«ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΝΑ ΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΙΤΗ»

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΣΤΟΝ Ι. ΝΑΟ ΑΓ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΤΡΩΝ ΣΤΙΣ 30.11.10

1. Οἱ τρεῖς πορεῖες

Σκεπτόμενος τὴν μεγάλη μορφὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, ἀναλογίζομαι τὶς τρεῖς μεγαλειώδεις πορεῖες ποὺ πραγματοποίησε στὴν ζωή του. Οἱ ἄνθρωποι συνηθίζουν νὰ κάνουν πορεῖες γιὰ νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματά τους καὶ νὰ ἐκφράσουν τὰ δίκαια αἰτήματά τους. Καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔκανε τρεῖς μεγαλειώδεις πορεῖες, τὶς ὁποῖες θὰ ἀναφέρω.
πρώτη πορεία του ταν πρς τν Τίμιο Πρόδρομο κα μπορε ν τιτλοφορηθ ναζήτηση. Ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐρισκόμενος στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, κήρυττε τὴν μετάνοια, ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦσαν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε ἔντονα πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα. Στοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυὶδ εἶναι γραμμένο: «αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον, ζητούντων τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Ἰακὼβ» (Ψαλμ. κγ´, 6). Ἀνῆκε, λοιπόν, στὴν γενιὰ ποὺ ἀναζητοῦσαν τὸν Χριστό, γιὰ νὰ τοὺς ἐλευθερώση ἀπὸ τὶς δύσκολες καταστάσεις στὶς ὁποῖες ζοῦσαν.

δεύτερη πορεία το γίου νδρέου ταν π τν γιο ωάννη τν Πρόδρομο στν Χριστ κα μπορε ν χαρακτηρισθ ς ερεση. Ἐδῶ σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξε ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Ἦταν ἕνας Προφήτης, ποὺ ἔζησε στὸ μεταίχμιο μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, ποὺ εἶχε λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μητέρας του, ἐνῶ ἦταν ἔξι μηνῶν βρέφος. Αὐτὴ ἡ ἀνακάλυψη φαίνεται καθαρότερα στὸν λόγο ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας στὸν ἀδελφό του Σίμωνα-Πέτρο. Τοῦ εἶπε: «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» (Ἰω. α´ , 42). Εἶναι σημαντικὸς αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Πρωτοκλήτου.
Ὁ Ἀρχιμήδης, ὅταν βρῆκε ἕναν νόμο τῆς φύσεως, φώναξε σὰν τρελὸς «εὕρηκα, εὕρηκα». γιος νδρέας δν βρκε ναν νόμο τς φύσεως, λλ τν δημιουργό τς φύσεως, τὸν Χριστό. Ἔτσι, καταλαβαίνουμε ὅτι λήθεια δν εναι «τί», πράγμα, ντικείμενο, δν εναι μία φηρημένη δέα, λλ «τίς», πρόσωπο κα μάλιστα τ πρόσωπο το Θεο. Κατὰ τὸν ἰδεαλισμὸ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία ἰδέα –«ἐν ἀρχῇ ἢν ἡ ἰδέα». Γιὰ τὸν ὑλισμὸ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ὕλη –«ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ὕλη». Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἡ ἀλήθεια εἶναι πρόσωπο –«ἐν ἀρχῇ ἧν ὁ Λόγος» (Ἰω. α´ , 1).
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει: «τοῦτο τὸ ρῆμα ψυχῆς ἐστιν ὠδινούσης τὴν παρουσίαν τοῦ Σωτῆρος καὶ προσδοκώσης τὴν ἄφιξιν ἄνωθεν καὶ περιχαροῦς γεγενημένης μετὰ τὸ φανῆναι τὸ προσδοκώμενον». Ἂς προσέξουμε τὰ ρήματα «ὠδινούσης»  καὶ «προσδοκώσης» ψυχῆς. Πρόκειται γιὰ ἕναν πόνο ἐσωτερικό, γιὰ μία γέννα, ἀλλὰ καὶ γιὰ μία νοσταλγία. Γίνεται λόγος γιὰ σπέρμα πνευματικὸ ποὺ εἰσέρχεται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ κυοφορεῖ πνεῦμα σωτηρίας. Δὲν ἐνδιέφεραν τὸν ἅγιο Ἀνδρέα ἐπίγειες χαρές, ἀλλὰ οὐράνιες προσδοκίες. Ὠδινοῦσε γιὰ τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Στὴν πορεία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου ἐξαίρεται ἡ σημαντικὴ παρουσία τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἦταν ὁ Πνευματικὸς Πατέρας καὶ διδάσκαλός του, ἀλλὰ δὲν τὸν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του, δὲν ἤθελε νὰ τὸν κάνη ὀπαδό του, ἀλλὰ τοῦ ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὸν Χριστό. Εἶπε δὲ ἐκεῖνον τὸν ἐκπληκτικὸ λόγο: «αὐτὸν δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰω. γ´ , 30). Ἤθελε νὰ ἐξαφανισθῆ μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

τρίτη πορεία το γίου νδρέου εναι πορεία π τν Χριστ πρς τν Σταυρ κα μπορε ν χαρακτηρισθ πορεία πρς τν δόξα. Μαθήτευσε τρία χρόνια κοντὰ στὸν Χριστό, ἔζησε τὴν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔλαβε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ στὴν συνέχεια ἐξῆλθε σὲ ὅλον τὸν κόσμο γιὰ νὰ κηρύξη τὸ μήνυμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε ἕως τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του, ἐδῶ στὴν Πάτρα.
Ἔτσι, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀπὸ τὴν μικρὴ Παλαιστίνη ἐξῆλθε σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀπὸ μία μικρὴ ἐπαρχία ταξίδευσε, μὲ τὰ πενιχρὰ μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, στὴν Οἰκουμένη, ἀπὸ δουλοπάροικος ποὺ ἦταν, ἀφοῦ ἡ Παλαιστίνη ἦταν ὑπόδουλη στοὺς Ρωμαίους, ἔγινε ἐλεύθερος ἐν Χριστῷ καὶ μαζὶ μὲ τoὺς ἄλλους Ἀποστόλους συνετέλεσαν στὸ νὰ μεταμορφώσουν τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία σὲ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία, ποὺ ἀνέδειξε τέτοιον πολιτισμό. Ὁ ἴδιος δὲ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία στὸ Βυζάντιο καὶ γι᾽ αὐτὸ θεωρεῖται ὡς ὁ προστάτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Διερωτᾶται κανείς: Ποιά ἦταν ἡ δύναμη τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου καὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων γιὰ νὰ κάνουν αὐτὴν τὴν μεγαλειώδη πορεία ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀναζήτηση, τὴν εὕρεση καὶ τὴν δόξα; Ἀσφαλῶς ἡ πίστη στὸν Χριστό, ποὺ δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη ἰδεολογία, ἀλλὰ σχέση καὶ κοινωνία μαζί Του. Γιατί, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ἡ πίστη εἶναι ἐνυπόστατη, «Χριστὸν εἶναι φαμὲν τὴν ἐνυπόστατον πίστιν», καὶ κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ ἡ πίστη εἶναι «νόησις καὶ ὅρασις καρδίας». Τελικὰ ἡ πίστη εἶναι σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.
Ἔτσι, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔκανε τρεῖς θαυμαστὲς πορεῖες. Ἡ μία πρὸς τὸν Προφήτη τῆς μετανοίας, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ἡ δεύτερη πρὸς τὸν Χριστό, τὸν ἐναθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ τρίτη πρὸς τὴν Οἰκουμένη, τὴν τότε κοινωνία, ποὺ ὁδήγησε πρὸς τὴν σταυρικὴ θυσία καὶ τὴν οὐράνια πολιτεία. Μὲ αὐτὲς τὶς πορεῖες, ποὺ εἶναι ἐπαναστατικές, γινε ορανοπολίτης.

2. Ἡ δική μας πορεία

Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου ὑποδεικνύει σὲ μᾶς νὰ κάνουμε παρόμοιες πορεῖες σὲ δύο σημεῖα.

Τὸ πρῶτον εἶναι στὸ ν βγομε π τν φιλαυτία μας κα ν δηγηθομε στν φιλοθεΐα κα τν φιλανθρωπία. Αὐτὸ οὐσιαστικὰ ἔκανε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ στὴν συνέχεια ἀγάπησε ὅλο τὸν κόσμο.
Φιλαυτία εἶναι τὸ κλείσιμο μέσα στὸν ἑαυτό μας, εἶναι ἡ ἄλογη φιλία πρὸς τὸ σῶμα μας, ἡ κυριαρχία τῆς εὐδαιμονίας, ἡ φυλακὴ στὴν αὐτάρκειά μας. Αὐτὴ εἶναι μία φρικτὴ φυλακὴ καὶ γεμίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ φοβία, ἀνασφάλεια, ὑπαρξιακὸ κενό, ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ μοναξιά, ἀλλὰ καὶ μία ψυχικὴ ἀναπηρία καὶ ὑπαρξιακὴ αὐτοκτονία.
Εἶπε κάποιος ὅτι κόλαση εἶναι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς κλεισμένος σὲ ἕνα δωμάτιο καὶ νὰ τὸν περιβάλλουν ἀπὸ παντοῦ παραμορφωτικὰ κάτοπτρα καὶ νὰ βλέπη συνεχῶς τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι, ἡ κόλαση ταυτίζεται μὲ τὴν φιλαυτία, τὸ νὰ μὴν μπορῆ κανεὶς νὰ δῆ πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.
Ἡ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν κόλαση τῆς φιλαυτίας ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν φιλοθεΐα, δηλαδὴ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἐξίσταται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ζῆ γιὰ τὸν Χριστό, γεμίζει ἀπὸ ἀγάπη, πληροῦται ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος του ἀπὸ φῶς καὶ ζωή. Τὸ ἑπόμενο δὲ βῆμα εἶναι ἡ φιλανθρωπία, δηλαδὴ ἡ ἀγάπη γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι δημιουργημένος κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ.
Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Θεό, ἀγαπᾶ ὁπωσδήποτε καὶ τὸν συνάνθρωπο, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ ἀδελφό του. Καὶ εἶναι γνωστὸς ὁ πατερικὸς λόγος: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες τὸν Θεόν σου», ὅπως εἶναι γνωστὸς καὶ ὁ λόγος τοῦ ὁσίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι «καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης κτίσεως».

Τὸ δεύτερο σημεῖο ποὺ ἐξάγεται ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου εἶναι ὅτι ὅταν κανεὶς ὁδηγῆται μὲ τὴν βοήθεια κάποιου Προφήτη πρὸς τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, τότε λαμβάνει ζωὴ ποὺ εἶναι ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καὶ δὲν φοβᾶται τίποτε, δὲν διακατέχεται ἀπὸ φοβίες, εἶναι ἐλεύθερος ἀπ᾽ ὅλα, δὲν φοβᾶται οὔτε τὸν θάνατο.
Ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητές Του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας: «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι´ , 28).
Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν πίστη ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀψήφισε τὸν θάνατο καὶ ἔγινε παγκόσμιος, οὐράνιος ἄνθρωπος, ἀτρόμητος ἐν Χριστῷ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐξέφραζε αὐτὴν τὴν κατάσταση γράφοντας: «πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἠμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἠμῶν» (Ρωμ. η´ , 38-39). Εἶχε μέσα του τὸν Χριστὸ καὶ δὲν τὸν διακατεῖχε κανένας φόβος.
Εἶναι θαυμάσιο τὸ χωρίο τῆς πρὸς Διόγνητον ἐπιστολῆς τοῦ β´  αἰῶνος ποὺ ἐκφράζει τὴν πίστη τῶν πρώτων Χριστιανῶν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφεται ὅτι οἱ Χριστιανοὶ «πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ᾽ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολίται, καὶ πανθ᾽ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη πατρὶς ἐστὶν αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη». Δηλαδή, οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν πατρίδες, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ζοῦν ὡσὰν νὰ εἶναι πάροικοι, μετέχουν στὴν κοινωνικὴ ζωὴ ὡς πολίτες, ἀλλὰ ὅλα τὰ ὑπομένουν ὡσὰν νὰ εἶναι ξένοι. Κάθε ξένο τόπο τὸν θεωροῦν πατρίδα τους, καὶ τὴν πατρίδα τοὺς τὴν θεωροῦν ὡς ξένη. Ἄλλωστε, «ἠμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ , 20).
Καὶ αὐτὸ συμβαίνει γιατί, πάλι κατὰ τὴν πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή, οἱ Χριστιανοὶ «ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ᾽ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. Πείθονται τοῖς ὠρισμένοις νόμοις, καὶ τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους». Δηλαδή, ζοῦν στὴν γῆ, ἀλλὰ πολιτεύονται στὸν οὐρανό, ὑπακούουν στοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ μὲ τὴν ζωὴ τοὺς ὑπερβαίνουν τοὺς νόμους.
Εἶναι ἐξόχως καταπληκτικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ποὺ λέγει ὅτι ὁ Χριστιανὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς «πολίτης» τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλὰ εἶναι «ὁδίτης» πρὸς τὸ οὐράνιο πολίτευμα.
Καὶ γράφει: «μὴ εἴπῃς· ἔχω τήνδε τὴν πόλιν καὶ ἔχω τήνδε. Οὐκ ἔχει οὐδεὶς πόλιν. πόλις νω στίν. Τὰ παρόντα ὁδὸς ἐστίν». Δηλαδή, οἱ Χριστιανοὶ θεωροῦν ὡς πραγματική τους πόλη τὸν οὐρανό, ἤτοι τὴν μετοχὴ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ διαρκῶς πορεύονται πρὸς αὐτὴν τὴν ἔνδοξη πόλη. Ἔτσι, στν πραγματικότητα εμαστε «δίτες» πρς τν ορανούπολη. Καὶ αὐτὸ συνδέεται μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ´ , 14). Εἴμαστε «οὐρανοδρόμοι» καὶ «οὐρανοπολίτες».
Παρὰ ταῦτα, ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Χριστιανοί, τὰ νεώτερα ἀδέλφια τέτοιων μεγάλων ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν διδασκάλων, ἂν καὶ ἔχουμε τέτοιους ἁγίους, ὅπως τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, ζοῦμε πολὺ φτωχά, εἴμαστε φοβισμένοι, φοβόμαστε κάθε μικρὸ ἐχθρό, ἀκόμη καὶ τὴν σκιά μας, εἴμαστε φυλακισμένοι στὴν φιλαυτία μας, κλεισμένοι μέσα στὰ στενὰ κελλιὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας, διακατεχόμαστε ἀπὸ ἀνασφάλεια.
Φοβόμαστε τὸν διπλανό μας, ἀφοῦ τὸν κάθε ἄνθρωπο τὸν θεωροῦμε ἀπειλὴ τῆς ὕπαρξής μας, φοβόμαστε τὸν διάβολο, τὸν Ἀντίχριστο, πράγμα τὸ ὁποῖο δὲν συνέβαινε στοὺς ἁγίους, γιατί ὅποιος συνδέεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀγαπᾶ τοὺς ἀδελφούς του δὲν μπορεῖ νὰ φοβᾶται κανέναν, ἀφοῦ κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α´  Ἰω. δ´ , 18).
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος ἑνὸς λογοτέχνη ποὺ μιλᾶ γιὰ τὸν σύγχρονο ἀγχώδη ἄνθρωπο καὶ τὸν συγκρίνει μὲ τὸν Φώτη Κόντογλου, τὸν γνωστὸ Χριστιανὸ καλλιτέχνη, ὁ ὁποῖος ἐμπνεόταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γράφει: «Στὸ δρόμο περνώντας, βλέπεις χιλιάδες ἀνθρώπους καὶ λές: νεκροταφεῖο κινούμενο εἶναι ὁ δρόμος. Ὅλοι τοῦτοι πέθαναν ἢ θὰ πεθάνουν. Σὰν τὰ πρόβατα, σὰν τὶς ὄρνιθες, καταχτυποῦν μία στιγμὴ τὶς σκόνες καὶ τὰ πεζοδρόμια κι ὕστερα θὰ χαθοῦν, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξαν ποτέ τους. Καὶ ξάφνου βλέπεις ἕναν καὶ τινάζεσαι χαρούμενος. Λές: τοῦτος δὲν θὰ πεθάνει. Τοῦτος ἔχει ψυχή, πιάνει τὴν ὕλη καὶ τὴν κάνει πνεῦμα, τοῦ δόθηκε μία στάλα ἐφήμερη ζωὴ καὶ τὴν κάνει ἀθανασία… τὰ μάτια του λάμπουν κι εἶναι τὰ χέρια του γεμάτα ἀνυπομονησία καὶ δύναμη. Κι ὅταν τὸν παρασφίξει ἡ πίκρα, ἀρχινάει καὶ ψέλνει ἕνα τροπάρι: “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…” ἢ “Σιγησάτω πᾶσα σὰρξ βροτεία…“. Κι ἡ πίκρα ξορκίζεται κι ἡ γῆς μετατοπίζεται κι ὁ Κόντογλου, μὲ τὰ σγουρὰ μαλλιά του, μὲ τὰ μεγάλα του μάτια μπαίνει ὁλάκερος στὸν παράδεισο».

Ἔτσι ζοῦν οἱ ἅγιοι, χωρὶς φοβίες, χωρὶς ἀνασφάλειες, ἀλλὰ μὲ τὴν δύναμη καὶ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ ἀντιμετωπίζουν τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὑπερβαίνουν θαρραλέα καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου.

Ἀγαπητοί μου,

Πολλοί μᾶς ρωτοῦν γιὰ τὴν κάρτα τοῦ πολίτη ποὺ ἑτοιμάζεται. Βεβαίως, θὰ ἀποφανθῆ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὅπως ἤδη ἀσχολεῖται. Τὰ ἐπίλεκτα μέλη τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι παρόντα σήμερα στὴν πανηγυρικὴ αὐτὴ θεία Λειτουργία, ἔχουν βαθειὰ αἴσθηση τῆς εὐθύνης, διαθέτουν ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ ὀρθόδοξη συνείδηση καὶ θὰ ἀποφανθοῦν μὲ σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴν Ἱερὰ Σύνοδο, δὲν εἴμαστε «ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ , 36).
Ὅμως, κενο πο χρειάζεται πειγόντως εναι ν λάβουμε «τν κάρτα το ορανοπολίτη». Οἱ ἅγιοι, ὅπως ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, πορεύθηκαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν οὐράνια πόλη, ὑπερβαίνοντας ὅλες τὶς ἀντίξοες συνθῆκες στὴν ζωή τους καὶ μάλιστα ἀντιμετώπισαν, μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μία σιδηρόφρακτη ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ποὺ εἶχε σύμβολα εἰδωλολατρικὰ καὶ λάτρευε τὸν αὐτοκράτορα ὡς θεό. Ο γιοι λαβαν τν κάρτα το ορανοπολίτη, ἔγιναν οὐρανοπολίτες.
Καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ συνδεόμαστε μὲ τὸν Χριστό, ν χαραχθ τ νομα το Χριστο στν καρδιά μας, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τῆς Ἀποκαλύψεως «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀρνίον ἑστηκὸς ἐπὶ τὸ ὅρος Σιών, καὶ μετ᾽  αὐτοῦ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, ἔχουσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ γεγραμμένον ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ´ , 1).
Αὐτὸ δὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρνίου καὶ τοῦ Πατρός του στὸ μέτωπο τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ δηλώνει, κατὰ τὸν Ἀρέθα Καισαρείας, «ὡς τῷ θείω φωτὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ τοῦ θείου σφραγίζονται, δι᾽ οὗ τοῖς ἀντιτίμοις ἐπὶ τούτου καὶ ὀλεθρίοις δαίμοσι φοβεροὶ γίνονται». Τότε θὰ ἰσχύη ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου: «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστε, τεκνία, καὶ νενικήκατε αὐτούς, ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμω» (Α´  Ιω. δ´ , 4).
Ζώντας αὐτὴν τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ στὴν Ἐκκλησία, δὲν θὰ φοβόμαστε κανέναν, θὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι ἐν Χριστῷ, θὰ πορευόμαστε ἀπὸ τὴν φιλαυτία στὴν φιλοθεΐα καὶ τὴν φιλανθρωπία, ἀπὸ τὸ μικρὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦμε θὰ ἀνοιγόμαστε στὴν παγκοσμιότητα καὶ θὰ γίνουμε οὐρανοπολίτες. Δὲν θὰ βασανιζόμαστε ἀπὸ τὴν «μένουσαν πόλιν», μὲ ὅλα τὰ πτωτικά της φαινόμενα, ἀλλὰ θὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὴν «μέλλουσαν πόλιν» (Ἑβρ. ιγ´ , 14) «ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεὸς» (Ἑβρ. ια´ , 10).

ΠΗΓΗ: romfea.gr
Ἑλληνικὸς τονισμὸς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

 

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: