ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΗΜΩΝ (2)

«Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον»
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ»
-Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν χριστιανικὴν πίστιν καὶ ζωήν,
(ὑπὸ Ἀρχιμ. Λ. Ζιλλέ) ἐκδ. «ΖΩΗΣ», 1961

Φυσικά, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐγκαταλείψη τὴν ἐργασίαν του, νὰ ἀδιαφορήση διὰ τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν καὶ νὰ βασισθῆ διὰ τὴν ζωὴν του εἰς τὴν βοήθειαν καὶ τὴν συνδρομὴν τῶν ἄλλων. Ἐκτὸς ὡρισμένων εἰδικῶν ἐκκλησιαστικῶν κλήσεων, κάθε Χριστιανός, ὅπως καὶ κάθε ἄνθρωπος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ φροντίζῃ διὰ τὴν οἰκονομικήν του ἐπάρκειαν. Ἄλλωστε, τὸ νὰ ἐργάζεται κανεὶς καὶ νὰ λαμβάνη τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑλικήν του ζωήν, ἰδίως ὅταν ἔχῃ οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις καὶ εὐθύνας, ἐθεωρήθη ἀπὸ τοὺς ἀποσχολικοὺς χρόνους ὡς «ἀρετή», ὡς ἕνα καθῆκον ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὰς θεμελιώδεις ἀρετὰς τῆς φρονήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’  ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ μὴ ἀφήνῃ ποτὲ νὰ καταλάβῃ τὴν ψυχήν του ἡ ἀγωνία, ποὺ εἶναι σημεῖον ἀπιστίας, ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν πατρικὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν εὑρίσκεται εἰς δύσκολον οἰκονομικὴν κατάστασιν, θὰ ἱκετεύσῃ τὸν Θεὸν νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειάν του, νὰ τὸν φωτίσῃ διὰ νὰ εὕρῃ τὴν κατάλληλον λύσιν, τὸ κατάλληλον φάρμακον κατὰ τῶν δυσκολιῶν του.
Δὲν ἐπιτρέπειται ἐπίσης νὰ λησμονῇ ὁ Χριστιανὸς ὅτι ἄρτος ποὺ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸν δὲν εἶναι μόνον ὁ ἄρτος ὁ ἰδικός του, ὁ ἀτομικός του, ἀλλὰ καὶ ἄρτος «ἄρτος ἡμῶν», ὁ ἄρτος ὁ ἰδικός του, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄρτος τῶν ἀδελφῶν του, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ὁ ἔχων πρέπει νὰ εἶναι διάκονος τῶν μὴ ἐχόντων. Διὰ τὸν Χριστιανὸν ἡ «κλάσις τοῦ ἄρτου» δὲν ἔχει μόνον μυστηριακὴν σημασίαν· εἶναι ἐπίσης σύμβολον τῆς κοινότητος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Τὰ ὑλικὰ αὐτὰ ἀγαθὰ ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ τὰ βλέπῃ ὡς δωρεὰς τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχῃ δὲ πάντοτε κατὰ νοῦν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔλαβεν, εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ νὰ δίδῃ. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη δὲν μᾶς ἀπαλλάσσει μὲ κανένα τρόπον ἀπὸ δύο καθήκοντα, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὸν θεμελιώδη νόμον τῆς δικαιοσύνης. Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῶν εἶναι νὰ μὴ κερδίζωμεν ἢ νὰ μὴ προσπαθοῦμεν νὰ αὐξήσωμεν τὴν περιουσίαν μας μὲ ἀνέντιμα μέσα, λ.χ. μὲ τὴν ἀνηθικότητα ἢ μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἄλλων. Τὸ δεύτερον καθῆκον εἶναι νὰ ἐργαζώμεθα διὰ τὴν ἐπικράτησιν μιᾶς κοινωνικῆς τάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἐγγυᾶται εἰς ὅλους τοὐλάχιστον τὰ βασικὰ καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ζωὴν καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐξαρτῶνται οἱ μὴ ἔχοντες ἁπλῶς ἀπὸ τὴν γενναιοδωρίαν τῶν ἐχόντων. Φυσικά, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀκόμη ποὺ θὰ ἐπεκράτει τὸ ἰδεωδέστερον κοινωνικὸν καθεστώς, ὁ Χριστιανὸς θὰ εἶχε καθημερινῶς ἀπείρους εὐκαιρίας διὰ νὰ ἀσκήση καὶ νὰ ἀποδείξη ἐμπράκτως τὴν ἀγάπην του πρὸς τὸν «πλησίον», πρὸς τὸν ἀδελφόν. Δὲν πρέπει τέλος νὰ λησμονῇ ὁ Χριστιανὸς ὅτι ἡ ἀληθὴς ἀγάπη συνεπάγεται πάντοτε καὶ ἕνα μικρὸν ἢ μεγάλο στοιχεῖον θυσίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ δίδῃ ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ περίσσευμά του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ τοῦ εἶναι, ὑπὸ πᾶσαν ἔννοιαν, ἀπαραίτητον.
Ὁ ἄρτος ὅμως ποὺ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα δὲν εἶναι μόνον ὁ ἄρτος ὁ ὑλικός. Ὁ Κύριος μᾶς ἐξήγησεν ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ». Ὑπὸ τὸ πρῖσμα αὐτὸ ἡ αἴτησίς μας πρὸς τὸν Πατέρα ἀποκτᾶ εὐρύτερον περιεχόμενον. Δὲν σημαίνει ἁπλῶς: «δὸς ἡμῖν τὴν τροφήν μας καὶ τὰ ἀπαραίτητα μέσα διὰ τὴν ὑλικὴν συντήρησίν μας». Σημαίνει ἐπίσης: «δὸς ἡμῖν τὸν Λόγον σου, τὰ ρήματα ποὺ ἐξέρχονται ἐκ τοῦ στόματός σου. Βοήθησέ μας νὰ ζήσωμεν δι’ αὐτῶν καὶ συμφώνως πρὸς αὐτά». Τί εἶναι ὅμως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ; Ἐν πρώτοις, εἶναι ἡ συλλογὴ τῶν θείων καὶ θεοπνεύστων Γραφῶν. Ὁ Θεὸς ὡμίλησε διὰ τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἱστορικῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης· ὠμίλησεν ἐπίσης διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Εὐαγγελιστῶν τῆς Καινῆς. Τὴν φύλαξιν καὶ τὴν ἀλάθητον ἑρμηνείαν τῶν ἱερῶν αὐτῶν Γραγφῶν ἐνεπιστεύθη ὁ Θεὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Κάθε Χριστιανὸς δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ἀναζητῇ εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πνευματικὸν ἄρτον του, τὴν πνευματικήν του τροφήν. Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν πρέπει ὄχι μόνον νὰ «διαβάζῃ», ἀλλὰ κυριολεκτικῶς νὰ «μελετᾷ» τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ἔστω ἕνα στίχον, ἔστω μίαν λέξιν, ποὺ θὰ εἶναι δι’ αὐτὸν ἕνα πρόγραμμα, μία πηγὴ ἐμπνεύσεως, μία δύναμις ζωῆς. Τὸ Εὐαγγέλιον πρέπει νὰ γίνῃ ὁ φωτισμός του, ἡ παρηγορία του, ὁ νόμος τῆς ζωῆς του.
(συνεχίζεται)

Διαφήμιση

,

  1. ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΗΜΩΝ (3) « Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία
  2. ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΗΜΩΝ (4) « Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: