Η ΑΛΩΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

  • ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΑΠΩΘΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΡΙΖΟΝΤΑ. Η ΜΝΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ», ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΑ.

Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ οἱ συνέπειές της γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία

Στὶς 29 τοῦ Μάη τοῦ 1453, μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὸ χιλιόχρονο χριστιανικὸ καὶ ἑλληνορθόδοξο Βυζάντιο ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ὡς πολιτικὴ ὀντότητα, ὄχι ὅμως καὶ ὡς πολιτιστική, πνευματικὴ καὶ ἐκκλησιαστική.

Ὁ τελευταῖος μαρτυρικὸς βυζαντινὸς αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, μὲ τὴ γενναία καὶ περήφανη ἀπάντησή του στὴν ὑπεροψία καὶ ἀλαζονεία τοῦ Μωάμεθ, νὰ τοῦ παραδώσει ἀμαχητὶ τὴν Πόλη, ἀπάντηση ποὺ θυμίζει τὸν Σπαρτιάτη Λεωνίδα στὶς Θερμοπύλες, διατρανώνει μὲ στεντόρεια φωνὴ καὶ σφραγίζει καταλυτικὰ τὴ συνέχεια τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ μὲ τὸν Βυζαντινὸ καὶ τὸν Νεώτερο:

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθια τῆς ζωῆς ἡμῶν» (Δούκας 39, 1012-1014). Δηλαδὴ: «Τὸ νὰ σοῦ παρδώσω τὴν πόλη δὲν εἶναι δικαίωμα δικό μου οὔτε κανενὸς ἄλλου ἀπ’ ὅσους κατοικοῦν σ’ αὐτὴν ἐδῶ. Διότι ὅλοι μας, μὲ σύμφωνη γνώμη καὶ μὲ τὴ θέλησή μας, ἀποφασίσαμε νὰ πεθάνουμε καὶ δὲν θὰ ὑπολογίσουμε καθόλου τὴ ζωὴ μας».

Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ὁ μέγας δούξ καὶ πρωθυπουργός του Λουκᾶς Νοταρᾶς (ὁ ὁποῖος εἶδε νὰ σφαγιάζεται ἄγρια, μπροστὰ στὰ μάτια του, ἡ οἰκογένειά του) καὶ οἱ καρτερόψυχοι συμπολεμιστὲς τοῦ αὐτοκράτορα δὲν συνθηκολόγησαν, δὲν συμβιβάστηκαν. Ἔδωσαν τὸν «ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν» ἀγώνα καὶ ἔπεσαν μαχόμενοι γενναῖα, διότι «οὐκ ἤθελον δουλωθῆναι, ἀλλὰ μᾶλλον, ἔλεγον, ἀποθανεῖν κρεῖττον ἢ ζῆν» (Σφραντζῆς, 8, 1022-1023): Δὲν ἤθελαν νὰ ὑποδουλωθοῦν, ἀλλὰ προτιμοῦσαν καὶ θεωροῦσαν καλύτερο νὰ θυσιάσουν τὴ ζωὴ τους παρὰ νὰ ζοῦν.

Τὶς τραγικὲς ἐκεῖνες, μὰ καὶ παράξενα δημιουργικὲς καὶ ἀναγεννητικές ὧρες τῆς ἀποφράδος Τρίτης τῆς 29ης τοῦ Μάη τοῦ 1453 ἕνα τέλος συναπαντιέται μὲ μιὰν ἀρχή. Τὸ τέλος τοῦ Βυζαντίου διασταυρώνεται μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἔτσι, ὁ τελευταῖος Βυζαντινὸς αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος εἶναι καὶ ὁ πρῶτος μεγάλος νεοέλληνας ἡγέτης, περιβεβλημένος μὲ τὴ θυσία του, μὲ τὸ φωτοστέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ θρύλου καὶ τοποθετημένος στὸ εἰκονοστάσι τῶν μαρτύρων τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Πίστης.

Μποροῦσε νὰ εἶχε συνθηκολογήσει μὲ τὸν Τοῦρκο κατακτητή, ὅπως τοῦ εἶχε προταθεῖ, νὰ σώσει τὴ ζωή του, τὴν οἰκογένειά του, καθὼς καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὶς περιουσίες τῶν μαχητῶν καὶ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Πόλης. Ἀλλὰ τότε θὰ εἶχε προδώσει τὶς αἰώνιες ἀξίες καὶ ἐθνικὲς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ τὴν ἡρωική του ἀντίσταση ὅμως καὶ τὴν ἀπαράμιλλη ἑκούσια πατριωτικὴ θυσία του ἔσωσε τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια τῆς Ρωμιοσύνης.

Ὅταν στὴ μοιραία Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ ἔπεφτ’ ὁ τελευταῖος Παλαιολόγος κι ἐσφάδαζε διπλοσφαγμένος ὁ δικέφαλος ἀπ’ τ’ ἄπιστο μαχαίρι, σὲ κάθε γωνιὰ τῆς αἱματόβρεκτης καὶ πληγωμένης ἀπ’ τ’ ἀνελέητα τοῦ Ὀθωμανοῦ χτυπήματα ἑλληνικῆς γῆς ἅπλωσε τὰ μαῦρα της πέπλα, βαρειὰ καὶ σκοτεινή, ἡ νύχτα τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς, νύχτα ἀξημέρωτη, νύχτα αἰώνων:

Τά ψάρια [τὰ τηγανισμένα] ζωντανέψανε, τὰ ψάρια ζωντανέψαν

κι ὁ ἀμηρᾶς εἰσέβηκε στὴν Πόλη καβαλάρης.

Ἡ ἑλληνικὴ φωτιὰ τοῦ Βυζαντίου, ποὺ μέσα στοὺς αἰῶνες φώτιζε κι ἐθέρμαινε τὴν οἰκουμένη, ἡ δάδα ἡ ἑλληνική, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε φῶς καὶ πολιτισμὸ καὶ διέλυε τὴν ἀμάθεια καὶ τὰ σκοτάδια, σβήνετ’ ἀπότομα καὶ βίαια στὶς γαλάζιες ἀκτὲς τοῦ Βοσπόρου. Στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγιά-Σοφιᾶς, τῆς Μεγάλης Ἐκκλησιᾶς, ποὺ μέσα της εἶχε κλείσει ὁλάκερη κι ἀλώβητη τὴν ψυχὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στοὺς θόλους της εἶχε ἀντηχήσει ὁ κατανυκτικὸς καὶ γλυκόλαλος ἐνθουσιαστικὸς παιάνας «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρα…», τὸν ὁλόλαμπρο Σταυρό, σύμβολο αἰώνιο τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς θυσίας τοῦ Θεανθρώπου, ἀντικαθιστᾶ τὸ μισοφέγγαρο, ἔμβλημα τοῦ Ὀθωμανοῦ κατακτητῆ.

Καὶ στὴ φωτόλουστη Ἀθηναϊκὴ Ἀκρόπολη, στὰ Προπύλαια καὶ στὸν Παρθενώνα, ἀκατάλυτα παγκόσμια σύμβολα γιὰ ὅ,τι εὐγενέστερο καὶ ὑψηλότερο ἔχει δημιουργήσει ἀνθρώπου χέρι, στ’ ἅγια μάρμαρα, πάνω στὰ ὁποῖα ἔχυσαν τὸ χρυσάφι τους οἱ λαμπρότερες δόξες καὶ κλέη τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, στὴν κατοικία τῆς Παλλάδας Ἀθηνᾶς, καὶ στὴν συνέχεια τέμενος καθαγιασμένο τῆς Παναγιᾶς τῆς Ἀθηνιώτισσας, ὅπου, ταπεινὸς προσκυνητής, ὁ περήφανος πολέμαρχος Βυζαντινὸς αὐτοκράτορας Βασίλειος Β´ ὁ Βουλγαροκτόνος εἶχε καταθέσει τὴν εὐλάβεια καὶ τὰ εὐχαριστήριά του, στήνουν τώρα τοὺς ὀντάδες τους οἱ θλιβεροὶ ἀγάδες τοῦ Πορθητῆ. Κι ὁ λαμπερὸς ἥλιος, ποὺ φωτίζει τὴν ἑλληνικὴ γῆ, τονίζει μελαγχολικὰ τὴ φανταχτερὴ παραφωνία ποὺ ἀποτελοῦν τὰ χαμόκλαδα τῆς ἀσιατικῆς κατακτητικῆς βαρβαρότητας καὶ ὑπεροψίας μπροστὰ στὸ ἀπλησίαστο μεγαλεῖο καὶ τὴν ἁρμονία τῆς Ἑλληνικῆς δημιουργίας.

Ἀλλ’ ἄν ὅμως τὸ Βυζάντιο κι ἡ Ἑλληνικὴ γῆ ὑποδουλώθηκαν κι ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν σὰν ἀνεξάρτητος πολιτικὸς ὀργανισμός, ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, θερμαινόμενη ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ταυτίστηκε μὲ τὶς ἐθνικὲς ἐπιδιώξεις, ἔμεινε, στὸ βάθος της, πάντ’ ἀδούλωτη κι ἀλύγιστη καὶ διατήρησε μέσα της ἄσβεστη τὴ σπίθα καὶ ἀκοίμητο τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀναγέννηση καὶ ἀνάσταση τοῦ Ἔθνους.

Ὁ θρύλος κι ἡ λαϊκὴ παράδοση σκεπάζουν ἀμέσως τὴν πτώση τῆς θεοφρούρητης ὥς τότε Βασιλεύουσας. Ὁ δημοτικὸς στίχος, μὲ λυρικὸ καὶ δραματικὸ τόνο, ἐκφράζει τὴν ἐλπίδα ἢ μᾶλλον τὴ βεβαιότητα καὶ πίστη τοῦ Γένους γιὰ τὴν ἐθνική του παλιγγενεσία:

Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζεις,

πάλε μὲ χρόνια, μὲ καιρούς, πάλε δικά μας θά ‘ναι.

Ἡ Ρωμανία πέρασεν, ἡ Ρωμανία πάρθεν.

Ἡ Ρωμανία κι’ ἄν πέρασεν, ἀνθεῖ καὶ φέρει κι’ ἄλλο.

Κατὰ τὴ μακραίωνη Ὀθωμανικὴ δουλεία ἡ Ἐκκλησία, τὰ μοναστήρια, μὲ τοὺς μοναχούς τους καὶ ὁ κλῆρος γενικότερα ἀγκάλιασαν τὸν Ἕλληνα ραγιά, ἀποσβολωμένο καὶ φοβισμένο στὴν ἀρχή, τὸν ἐμψύχωσαν καὶ διατήρησαν ζωντανὴ τὴν Ἑλληνική του συνείδησηη καὶ ταυτότητα καὶ ἀπαρασάλευτη τὴν ἐμμονὴ καὶ τὴν πίστη του στὴν Ὀρθοδοξία καὶ στὶς ἐθνικὲς παραδόσεις. Τὰ φλογισμένα ράσα γίνονται παντιέρες λευτεριᾶς καὶ ἐθνικῆς ἀντίστασης καὶ ἀνάτασης.

Ἡ «Ὑπέρμαχος Στρατηγός», ποὺ προστάτευε τὰ τείχη τῆς θεοφύλακτης Βασιλεύουσας, ἐξακολουθεῖ καὶ πάλι νὰ εἶναι ἡ σκέπη καὶ ἡ πρόμαχος τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων. Ἔτσι, ὁ ἁπλοϊκὸς Καλαρρυτινὸς ζωγράφος τῆς Παναγιᾶς, στὸν φερώνυμο ναὸ τῆς Σαμαρίνας, γράφει τὸ 1808 πάνω στὴν εἰκόνα τὸ χαρακτηριστικὸ δίστιχο:

Βόηθα, Βλάχα Παναγιά, ἀπὸ τὴ Σαμαρίνα

ν’ ἀναστηθεῖ πάλ’ ἡ Γραικιὰ ὅπως τὰ χρόνι’ ἐκεῖνα

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ζ. ΣΟΦΙΑΝΟΣ (+), «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ – Σταθερὴ πορεία καὶ ἀγῶνες αἰώνων», σελ. 26-28, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου, 2007.

, , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: