ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. B´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Ἡ καθαίρεση καί ἡ ἀναστήλωση τοῦ καμπαναριοῦ τῆς Παναγίας, στό ἴδιο ἀκριβῶς σχέδιο μέ τό παλιό, ἔγινε τό 1956-1961 ἀπό τόν περίφημο Τήνιο μαρμαρογλύπτη Ἰωάννη Εὐστρ. Φιλιππότη. Ἡ ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου, μέ τά περιορισμένα μάλιστα τεχνικά μέσα τῆς ἐποχῆς, ἦταν –ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Ἀλέκος Φλωράκης στό βιβλίο του γιά τόν Ἰωάννη Φιλιππότη– «ὄχι μόνο δύσκολη καί κοπιώδης, ἀλλά καί ἐπικίνδυνη. Μετακινώντας βαριά μάρμαρα σέ ὕψος 30 περίπου μέτρων, πάνω σέ μιά σκαλωσιά καί συχνά μέ ἰσχυρούς ἀνέμους, ἡ θεία συνδρομή ἀπομένει ἡ μόνη βεβαιότητα». Ἡ ἀπάντηση τῆς Παναγίας στήν πίστη τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ μαρμαρογλύπτη γίνεται φανερή ἀπό τά θαύματά της πού συνόδευσαν τίς ἐργασίες τοῦ καμπαναριοῦ στά πέντε χρόνια τῆς κατασκευῆς του, ὅπως τά ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ Φιλιππότης:
Ἀγώνας νά σηκώσουμε τή σκαλωσιά. Ἄντε καί μέ ἀέρα, φουρτοῦνες… Ἀφοῦ φτάσαμε ἴσα-ἴσα ἀπ’ τή μεγάλη καμπάνα, εἶχε ἀέρα πολύ, σοροκάδα, καί οἱ μαστόροι ἀρχίνησαν καί στενοχωριοῦνταν. Λέει, «Μά δέν μποροῦμε νά δουλέψουμε. Πᾶμε νά φύγουμε, νά πᾶμε στό χωριό… κι ὅταν εἶναι οἱ μέρες καλές ἐρχόμαστε». Τό βράδυ λοιπόν, πού ἦταν γιά νά φύγουμε τήν ἄλλη μέρα, ξάπλωσα σ’ ἕνα δωμάτιο πού μᾶς εἶχαν δώσει ἐκεῖ μέσα στήν Παναγία καί ἴσα-ἴσα μόλις εἶχα ζαβωθεῖ λιγάκι στόν ὕπνο, σά ν’ ἀνάβει ἕνα φῶς καί βλέπω ἀπάνω στή σκαλωσιά, σ’ ἕνα καντρόνι, νά στέκει ἡ μισή εἰκόνα τῆς Παναγίας. Συνέπεσε ἐκείνη τήν ἐποχή κι εἶχαν βγάλει τά τιμαλφῆ ἀπό μέσα κι ἦταν μόνο τό ξύλο καί τό σχίσιμο. Βλέπω λοιπόν ἀπάνω στή σκαλωσιά τή μισή μπάντα τῆς εἰκόνας πού εἶναι ἡ Παναγία πάνω… Ἔ, τήν ἄλλη μέρα καλοσύνη! Κι ἀρχίζουμε δουλειά. Λέει ὁ παπα-Λευτέρης: «Βλέπεις, Γιάννη, ἡ Παναγία εἶναι μαζί σου, μή φοβᾶσαι καθόλου!».
Ξεκεφαλώσαμε λοιπόν τή σκαλωσιά, ἀπάνω γι’ ἀπάνω, μέχρι τήν κορυφή, καί πιάσαμε τήν κατεδάφιση. Κανόνισα τά μπαλόγκα μου, τόν κύλινδρο, τό ζυγό, ὅλ’ αὐτά τά ἐργαλεῖα γιά νά σηκώνουν τά μάρμαρα. Ἀλλά τά πάνω-πάνω μάρμαρα ἦταν ἀκουμπισμένα σέ σίδερα, τά περισσότερα σπασμένα, καί ἦταν φόβος καί τρόμος νά τά βλέπεις. Λέω, «ἄν κάμουν κάτω καί σπάσουν, τί θά γινοῦμ’ ἐδῶ πάνω!» Καί θυμᾶμαι τό πρῶτο μάρμαρο, τή βάση τοῦ σταυροῦ, γύρευα νά βγάλω, ἀλλά εἶχαν ἕνα λοστό περασμένο μέσα οἱ παλαιοί κι εἶχαν ἀποκάτου ἕνα σίδερο, χαρούπα πού λένε, γιά νά κρατάει τό ἀλεξικέραυνο. Ἔπιασα λοιπόν μέ τό μπαλάγκο ἐκεῖ, ἄντε-ἄντε-ἄντε, ἔφτασε μέχρι ἑνός σημείου πού δέν  μπορούσαμε πιά νά τό πάρουμ’ ἀπάνω. «Βρέ τί θά γίνει, Παναγία μου βάλε τό χέρι σου, θά σκοτωθοῦμε!»… Τέλος πάντων, ἀφοῦ τό πιάσαμε καί κατεβάζαμε, τύχαινε τό μπαλάγκο νά κρεπάρει καί νά ’χει τό μάρμαρο ἀνεβεῖ τόσο (λίγο ἀπό τό ἔδαφος), μάρμαρο τρακόσια κιλά. Ἔβρισκα δηλαδή κάτι πράγματα, πού ἔλεγα ὅτι ἡ Παναγία ἤβαλε τό χέρι της καί τή γλιτώσαμε, διότι ἄν ἦταν ἀπάνω-ἀπάνω τό μάρμαρο αὐτό καί σποῦσεν ὁ μακαράς, δέν ξέρω τί θά γινούνταν, θά ’κοβε τίς σκαλωσιές καί θά πηαίναμε χαμένοι οὗλοι!
Καί ἄλλα μᾶς τύχαν. Μάλιστα ἕνας ἐργάτης πού τόν εἶχα στό βίντσι καί γύρευε νά βιράρει τό μάρμαρο, ἀφοῦ ἦταν τό μάρμαρο ἀνεβασμένο ἀρκετά, τοῦ ξέφυγε καί πῆρε νά κατεβαίνει καί γύριζαν τά χέρια (= χερούλια) πού ’ναι στό βίντσι. Αὐτός λοιπόν ἐγύρευεν νά πιάσει τά χέρια γιά νά τό σταματήσει καί τοῦ δίνει μιά καί τοῦ σκίζει τό κεφάλι. Ἀλλά ἡ Παναγία τόν γλίτωσε.
Ἀφοῦ ἠπιάσαμε σιγά-σιγά τοποθέτηση, ἕνας πού εἶχα –καί ἦτο καί ἀριστερός καί δέν πήγαινε νά προσκυνήσει μέσα στήν Παναγία– ἐγύρευε μιά μέρα νά τοποθετήσει μιά καμάρα καί εἶχε ἀέρα πολύ καί δέν μποροῦσε νά τήν κουμαντάρει. Ἀπό ᾽δῶ τήν πήγαινεν, ἀπό ᾽κεῖ τήν πήγαινεν καί ἀπάνω στό θυμό του κάνει μιά τύφλα καί βλαστήμησε τήν Παναγία. Καί φεύγει ἀποπάνω ἀπ’ τή σκαλωσιά καί πάει τέσσερα μέτρα κάτω καί σταματάει ἀπάνω στήν ἄλλη σκαλωσιά, ὄρθιος, χωρίς νά πάθει τίφτα! Ἀπό τότε ἐρχοῦνταν κάθε πρωί κι αὐτός μαζί μας καί προσκυνοῦσε.
Τοποθετούσαμε καί ἀρχινᾶνε βροντές καί ἀστραπές· βροχή, κακό μεγάλο. Ἐμεῖς, ἀπάνω στή σκαλωσιά, οὔτε ψιχάλα. Νά τρέχουνε τά κανάλια ἀπό πάνω ἀπ’ τά δωμάτια τῆς Παναγίας καί νά γεμίζουν μέσα στά ρέματα, νά κατεβαίνουν (τά νερά) ἀπ’ τά βουνά κι ἐμεῖς νά δουλεύουμε ἀπάνω κεῖ, νά μήν πέφτει ψιχάλα ἀπάνω στή σκαλωσιά! Αὐτό τό θαῦμα καί σηκώνεται ἡ τρίχα μου.
Καί τελειώνει ὁ μπαρμπα-Γιάννης Φιλιππότης: Ὅταν, μέ τή δύναμη τῆς Παναγίας καί μέ τή χάρη της, τελείωσε κι αὐτό, ἔδωσα 5.000 δραχμές τότε (δηλ. τῆς τότε ἀξίας)· ἔκαμα καί μία ὁλονύκτιο παράκληση, γιά νά τήν εὐχαριστήσω γιά τή βοήθεια πού εἶχα σ’ αὐτά τά χρόνια. (Ἀλέκου Ἐ. Φλωράκη, Μαρμάρου τέχνη καί τεχνική. Ὁ Ἰωάν. Φιλιππότης καί τό ἐργαστήριό του. Πρόταση Ἐθνογραφικῆς Βιογραφίας, Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθήνα 1995, σ. 112-117).

,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: