν φυλακὴ δίδασκε τοὺς χριστιανοὺς καὶ τοὺς ἐνεθάρρυνε. Ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ραβδισμοὺς ποὺ τοῦ ἔδωσαν, τὸ σῶμα του ἔγινε κατάμαυρο καὶ ἔτρεχε αἷμα ἀπὸ τὶς πολλὲς πληγές του. Δεμένο μὲ βαρειὲς ἁλυσίδες τὸν ἔρριξαν στὴν φυλακὴ γιὰ νὰ συνεχίσει τὰ μαρτύριά του. Εἶδε τότε μὲ τὰ μάτια του τὸν Χριστό, νὰ τοῦ γιατρεύει τὶς πληγές, νὰ τὸν ἐνθαρρύνει καὶ νὰ τὸν πλυμμυρίζει μὲ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση. Καὶ νὰ πῶς. Κόντευε νὰ ξημερώσει. Ὁ Ἅγιος φορτωμένος μὲ ἁλυσίδες διάβαζε τὴν ὀρθινὴ προσευχή του. Εὐχαριστοῦσε τὸν Πανάγαθο ποὺ τὸν ἀξίωνε νὰ φέρει τὰ “στίγματα τοῦ Κυρίου” στὸ σῶμα του, σὰν τὸν Παῦλο. Ἡ χαρά του κορυφώθηκε, ὅταν σὲ λίγο ἄκουσε μέσα στὴ σκοτεινιὰ τῆς φυλακῆς του ἀγγελικὲς φωνὲς νὰ ψάλλουν μαζί του καὶ μύρισε τὴν εὐωδία οὐράνιου μοσχολίβανου. Μόλις πρόβαλε ἡ αὐγή, οἱ πρῶτες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ἁπλώνονταν στὴ γῆ, ὅταν ἔξω ἀκούστηκαν πολλὲς φωνές, σωστὸς ἀλαλαγμός. Σείεται ἡ φυλακὴ καὶ ἄγριοι κτύποι συνταράζουν τὴ σιδερένεια πόρτα της ζητώντας νὰ τὴν ἐκβιάσουν. Ὁ Ἅγιος σκέπτεται. “Φαίνεται ὅτι ἦρθε ἡ εὐλογημένη ὥρα! Ἢ ἦλθαν γιὰ νὰ συνεχίσουν πιὸ ἄγρια τὰ μαρτύρια! Ἐνισχυσέ με Κύριε, νὰ τ᾽ἀντικρύσω μὲ τὸ ἴδιο χαμόγελο καὶ δέξου τὸ πνεῦμα μου στοὺς κόλπους σου!”. Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει τὴν σκέψη του καὶ ἡ σιδερένεια πόρτα κλονίζεται, ὑποχωρεῖ, ἀνοίγει διάπλατα, τρελλὸς ἀπὸ χαρὰ ὁ δεσμοφύλακας ὁρμᾶ μέσα, ἁρπάζει τὸν Ἅγιο στὰ χέρια του κλαίοντας καὶ προσκυνώντας τὰ δεσμά του, ποὺ δέχθηκε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὸν βγάζει ἔξω ἀπ΄τὴν φυλακὴ καὶ τὸν φέρνει θριαμβευτικὰ στὴ Μητρόπολή του.
Οἱ θερμὲς προσευχὲς τοῦ λαοῦ γιὰ τὸν ποιμενάρχη τοὺς εἰσακούστηκαν. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς καὶ ὁ Μαξιμιανὸς πέθαναν, ἀνέβηκε στὸν θρόνο ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ γιὸς τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Χλωροῦ καὶ τῆς Ἁγίας Ἑλένης, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε μετὰ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀπὸ τὰ μεγάλα ἔργα ποὺ ἔκανε καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἀναδιοργάνωσε τὴν Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Ὁ Κωνσταντῖνος διέταξε ὅλους τους ἐπάρχους, νὰ ἐλευθερώσουν ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὶς φυλακὲς καὶ νὰ γκρεμίσουν τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Ποιός μπορεῖ νὰ περιγράψει τί ἔγινε τότε; Ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀδύνατη νὰ ἐκφράσει τὰ συναισθήματα ποὺ πλημμύριζαν τὸν λαὸ καὶ ἡ πέννα ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀδύνατη νὰ παραστήσει τὸ παραλήρημα, ποὺ κατέλαβε τοὺς χριστιανούς. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ἀδύνατος στὸ σῶμα ἀπὸ τὰ πολλὰ βάσανα, ἀκμαῖος ὅμως στὴν ψυχή, συνεχίζει τὰ ὑψηλά του καθήκοντα.
Πέρασε πιὰ ἡ τρυκυμία καὶ ἦρθε ἡ γαλήνη. Ὁ Ἅγιος εἶναι πάλι στὸν θρόνο του ἐλεύθερος νὰ φωτίζει τὸν δρόμο τῶν χριστιανῶν του, ἐλεύθερος νὰ σπογγίσει τὰ δάκρυά τους, νὰ λατρεύει τὸν Θεό, ν᾽ἀνυψώνει τὸ ποίμνιό του στὰ ὕψη τοῦ ἱεροῦ καὶ μεγάλου προορισμοῦ του. Δὲν φοβᾶται πιὰ τοὺς ἐχθρούς τῆς πίστεως. Στὰ ἅγιά του χέρια ὁ Πανάγαθος ἐμπιστεύθηκε θεϊκὴ δύναμη κι’ ἐκεῖνος τὴν χρησιμοποιοῦσε μὲ ἀγαθότητα, μὲ πραότητα, μὰ καὶ μὲ ὁρμὴ συνταρακτική, ὅταν ἀντίκρυζε τοὺς ἀγῶνες ἐναντίον τοῦ Σατανᾶ καὶ τῶν ὀργάνων του.
Ἔτσι πέρασε ὅλη του ἡ ζωή. Ἔφτασε παντοῦ, κι ὅταν δὲν μποροῦσε νὰ φτάσει μὲ τὰ ἄθλια μέσα τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἔφτανε μὲ τὸ πνεῦμα του. Παρηγοροῦσε τοὺς πονεμένους καὶ συμβούλευε τοὺς πλανημένους, ἐνίσχυε τοὺς φτωχούς. Φρόντιζε ἰδιαίτερα γιὰ τὰ νειάτα. Ἦταν ἕνας φωτεινὸς ὁδηγός, ποὺ μὲ τὰ λόγια του καὶ τὸ παράδειγμά του φώτιζε, καθοδηγοῦσε, ἐνέπνεε. Τὶς ἐλεημοσύνες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τὶς νηστεῖες του μόνο ὁ Θεὸς τὶς ξέρει. Ἀπέφευγε τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων καὶ ζητοῦσε μόνο τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾽ ὅσο κρυβόταν ὁ Ἅγιος, τόσο ὁ Πανάγαθος τὸν τιμοῦσε, γιατί ὁ Ἅγιος τιμοῦσε μὲ τὰ ἔργα του τὸν Θεό. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου παρουσιάστηκε πάλι ὁ σατανᾶς, μὲ μορφὴ ἀνθρώπου, κι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἄρειος.
Ὁ Ἄρειος ἦταν διάκος καὶ ἀρκετὰ μορφωμένος. Ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ τὸν ἔφτιαξε ὁ Θεός, δηλαδὴ ἦταν δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος  Ἀλεξανδρείας Πέτρος, τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπή. Ὁ Ἄρειος κατώρθωσε νὰ πάρει μὲ τὸ μέρος του τὸν ἐπίσκοπο Νικομηδείας καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀρχιερεῖς. Τότε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος γιὰ νὰ σταματήσει ἡ σύγχυση μέσα στὴν χριστιανωσύνη, ἔδωσε ἐντολή, νὰ μαζευτοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ κληρικοὶ στὴν πόλη Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325μ.Χ., καὶ νὰ βροῦν τὴ λύση, νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια. Στὴν Α΄αὐτὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἔλαβαν μέρος 318 Πατέρες καὶ ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Σπυρίδωνας, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ ἄλλοι. Ὅταν σὲ κάποια στιγμὴ ὁ Ἄρειος ἔφερε σὲ ἀδιέξοδο τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ὁ Ἅγιος Σπυρίδωνας ἔκανε τὸ θαῦμα μὲ τὸ κεραμίδι. Δηλαδὴ ἔβαλε ἕνα κομμάτι κεραμίδι στὴ χούφτα του, τὸ ἔσφιξε καὶ αὐτὸ χωρίστηκε στὰ τρία: σὲ χῶμα, νερὸ καὶ φωτιά. Μὲ αὐτὸ τὸν θαῦμα ἀπέδειξε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ (Πατέρας – Υἱὸς – Ἅγιο Πνεῦμα). Ὁ Ἄρειος ὅμως λόγῳ τοῦ ἐγωισμοῦ του δὲν πείστηκε καὶ μὲ τὴν ρητορική του ἱκανότητα, γιατί ἦταν πολὺ μορφωμένος καὶ μιλοῦσε μὲ θάρρος καὶ παρρησία, εἶπε ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι δαιμονικό. Τότε, ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀγανακτισμένος, δὲν κρατήθηκε, σηκώθηκε ἀπὸ τὴν θέση του καὶ ἔδωσε ἕνα δυνατὸ χαστούκι στὸν Ἄρειο.
-Βασιλιά, εἶπε ὁ Ἄρειος, εἶναι σωστὸ μπροστά σου, ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες νὰ μὲ κτυπήσει; Ἂν εἶναι ἀμαθής, ἂς μὴ μιλάει, ὅπως κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι, ἂν πάλι ξέρει, ἂς πεῖ τὴ γνώμη του.
-Σωστὰ μιλᾶς, Ἄρειε, τοῦ λέει ὁ Βασιλιάς. Ὁ Νικόλαος θὰ φυλακιστεῖ μέχρι νὰ τελειώσει ἡ Σύνοδος.
Φυλακίστηκε, γιατί δὲν ἐπιτρεπόταν κανεὶς νὰ κτυπήσει κάποιο, μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Αὐτοκράτορα καὶ ἡ ποινὴ ἦταν ὁ θάνατος. Ὁ Αὐτοκράτορας ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πιάσουν τὸν ἐπίσκοπο Μύρων Νικόλαο. Τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔβαλαν φυλακή, γιατί τὸν σεβόταν καὶ δὲν ἤθελε τὸν θάνατό του. Τὴν νύκτα παρουσιάστηκε μέσα σὲ ἄσπρο σύννεφο ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία καὶ τὸν ρώτησαν γιατί τὸν ἔβαλαν φυλακή.
-Γιὰ τὴν δικιά σας ἀγάπη καὶ πίστη μου, ἀπάντησε ὁ Νικόλαος. Τότε ὁ Χριστὸς τὸν ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Παναγία μας τὸ ὠμοφόριο τοῦ Ἀρχιερέα. Τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν τοῦ πῆγαν φαγητὸ καὶ νερὸ στὴ φυλακή, τὸν εἶδαν νὰ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς εἶπε τὴν ὀπτασία ποὺ εἶδε καὶ τί τοῦ συνέβη. Ὅλοι δόξασαν τὸν Θεό. Ἡ Σύνοδος, καταδίκασε τὸν Ἄρειο ὡς αἱρετικὸ κι οἱ Πατέρες γύρισαν στὶς ἐπαρχίες τους.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἐπέστρεψε στὰ Μύρα. Σὲ ἡλικία 100 χρόνων περίπου, ἀρρρώστησε καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη περὶ τὸ ἔτος 333 μ.Χ. γιὰ νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν Κύριο ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε. Προτοῦ πεθάνει, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν, σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδε ἀγγέλους ποὺ ἔρχονταν, γιὰ νὰ παραλάβουν τὴν ἁγιασμένη ψυχή του. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐτάφη στὴν αὐλὴ τῆς Ἐπισκοπῆς Λυκίας. Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια, στὴν πρώτη Σταυροφορία τῶν Φράγκων κι ὅταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου ἦταν ὁ Ἀλέξιος ὁ Α΄, τὸ μετέφερε στὸ Μπάρι τῆς Ἰταλίας.
Ἡ μνήμη αὐτὴ τῆς μεταφορᾶς γιοράζεται στὶς 20 Μαΐου. Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου στὶς 6 Δεκεμβρίου, ἡμέρα ποὺ πέθανε, καὶ τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν μεγαλυτέρων καὶ ἐπισημοτέρων Ἁγίων. Ἡ Πέμπτη μέρα τῆς ἑβδομάδας εἶναι ἀφιερωμένη σ᾽αὐτόν.
Ἐπίσης χαρακτηρίζει τὸν Ἅγιο καὶ ὡς ἰσαπόστολο, γιὰ τὸ μεγάλο του ἔργο. Θεωρεῖται καὶ σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους προστάτες τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, γιατί ὁ μεγάλος αὐτὸς ἱεράρχης, μὲ τὰ ἄπειρα θαύματά του, ἀναδείχθηκε ὁ προστάτης ἅγιος τῶν θαλασσινῶν καὶ τῶν ναυτιλλομένων. Ἐπειδὴ ἡ Ἑλλάδα εἶναι κατ᾽ἐξοχὴν ναυτικὴ χώρα, τόσο στὸ Ἐμπορικό, ὅσο καὶ στὸ Πολεμικὸ Ναυτικό, γιορτάζει πανηγυρικὰ τὸν Ἅγιο, καὶ στοὺς Ναυστάθμους, καὶ ὅπου ὑπάρχει ναυτικὴ μονάδα, τελοῦνται λειτουργίες καὶ δοξολογίες στὴ μνήμη του.
Τὸν Ἅγιο Νικόλαο δὲν τὸν τιμοῦν μόνο οἱ ἄνθρωποι τῆς θάλασσας, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολο τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου.

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Ἅγιος Νικόλαος ἔκανε πολλὰ θαύματα, τὰ πιὸ πολλὰ σὲ πλοῖα ποὺ κινδύνευαν, γι΄αὐτὸ καὶ οἱ χριστιανοὶ ναυτικοὶ τὸν ἔχουν προστάτη τους. Σὲ κάθε καράβι, σὲ κάθε βάρκα καὶ γενικὰ σὲ κάθε πλεούμενο ὑπάρχει ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου εἶναι τὰ πιὸ κάτω:

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ.

Κάποτε ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀναχώρησε μὲ ἕνα Αἰγυπτιακὸ καράβι νὰ πάει στὰ Ἱεροσόλυμα, νὰ δεῖ τοὺς Ἁγίους Τόπους ἐκεῖ ποὺ μαρτύρησε ὁ Θεάνθρωπος. Ἤθελε νὰ προσκυνήσει τὸν Πανάγιο Τάφο τοῦ Κυρίου. Τὸ βράδυ, εἶδε στὸν ὕπνο του, ὅτι εἶχε πιάσει μεγάλη τρικυμία καὶ ὁ σατανᾶς ἔκοψε τὰ σχοινιὰ ἀπὸ τὸ καράβι κι ἔσπασε τὸ τιμόνι. Τὸ πρωί, λέει στὸν καπετάνιο ὅτι, ἂν πιάσει τρικυμία, νὰ μὴ φοβηθεῖ, γιατί θὰ εἶναι ἔργο τοῦ σατανᾶ, κι ὁ Θεὸς θὰ τοὺς βοηθήσει. Στὸ καράβι ἦταν πολλοὶ χριστιανοὶ ποὺ πήγαιναν καὶ αὐτοὶ γιὰ νὰ προσκυνήσουν. Στὴ μέση τοῦ ταξιδιοῦ τους, ξέσπασε πολὺ μεγάλη φουρτούνα καὶ περίμεναν ὅλοι τους νὰ βουλιάξουν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή. Ἀμέσως ὅλοι πῆγαν κοντὰ στὸν Ἅγιο νὰ τοὺς σώσει ἀπὸ τὸν βέβαιο πνιγμό. Πράγματι ὁ Ἅγιος γονάτισε καὶ προσευχήθηκε θερμὰ στὸν Κύριο παρακαλώντας τον νὰ καταπαύσει ἡ μεγάλη θαλασσοταραχὴ καὶ ὁ πολὺ δυνατὸς ἄνεμος. Πράγματι ὁ ἄνεμος σταμάτησε καὶ ἡ θάλασσα γαλήνεψε. Ὅμως κάποιος ναύτης τὴν ὥρα τῆς φουρτούνας ἀνέβηκε στὸ κατάρτι, γιὰ νὰ φτιάξει τὸ πανὶ γλύστρισε κι ἔπεσε στὸ κατάστρωμα καὶ σκοτώθηκε. Τότε ὁ Ἅγιος Νικόλαος πῆγε κοντά του, παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀναστήσει καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ ναύτης ἀναστήθηκε, σηκώθηκε σὰν νὰ ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, πολλοὶ ἔτρεξαν κοντὰ στὸν Ἅγιο καὶ βρῆκαν τὴ θεραπεία τους.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΑ ΜΥΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ.

Κάποτε ἦρθε πολὺ μεγάλη πείνα στὴν περιοχὴ τῆς Λυκίας. Οἱ κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς οὐδέποτε θυμοῦνται τέτοια μεγάλη πείνα. Τὰ δὲ Μύρα ἡ ἐπαρχία τοῦ Ἁγίου Νικολάου κινδύνεψε νὰ καταστραφεῖ. Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος λυπήθηκε τὸ ποίμνιό του καὶ ἐνήργησε ὡς ἀκολούθως: Κάποιος πλοίαρχος φόρτωσε τὸ πλοῖο του μὲ σιτάρι μὲ προορισμὸ τὴν Γαλλία. Τὴ νύχτα στὸν ὕπνο του βλέπει τὸν Ἅγιο Νικόλαο νὰ τοῦ λέει: “τὸ σιτάρι νὰ τὸ πάρεις στὰ Μύρα τῆς Λυκίας καὶ ὄχι στὴν Γαλλία, γιατί ἐκεῖ εἶναι μεγάλη πείνα καὶ θὰ τὸ πωλήσεις πολὺ ἀκριβὰ καὶ γρήγορα. Πάρε δὲ καὶ τρία φλωριὰ καὶ ὅταν φθάσεις στὰ Μύρα, θὰ πάρεις καὶ τὰ ὑπόλοιπα χρήματα. Τὸ πρωῒ ἀφοῦ ξύπνησε ὁ πλοίαρχος, βρῆκε στὰ χέρια του τὰ νομίσματα, διηγήθηκε στοὺς ναῦτες του τὰ ὅσα τοῦ συνέβησαν τὴ νύχτα καὶ τοὺς ἔδειξε καὶ τὰ νομίσματα. Ὅλοι συμφώνησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσουν τὸ πλοῖο στὰ Μύρα γιατί ἤτανε θέλημα Θεοῦ. Πράγματι, ἀφοῦ ἔφθασαν στὰ Μύρα, πώλησαν ἀμέσως ὅλο τὸ σιτάρι σὲ πολὺ καλὴ τιμή, οἱ δὲ κάτοικοι τῶν Μύρων δόξασαν τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τοὺς φρόντησε γιὰ νὰ μὴν πεθάνουν ἀπὸ τὴν πείνα, ἀλλὰ πάντοτε φροντίζει αὐτοὺς ποὺ στηρίζουν τὴν ἐλπίδα τους στὸ πλούσιό του ἔλεος.

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΚΑΙ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΚΑΪΚΙ

Κάποτε ἕνα καΐκι κινδύνεψε νὰ βουλιάξει. Οἱ ναῦτες του κάλεσαν τότε τὸν Ἅγιο Νικόλαο νὰ τοὺς σώσει, γιατί ἄκουσαν ὅτι ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ προστάτης τῶν θαλασσινῶν καὶ ὅτι τοὺς βοηθᾶ. Ἐπεκαλέσθησαν τὸν Ἅγιο μὲ τοῦτα τὰ λόγια: ” Ἅγιε Νικόλαε, βοήθησέ μας τὴν ὥρα αὐτή, γιατί πνιγόμαστε”. Πράγματι ξαφνικὰ παρουσιάστηκε στὴν πρύμνη τοῦ καϊκιοῦ ἕνας καλόγερος, ποὺ κρατοῦσε τὸ τιμόνι καὶ εἶπε στοὺς ναῦτες: “Μὴ φοβᾶστε, μὲ φωνάξατε νὰ σᾶς βοηθήσω καὶ ἀμέσως ἦρθα νὰ σᾶς βοηθήσω”. Ὅταν ἡ θάλασσα γαλήνεψε, ὁ Ἅγιος χάθηκε, οἱ ναῦτες βγῆκαν στὸ λιμάνι τῶν Μύρων καὶ ζήτησαν νὰ δοῦν τὸν Ἅγιο Νικόλαο. Μόλις μπῆκαν στὴν Μητρόπολη εἶδαν τὸν ἴδιο καλόγερο ποὺ ἦταν στὸ τιμόνι καὶ τοὺς ἔσωσε. Τὸν ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορὰ καὶ τὸν γνώρισαν. Ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Ἀμέσως ἔπεσαν καὶ τὸν προσκύνησαν λέγοντες: “Εὐχαριστοῦμεν σέ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, γιατί ἂν δὲν πρόφτανες νὰ ἔρθεις, θὰ πνιγόμασταν στὴ θάλασσα”.

ΠΗΓΗ: «Ἀναβάσεις», anavaseis.blogspot.com

Advertisements

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: