Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΓΕΓΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ (Α´)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Γ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ὁμοτ. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Διευθυντοῦ τῆς Ἐθν. Βιβλιοθήκης ἐ. τ. 

(Ἀνάτυπον ἀπὸ τὸ περιοδικὸν «ΑΚΤΙΝΕΣ» μηνῶν Μαΐου-Ἰουνίου 2003)

Α´ ΜΕΡΟΣ

29η Μαΐου, τόσα ἔτη μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς σήμερον διὰ νὰ τιμήσωμεν τοὺς ἥρωας ὑπερασπιστὰς τῆς Πόλεως καὶ νὰ ψάλωμεν τὸ μνημόσυνόν των. Δὲν μᾶς ἐκάλεσεν ἐδῶ κάποιοια σκέψις φανατισμοῦ ἤ ἀναξέσεως πληγῶν, παροτρύνσεων ὑπερφιάλων ἢ ἀντιθέτως κλαυθμοῦ καὶ θρήνων ὀδύνης, στεναγμοῦ, ἀπογοητεύσεων καὶ ἀπελπισίας. Καθῆκον ἱερὸν ἐπιτελοῦμεν ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν γενναῖοι ὑπερασπισταὶ Πόλεως ἱερᾶς καὶ μεγάλης. Χρέος δικαιοσύνης μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάμνησιν τῆς θυσίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὡς ἡγέται ἐπρωτοστάτησαν, ὡς ἀνώνυμος λαὸς ἠκολούθησαν, ἀγωνιζόμενοι ὑπερασπίζοντες τείχη, Πόλιν, ἱερά, ἰδέας, παραδόσεις καθὼς καὶ οἰκείους, φίλους, γέροντας, ἀσθενεῖς, τέκνα. Διότι εἶχαν ἀποφασίσει νὰ ἀγωνισθοῦν. Ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνον Παλαιολόγον καὶ τὸν μεγαδοῦκα Λουκᾶν Νοταρᾶν καὶ τοὺς ἀξιωματούχους καὶ τοὺς ξένους συναγωνιστὰς ἕως τὸν ταπεινότερον λαϊκόν, κληρικὸν καὶ μοναχόν.

Ἡ πρόκλησις τοῦ Μωάμεθ ἐφαίνετο λογική. Ἀποστέλλει ὁ σουλτᾶνος Μωάμεθ ὁ Β´ πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον τὸν βασιλέα, τὸν Παλαιολόγον, μήνυμα νὰ τοῦ παραδώση τὴν Πόλιν. Νεώτατος, τὴν ἡλικίαν ὁ σουλτᾶνος, ἱκανώτατος εἰς τὸν πόλεμον καὶ τὴν διοίκησιν, πείσμων καὶ φιλόδοξος, πεπαιδευμένος ἐπὶ πλέον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἠρεμήσῃ ὅσον βλέπει τὴν Πόλιν Χριστιανικήν· «Τὴν πᾶσαν νύκτα διεβίβασε τὸ προσκεφάλαιόν του ἀπὸ τῆς μιᾶς γωνίας τοῦ κοιτῶνός του εἰς τὴν ἄλλην, ἀνακλινόμενος καὶ ἐξεγειρόμενος, ἄγρυπνος, ποθῶν τὴν Πόλιν». «Δὲν ἠμορῶ νὰ ὀπισθοχωρήσω», δηλώνει εἰς τὸν Κωνσταντῖνον, «νὰ ἀναχωρήσῃς εἰρηνικῶς ἀπὸ τὴν Πόλιν, σοῦ δίδω τὴν Πελοπόννησον, εἰς τοὺς ἀδελφούς σου ἄλλας ἐπαρχίας καὶ θὰ εἴμεθα φίλοι. Ἐὰν ὄχι, θὰ εἰσέλθω μὲ πόλεμον, θὰ σφάξω τοὺς ἄρχοντας καὶ ἐσέ, θὰ αἰχμαλωτίσω ὅλον τὸν λαόν. Δι’ ἐμὲ ἡ Πόλις ἀρκεῖ κενή» (Δούκας). Καὶ ἐπαναλαμβάνει ἐμφαντικώτερον εἰς τὸν Κωνσταντῖνον· «Θέλεις νὰ ἐγκαταλείψῃς τὴν Πόλιν καὶ νὰ ἀπέλθῃς, ὅπου θέλεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὰ ὑπάρχοντά των ἢ θέλεις νὰ ἀντισταθῇς ὁπότε θὰ χάσῃς μαζὶ μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὰ πάντα, σὺ καὶ οἱ δικοί σου, ὁ δὲ λαὸς αἰχμάλωτος θὰ διασπαρῇ εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς; (Δούκας).

Πράγματι ἡ πρόκλησις τοῦ σουλτάνου ἦταν λογική. Διὰ τὰ μέτρα του. Ὅμως ὄχι καὶ διὰ τὸ ὕψος τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τῶν πολιορκουμένων εἰς τὴν Πόλιν. Διὰ τοῦτο ἡ ἀπάντησίς των εἶναι ἀρνητική. Ἀνθίστανται εἰς τον πειρασμὸν νὰ διασώσουν τοὺς ἑαυτούς των καὶ τὰ ὑπάρχοντά των καὶ νὰ διασφαλίσουν μόνον τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ.

Ἡ ἀπάντησις τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὴς Συγκλήτου εἶναι σαφής· ζητεῖ ἀπὸ τὸν σουλτᾶνον νὰ συζήσουν εἰρηνικῶς, ὅπως συνέζων και οἱ πατέρες του, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τοὺς βασιλεῖς τοῦ Βυζαντίου ὡς πατέρας, τὴ δὲ Κωνσταντινούπολιν εἶχον «ὡς πατρίδα καὶ εἰς αὐτὴν κατέφευγον γιὰ νὰ σωθοῦν. Τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν (Δούκας).

Μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου διακόπτεται ὁ διάλογος καὶ ἐπαναρχίζει ὁ ἀγών, ὁ πόλεμος. Ἐπὶ ἑβδομάδες, ἀπὸ τὴν 6ην Ἀπριλίου ἰδιαιτέρως, πέριξ τῶν τειχῶν συνάπτεται λυσσώδης ἀγών.

Ὁ Μωάμεθ ὁ Β’ ὀρέγεται τὴν Κωνασταντινούπολιν καὶ δὲν τοῦ ἀρκοῦν αἱ μέχρι τοῦδε κατακτήσεις. Ὀρέγεται τὴν Πόλιν «μεγάλην καὶ πολυάνθρωπον, εὐδαιμονίας καὶ τύχης καὶ δόξης, ἡ ὁποία ἔγινε κεφαλὴ ὅλης τῆς οἰκουμένης». Ἐπιθυμεῖ τὴν Πόλιν, διότι τὸ κλέος της τὸ οἰκουμενικὸν θὰ προσδώσῃ εἰς τὸν κατακτητὴν ἐπίσης ἀνάλογον κλέος. Ἀκόμη διότι ἡ κατοχὴ τῆς Πόλεως θὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν διὰ περαιτέρω κατακτήσεις.

Ἀλλὰ διὰ τὸν σουλτᾶνον ἡ Πόλις δὲν ἔχει μόνον δόξαν, κλέος, ἱστορίαν. Ἔχει πλοῦτον, πολύν καὶ παντοδαπόν, ἔχει ἄνδρας ἀγαθούς, γυναῖκας πλείστας καὶ καλλίστας, νέας καὶ ὡραιοτάτας καὶ εὐγενεῖς, καὶ παῖδας πλείστους καὶ καλλίστους, καὶ ναοὺς καὶ δημόσια οἰκήματα καὶ οἰκίας λαμπρὰς καὶ κήπους. Ὅλα αὐτὰ ὁ Μωάμεθ τὰ ὀρέγεται καὶ συγχρόνως τὰ παραχωρεῖ εἰς τὸν στρατόν του προκειμένου νὰ ἀποκτήσῃ τὴν Πόλιν. Τὰ προσφέρει εἰς διαρπαγὴν καὶ λείαν. Ὅσοι ἐπιβιώσουν θὰ αἰχμαλωτίσουν, θὰ διαρπάξουν, θὰ ἀποκτήσουν τὰ τῆς Πόλεως. Ὅσοι πάλιν σκοτωθοῦν δηλώνει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸ Κοράνιον, ὁλόσωμοι θὰ συμφάγουν μὲ τὸν προφήτην Μωάμεθ, καὶ θὰ συμπίουν καὶ θὰ ἀναπαυθοῦν μετὰ παίδων καὶ γυναικῶν ὡραίων καὶ παρθένων εἰς τὸν παράδεισον (Κριτόβουλος).

Δὲν ἔρχεται ὁ Μωάμεθ ὁ Β’ κῆρυξ ἱεροῦ πολέμου διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν Πόλιν καὶ νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς προπύργιον τῆς Μωαμεθανικῆς θρησκείας. Δὲν εἶναι ὁ θρησκευτικὸς πολέμαρχος. Δὲν ἔρχεται ἀκόμη διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ κάποιον φυγάδα. Δὲν ἀκολουθεῖ τὰ στρατεύματά του κάποιος Ἰσαάκιος Κομνηνός, ὅπως τοὺς Φράγκους στραυροφόρους τὸ 1204. Δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν στρατὸν του κάποιος φυγὰς Ἱππίας ἢ Δαμάρατος, ὅπως εἰς τοὺς στρατοὺς τῶν παλαιῶν ἐκείνων Δαρείου καὶ Ξέρξου. Δὲν ὑπάρχουν ἰδέαι θρησκευτικαί, ἐνέργειαι πολιτικαί, διὰ τὴ πρὰξίν του. Ὁμῶς, ὡμότατα θέλει τὴν Πόλιν διὰ νὰ τοποθετήσῃ τὸ διαμάντι της εἰς τὸ σουλτανικόν του τουρμπάνι. Χωρὶς προσχήματα.

Ἡ Πόλις λοιπὸν ἦτο ἔπαθλον διαρπαγῆς καὶ ἀκολασίας καὶ αἰχμαλωσίας διὰ τὸν σουλτᾶνον.

Ὅμως τί εἶναι ἡ Πόλις διὰ τὸν Κωνσταντῖνον καὶ τοὺς κατοίκους της; Εἶναι ἡ Πόλις τὴν ὁποίαν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος καὶ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος τἠν ἀφιέρωσεν εἰς τὴν Θεοτόκον καὶ ἀειπάρθενον Μαρίαν. Καὶ ἔκτοτε ἡ Πόλις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἀπέβη καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπὶς καὶ χαρὰ πάντων τῶν Ἐλλήνων, τὸ καύχημα τῆς Ἀνατολῆς. Εἶναι ἡ πόλις ὅπου προσκυνεῖται ἡ Ἁγία Τριάς, δοξολογεῖται τὸ  Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπου οἱ ἄγγελοι ἀκούονται νὰ ὑμνοῦν τὸ θεῖον καὶ τὴν θείαν Γέννησιν.

Ἑπομένως δὲν εἶναι τὰ κτίσματα, οἱ ἄνθρωποι, ὁ τόπος μόνον τοῦ Κωνσταντίνου ἡ Πόλις. Εἶναι πόλις ἁγία γιὰ τὸν Παλαιολόγον.

Περὶ αὐτὴν τὴν πόλιν μὲ τὰς διαφόρους δι’ αὐτὴν ἀπόψεις τῶν ὑπερασπιστῶν της καὶ τοῦ ἐπιδρομέως ἐκτυλίσσεται ἡ ἱστορικὴ πρᾶξις τοῦ τέλους τοῦ ἀρχαίου κόσμου.

Σύμφωνα μὲ τὸ Σλαβικὸν Χρονικόν, τοῦ ὁποίου αἱ πληροφορίαι φαίνονται ἀληθεῖς, μεταξὺ τῶν συμβούλων τοῦ αὐτοκράτορος ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι τὸν συνεβούλευον νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν καὶ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὀργανώσῃ καλύτερα μίαν ἐκστρατείαν κατὰ τῶν Τούρκων. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξυπνοῦσε καὶ ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη. Ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἤρεμος καὶ σταθερὸς ἠρνήθη νὰ τοὺς ἀκούσῃ. Ἐφοβεῖτο  ὅτι ἐὰν ἐγκατέλειπε τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ἄμυνα θὰ παρέλυεν. Ἐδήλωνεν ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαθῇ ἡ Πόλις, θὰ ἐχάνετο καὶ αὐτὸς μαζί της.

Ἡ ἰδία πρότασις, ἐντονώτερον τώρα, ὑπεβλήθη εἰς τὸν Κωνσταντῖνον τὰς τελευταίας ἡμέρας πρὸ τῆς Ἁλώσεως. Ὁ αὐτοκράτωρ ἦτο τόσον κουρασμένος, ὥστε τὴν ὥραν τῆς ἀκροάσεως ἐλιποθύμησεν. Ὅταν συνῆλθεν, ἐδήλωνε καὶ πάλιν ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν λαόν του. Θὰ ἀπέθνῃσκε μαζί του. Αὐτὸ τὸ ὑπόδειγμα τῆς θυσίας καὶ τοῦ θάρρους, ἀλλα καὶ τοῦ χρέους τοῦ ἡγέτου, θὰ ἐπιβιώσῃ κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὴν ἀναλαμπὴν τοῦ Γένους ἀπὸ τὸν ἄλλον ἡγέτην τοῦ Γένους, τὸν Γρηγόριον τὸν Ε’.

Ὁ Κωνσταντῖνος σώφρων μὲν καὶ μέτριος, φρόνιμος καὶ ἐνάρετος, συνετὸς καὶ πεπαιδευμένος, ρήτωρ πρακτικὸς καὶ προφητικός, ἐπέλεξε καὶ νὰ πράξῃ καὶ νὰ πάθῃ τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τῶν ὑπηκόων του.

Εὑρέθη βασιλεὺς πόλεως μὲ δόξαν. Πόλεως ἡ ὁποία ὑπερεῖχε τῶν ἄλλων, ὅσον ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ἀπὸ τὴν γῆν, κατὰ τὸν Γρηγόριον τὸν Ναζιανζηνόν, «πόλις πόλεως πασῶν ὀφθαλμός, ἄκουσα παγκόσμιον, θέαμα ὑπερκόσμιον, ἐκκλησιῶν γαλουχός, πίστεως ἀρχηγός, ὀρθοδοξίας πποδηγός, λόγων μέλημα, καλοῦ παντὸς ἐνδιαίτημα», κατὰ τὸν Νικήταν Χωνιάτην. «Ἡ Κωνστατντινούπολις ἔχει ἀντίστοιχον λόγον ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔχει», κατὰ τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιον, «ὁ οὐρανὸς ἐν κόσμῳ, ὁ ἥλιος ἐν οὐρανῷ, ὁ παράδεισος ἐν τῇ γῇ, ἡ μητρόπολις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἡ ἀκρόπολις ἐν τῇ πόλει, ὁ λιμὴν ἐν τῷ πελάγει, τὸ διδασκαλεῖον ἐν τῇ πολιτείᾳ, τὸ θέατρον εἰς τὰς πανηγύρεις, ἡ ἁρμονία εἰς τὰ μέλη, ὁ ὀφθαλμὸς εἰς τὸ σῶμα. Εἶναι πόλις ἁγία καὶ μητρόπολις πιστή, νέα Ρώμη καὶ νέα Ἱερουσαλήμ».

Οἱ διαστάσεις τῶν δύο ἀντιμαχομένων εἶναι ἔκδηλοι. Χρέος καὶ ἰδανικὰ ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, τῶν Ἑλλήνων, φιλόζωος καὶ σαρκολατρικὴ ἀντίληψις ἀπὸ τὴν ἄλλην, τῶν Τούρκων. Ἀκόμη καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν νίκης οἱ Ἕλληνες ἠθικὴν ἀπόλαυσιν ἐπιδιώκουν· Ἐλπίζω εἰς Θεόν, εὔχεται ὁ Κωνσταντῖνος, ὡς λυτρωθείημεν ἡμεῖς τῆς ἐνεστώσης αὐτοῦ δικαίας ἀπειλῆς. Δεύτερον δὲ καὶ ὁ στέφανος ὁ ἀδαμάντινος ἐν οὐρανοῖς ἐναπόκειται ὑμῖν καὶ μνήμη αἰώνιος καὶ ἄξιος ἐν τῷ κόσμῳ ἔσεται (Σφραντζῆς).

Διὰ τοῦτο ὁ Κωνσταντῖνος δὲν εἶναι ὑπεύθυνος μόνον διὰ τὴν ὑπεράσπισιν μιᾶς πόλεως. Ἐν τέλει ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πόλις, αὐτὴ ἡ βασιλεία, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίζει; Μόλις ἑβδομήντα χιλιάδες κάτοικοι τὴν ἀπαρτίζουν. Καὶ πολεμισταὶ ἐλάχιστοι, καὶ πλοῖα ἀνύπαρκτα, καὶ τροφαὶ ὀλίγαι. Καὶ βοήθεια οὐδαμόθεν ἢ σχεδόν.

Καὶ ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἀποφασίζει νὰ ἀντισταθῇ. Συλλέγει τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις του, ἀναπτύσσει τὴν δραστηριότητα τὴν διπλωματικὴν. Ὁ αὐτοκράτωρ ἔπραξεν, ὅ,τι ἠμποροῦσε. Εἶχε στείλει πρέσβεις εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ φθινόπωρον τοῦ 1452 διὰ νὰ παρακαλέσουν δι’ ἐπείγουσαν  βοήθειαν. Ἡ ἀνταπόκρισις ὑπῆρξε πενιχρά. Νέα πρεσβεία στέλλεται εἰς τὴν Βενετίαν. Ἡ Σύγκλητος ἀπαντᾷ τὴν 16ην Νοεμβρίου ὅτι λυπεῖται διὰ τὰ γεγονότα τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὅτι, ἐὰν ὁ Πάπας καὶ ἄλλαι δυνάμεις προκηρύξουν Σταυροφορίαν, ἡ Βενετία θὰ συνδράμῃ. Ἕνας ἀπεσταλμένος, ὁ ὁποῖος ἐστάλη εἰς τὴν Γένουαν, ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν δι’ ἕνα πλοῖον καὶ τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ Γένουα θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν βασιλέα τῆς Γαλλίας καὶ εἰς τὴν Φλωρεντίαν διὰ βοήθειαν. Ὁ Ἀλφόνσος τῆς Ἀρραγῶνος δίδει ἀορίστους ὑποσχέσεις, ἀλλα παραχωρεῖ τὴν ἄδειαν νὰ συγκεντρωθοῦν σιτηρὰ καὶ ἄλλαι τροφαὶ εἰς τὴν Σικελίαν. Ὁ πάπας Νικόλαος ὁ Ε´ προθυμοποιεῖται νὰ βοηθήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει πραγματικῶς συντελεσθῆ. Οὐδεμία ἄλλη κυβέρνησις ἔδωκε σημασίαν εἰς τὰς ἐκκλήσεις τοῦ Κωνσταντίνου. Ἡ ἐλπὶς ἡ ὁποία ἐστηρίζετο εἰς τὸν Ἰωάννην Οὐνυάδην, τὸν ἀντιβασιλέα τῆς Οὑγγαρίας, ἐξέλιπε, διότι οἱ Οὗγγροι εἶχαν συντριβῆ ἀπὸ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας εἶχε προκαλέσει ὁ Μουρὰτ ὁ Β.

(συνεχίζεται στὸ Β´ ΜΕΡΟΣ)

πατῆστε ἐδῶhttps://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/31/η-αλωσισ-τησ-κωνσταντινουπολεωσ-γεγο/


, , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: