Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησία

ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΛΠΙΔΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΣ …ΒΑΡΑΒΒΑΣ

 

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: ΤΟ ΥΠΟΡΡΗΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΕΛΕΕΙΝΗΣ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗΣ ΕΛΠΙΔΟΚΑΠΗΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΡΟΣΧΗΜΑΤΙΣΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΙΑΣ: «ΣΤΑΥΡΩΘΗΤΩ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΥΤΗ ΦΤΑΙΕΙ»«Συνηγμένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαραββᾶν ἢ ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν […] τίνα θέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον· Βαραββᾶν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τί οὖν ποιήσω ᾿Ιησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες· σταυρωθήτω» [Ματθ. κζ´ 17-22]. (βλ. σχετ.: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/13/ἀνάγκη-νὰ-ὁλοκληρωθεῖ-ἡ-κατεδάφιση/)

.         «Ο μητροπολίτες κάνουν τν δικό τους πολογισμ γι τ ποτέλεσμα κλογν – νήσυχοι βλέπουν τν νοδο τν κομμάτων τς ριστερς κα τν κομμάτων πο «πωλον» ντικληρικαλισμό.
.         Προβληματισμένοι παρακολουθοῦν τὶς τελευταῖες ἡμέρες τὶς πολιτικὲς ἐξελίξεις οἱ ἱεράρχες.  Τὸ ρευστὸ πολιτικὸ σκηνικὸ ποὺ διαμορφώνεται καὶ ἡ ἄνοδος τῆς ἀριστερᾶς -μὲ τὶς γνωστὲς ἀντιεκκλησιαστικὲς θέσεις ποὺ ἔχει ἐκφράσει στὸ παρελθὸν – προκαλεῖ ἔντονη ἀνησυχία στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.  […]

.         Λιγοστοὶ μὲν ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν πέρα ἀπὸ τὴ μύτη τους καὶ προβλέπεται νὰ παίξουν ρόλο στὸ μέλλον, ξέρουν καλὰ πὼς ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι προετοιμασμένη γιὰ νὰ κάνει ἅλματα καὶ νὰ ἀπογαλακτιστεῖ βίαια ἀπὸ τὸ κράτος. Θεωροῦν, γιὰ παράδειγμα, ἀδύνατο τὴν παροῦσα στιγμὴ νὰ ἀναλάβουν τὰ ταμεῖα τῶν μητροπόλεων τὸ κόστος τῶν προσλήψεων τῶν ἐπιπλέον κληρικῶν ποὺ χρειάζονται. Γιατί μὲ τὴν λογικὴ τῆς μιᾶς προσλήψεως γιὰ κάθε πέντε ἀποχωρήσεις ἤδη ἔχουν δημιουργηθεῖ μεγάλα κενὰ καὶ προβλήματα διαποιμάνσεως στὶς μητροπόλεις τῆς ἐπαρχίας.
.         Αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ ἀκόμη μεγαλύτερη ἀνησυχία στὴν ἱεραρχία εἶναι ἡ ἄνοδος τῶν κομμάτων τῆς ἀριστερᾶς (ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ), πολιτικῶν σχηματισμῶν ποὺ παραδοσιακὰ ἐκφράζουν θέσεις ἀντίθετες τῆς Ἐκκλησίας.  Εἶναι ἐνδεικτικό, ἔλεγε ἔμπειρος κληρικὸς ποὺ ἔχει ὑπηρετήσει στὸ παρελθὸν σὲ καίριες θέσεις, πὼς καὶ στὶς δέκα ἐκκρεμότητες ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν Πολιτεία (καύση νεκρῶν, ἐκμετάλλευση ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, πολιτικὴ κηδεία, μάθημα θρησκευτικῶν κ.λπ.) ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἔχει ἐκφράσει καὶ στὶς δέκα ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη ἄποψη»!

ΠΗΓΗ: romfea.gr (ἀπὸ τὴν ἐφημ . «ΤΟ ΠΑΡΟΝ»)

, ,

Σχολιάστε

TYΧΗ ΚΑΙ ΑΤΥΧΙΑ (π. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Τύχη καὶ ἀτυχία

Γράφει ὁ Μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

.       Ὑπάρχουν τυχεροὶ καὶ ἄτυχοι ἄνθρωποι; Κάτι τέτοιο δὲν θὰ ἦταν ἄδικο; Τί εἶναι ἡ τύχη; Γι τν ρθόδοξη κκλησία δν πάρχει τύχη. Δὲν ὑπάρχει μοίρα, εἱμαρμένη, κισμέτ, ἀπόλυτος προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ ὅλη τὴν ἁγιογραφικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ἡ πίστη στὴν τύχη. Οἱ ἄνθρωποι τύχη θεωροῦν καὶ ἐκφράζουν ὅ,τι τοὺς χαρίζει τὸν ἔκτακτο πλοῦτο, τὴν σωτηρία τους ἀπὸ διάφορους κινδύνους, τὸ κέρδος τῆς ἀνυψώσεώς τους σὲ ὑψηλὴ θέση. Εἶναι γεγονὸς πὼς δὲν ὑπάρχει πουθενὰ καὶ ποτὲ κάποια δύναμη ἀνώτερη ποὺ νὰ ὀνομάζεται τύχη. Οὔτε μᾶς βοηθᾶ ποτὲ τὸ ὁποιοδήποτε γούρι, χαϊμαλὶ καὶ μπλὲ χάντρα. Νομίζουμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἐπιπόλαια παρασυρθεῖ ἀπὸ ἐρασιτέχνες θαυματοποιούς. Ὅ,τι φαίνεται στοὺς ἀνθρώπους τυχαῖο ἔχει σίγουρα κάποια βαθύτερη προέλευση. Δὲν ὑπάρχει κανένα πεπρωμένο.
.        Ὁ Δημόκριτος λέει πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔφτιαξαν τὸ εἴδωλο τῆς τύχης ὡς δικαιολογία γιὰ τὴν δική τους ἀβουλία. Ὁ σοφὸς Σόλων νωρὶς εἶπε, μὴν ἐμπιστεύεσαι στὴν τύχη. Ἡ τύχη δὲν εἶναι νὰ τὴν ἐμπιστεύεσαι, λέει καὶ ὁ Χίλων. Ὑπάρχουν βέβαια καὶ ἀρχαῖοι καὶ νέοι συγγραφεῖς ποὺ πιστεύουν στὴν τύχη. Ὁ Ἀριστοτέλης τὴν τύχη θεωρεῖ κυρία τῶν περιστάσεων. Ὁ Σενέκας λέει πὼς ἡ τύχη τρέμει τὸν γενναῖο, ἀλλὰ τρομοκρατεῖ τὸν δειλό. Κατὰ τὸν Οὐγκὸ ἡ τύχη εἶναι τὸ ὑποκοριστικὸ τῆς προνοίας. Ὁ Ἀϊνστάιν ἔλεγε πὼς ἡ τύχη εἶναι τὸ ἄθροισμα πολλῶν καὶ διαφόρων συμπτώσεων.
.        Ἐμεῖς πιστεύουμε πὼς γιὰ ὅλα τὰ σκαμπανεβάσματα τῆς ζωῆς ὑπάρχει ἡ διακριτική, εὐγενὴς καὶ φιλελεύθερη πρόνοια τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ. Κατὰ ἕναν ἀνθρωπομορφικὸ τρόπο θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἄνετα πὼς ὁ Θεὸς ἀγωνιᾶ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἔτσι δίνει τὰ καλὰ γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε. Ὁ ἴδιος προσφέρει κάποτε καὶ τὰ πικρά, ὄχι ὡς σκληρὸς καὶ θιγμένος, ὡς ἐκδικητικὸς καὶ τιμωρός, ἀλλὰ ὡς ἄριστος παιδαγωγός, πρὸς διόρθωση καὶ μετάνοια. Ὁ Θεὸς προνοεῖ, προφυλάγει καὶ προστατεύει τὸν κάθε ἄνθρωπο, γιατί εἶναι πλάσμα του καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν παύει νὰ ὑπάρχει ποτέ. Δὲν ἀφήνει τὰ παιδιὰ τοῦ δίχως τροφὴ καὶ φροντίδα. Δὲν τὰ ἀφήνει στὴν «τύχη» τους. Αὐτὸς ποὺ δίνει τροφὴ στὰ στρουθία τ’ οὐρανοῦ καὶ ὑπέροχα χρώματα στ’ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ θὰ ἐγκαταλείψει στὴν «τύχη» του τὸν ἄνθρωπο; Δὲν ὑπάρχει στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων κάτι τὸ τυχαῖο, τὸ μοιραῖο, τὸ προγεγραμμένο. Ὑπάρχει βαθὺς καὶ οὐσιαστικὸς λόγος γιὰ τὰ γενόμενα καλὰ καὶ ἄσχημα στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Κάποιος λόγος ὑπάρχει στὰ διάφορα συμβαίνοντα καὶ κάποιος ἀπώτερος καὶ ἀγαθὸς σκοπός.
.       Ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, ἕνας θεϊκὸς σχεδαασὸς γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο εἰδικά. Βέβαια εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου, πού, ὅταν δὲν ὑπάρχει, δὲν ἐπεμβαίνει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ διαφορότροπα ἐνεργοῦσα στὸν καθένα. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐλευθερία τῆς βουλήσεως. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ ἔχει δούλους ἄφωνους ἢ ὀπαδοὺς ἰσχυρούς, ἐπευφημοῦντες καὶ ζητωκραυγάζοντες. Εἶναι ἕνα καταπληκτικὸ μυστήριο ἡ μυστικὴ καὶ προσωπικὴ σχέση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅποιος κάνει χρήση τῆς θεόσδοτης ἐλευθερίας του εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὑπόλογος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τύχη. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς δὲν ὑπάρχουν τυχεροὶ καὶ ἄτυχοι ἄνθρωποι.
.        Ἐν τούτοις καὶ σήμερα, ἀκόμη καὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι πιστεύουν στὴν τύχη καὶ τρέχουν μὲ τὸ ἀζημίωτο σὲ διάφορους νὰ τοὺς ποῦν τὴ μοίρα καὶ τὸ ριζικό τους, τὴν τύχη καὶ τὸ μέλλον τους. Πρόκειται γιὰ διπλωματούχους μάντεις, γιὰ πονηροὺς ἀστρολόγους, γιὰ καφεμάντεις, χαρτορίχτρες, γύφτισσες καὶ παραψυχολόγους. Πλανοῦν οἱ πλανεμένοι, πλουτίζοντας ἀπὸ τὴν ἀφέλεια κάποιων ἄτυχων. Οἱ εὐχὲς πολλῶν εἶναι «καλὴ τύχη». Εἶναι τυχερὸς ἕνας πονηρός, ἕνας κακός, ἕνας καπάτσος, ἕνας ψεύτης, ἕνας ἀπατεώνας, ἕνας ἀδιαφανής. Εἶναι ἄτυχος ὁ τίμιος, ὁ φτωχός, ὁ εἰλικρινής, ὁ πιστός, ὁ καλοκάγαθος. Τελικὰ καὶ πραγματικὰ τυχερὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν ἐλέγχει ἡ καθαρή του συνείδηση, ποὺ ἔχει γλυκὸ ὕπνο, ποὺ κέρδισε τὴν ψυχή του.
.        Τελειώνοντας ταπεινὰ καὶ ἐγκάρδια λέω πὼς εἴμεθα ἀρκετὰ τυχεροὶ ποὺ ἔχουμε ἕναν τόσο καλὸ Θεό.

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 13.05.12

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[4] «“Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει.» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

Γ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/08/πορεία-πρὸς-ἐμμαούς3/

.          Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴν λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἄγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ δι’ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴν σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.
.          Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὸν ὑπερῶον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴν δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.
.        Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε” καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴν δοκιμασία βγαίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἀγαλλίαση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μιὰ ζεστασιὰ καὶ μιὰ εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: “μενον μεθ μν, μενε μαζί μας κα μες θ μείνουμε μαζί Σου. λλα σχόλια δν θέλουμε πιά. μες θέλουμε ν μείνουμε μαζί Σου. Ατ μς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει.
.         Ὁ πόνος ἔχει νόημα, ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα. Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὴ ζω περιόριστη, αώνια πο ρχίζει π τώρα ερουργεται κα πάρχει στν ρθόδοξη κκλησία, τν μικρ τν λάχιστη κα περιφρονημένη ποία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολικ κκλησία, λπς πάντων τν περάτων τς γς… Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾶ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε.

 ΠΗΓΗ: taxiarhes.blogspot.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΠΡΟΟΔΟΣ» ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Frank Schaeffer)

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Schaeffer:

«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 
ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»
Ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.        Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ὡς φερέφωνο τοῦ ἀναγεννημένου Προτεστάντη ἀναζητεῖ κι αὐτὸς γιὰ τὰ προβλήματά του ἄμεσα λύσεις, τοῦ τύπου τῶν «ἀναγεννημένων». Ἀντὶ νὰ ἀντικρύσουν τὴν ζωὴ ὡς ἕνα μακροχρόνιο ἀγώνα καὶ πολὺ περισσότερο ὡς ἕνα ταξίδι θυσίας μὲ στόχο τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς πνευματικοῦ σκοποῦ, ὁ φιλελεύθερος καὶ ὁ συντηρητικὸς Προτεστάντης μοιράζονται τὴν ἴδια ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο καὶ δεσμεύονται ἐξ ἴσου γιὰ τὴν εὑρεία καὶ ἄμεση ἀμερικανικὴ τακτοποίηση τῶν πάντων. Ὁ ἕνας προσβλέπει στὴν κυβέρνηση καὶ ὁ ἄλλος στὸν Ἰησοῦ. Κανένας τους ὅμως δὲν φαίνεται πρόθυμος νὰ ἀκολουθήσει τὸν δύσκολο καὶ ἰσόβιο δρόμο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Ὅλοι ζητοῦν ἄμεσα ἀποτελέσματα. Γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ οἱ δεξιοὶ ἀμερικανοὶ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπίσκοποι, οἱ ἀριστεροὶ συντηρητικοὶ Προτεστάντες, οἱ ἀθεϊστὲς ἰουδαῖοι ἢ οἱ μαχητικοὶ ὁμοφυλόφιλοι, ὅλοι φαίνεται νὰ συναντῶνται στὴν κοινὴ ἀφοσίωσή τους στὰ καλὰ αἰσθήματα καὶ στὴν κοινωνικὴ καὶ ὑλιστικὴ «πρόοδο». Ὅλοι αὐτοὶ συμφωνοῦν ὅτι ἡ πρόοδος μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ πολιτικὰ ἢ νομικὰ μέσα ἢ ἁπλῶς μὲ μία ἄμεση ἀναγεννητικὴ ἀλλαγὴ τῆς καρδιᾶς, μὲ μία μεταστροφὴ πρὸς τὴν ἀμερικανικὴ θρησκεία τῆς αὐτοεκτίμησης, τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς «διεκδίκησης τῶν δικαιωμάτων».

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

.        Ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας περιέχει μία πολὺ διαφορετικὴ θεώρηση γιὰ τὸ νόημα τῆς ζωῆς ἀπὸ ἐκείνη τῶν συγχρόνων μας. Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ὕπαρξής μας εἶναι ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, ἡ ἀνακατανομὴ τοῦ πλούτου ἢ ἔστω τὰ καλὰ αἰσθήματα. Ἡ ἱστορικὴ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἀντικείμενα διαλέξεων ἢ ὑπόμνηση τῆς ἀλήθειας χωρὶς περιεχόμενο, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ἐνεργοποημένη. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς, διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι ἡ εὐημερία· εἶναι ὁ ἀγιασμός[1]. Αὐτὸς ὁ σκοπός, ὅπως ἔχουμε διδαχθεῖ, δὲν εἶναι ἡ αὐτογνωσία ἀλλὰ ἡ ἀνακαίνιση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ μποροῦμε ἐλεύθερα νὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ τὸν Θεό, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας[2].
. Ὁ Λακτάντιος (250-317 μ.Χ.), πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, γράφει: «Εἶναι γεγονὸς ὅτι δημιουργηθήκαμε μὲ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση, ὅτι θὰ ἐκπληρώσουμε τὸ χρέος τῆς λατρείας, ποὺ κατὰ λόγο δικαιοσύνης ὀφείλεται στὸν Θεό, διότι αὐτὸς μᾶς ἔφερε στὴν ὕπαρξη, καὶ ἀκόμη ὅτι θὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ θὰ ἀκολουθήσουμε μόνον αὐτόν. Συνδεόμαστε δηλαδὴ στενὰ μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὸν δεσμὸ τῆς εὐσέβειας…
.       Ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ γεννηθοῦμε ἐμεῖς. Γεννηθήκαμε λοιπόν, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεό, ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ ἐμᾶς. Ἔτσι γνωρίζουμε ὅτι μποροῦμε νὰ τὸν λατρεύουμε. Καὶ πάλι λατρεύουμε τὸν Θεὸν οὕτως ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ λάβουμε τὴν ἀθανασία ὡς ἀνταμοιβὴ στοὺς κόπους μας, διότι ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ συνεπάγεται πράγματι μεγάλους κόπους. Ὕστερα πάλι ἀποζημιωνόμαστε μὲ τὴν ἀμοιβὴ τῆς ἀθανασίας, ὥστε, ἐφ’ὅσον γίνουμε ὅπως οἱ ἄγγελοι, νὰ μποροῦμε νὰ λατρεύουμε τὸν ὕψιστο Θεὸ Πατέρα καὶ Κύριο γιὰ πάντα καὶ νὰ μποροῦμε νὰ εἴμαστε στὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ γενικὸ συμπέρασμα· αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας»[3].
.  Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀμετάβλητη Πίστη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ἀνιδιοτελὴς λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μυστηριακὰ σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς ζωῆς, ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα αὐτῆς. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς δὲν εἶναι ἡ ἀλλαγὴ πρὸς τὴν κοινωνικὴ ἀγαθότητα, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε τὴν ἀνθρώπινη «τελειότητα». Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι στὴν οὐσία της ἡ ζωὴ εἶναι πρωταρχικὰ μυστηριακὴ καὶ ὄχι πολιτική. Καὶ ἔτσι συμπεραίνουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα οἱ χριστιανικὲς πολιτικὲς ἰδέες γιὰ τὴν ἐλευθερία ἢ τὴν δικαιοσύνη χάνουν τὸ νόημά τους, ἐὰν γίνουν αὐτοσκοπὸς καὶ ἐὰν ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ ἱστορικό, θρησκευτικὸ καὶ ἠθικὸ θεμέλιο, στὸ ὁποῖο στηρίζονται οἱ ἠθικὲς ἀρχὲς μὲ μηνύματα ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ἁπλὰ ἀτομικὰ συμφέροντα[4].

.             Ἡ ζωή, ὅπως κατανοεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἕνα ζωντανὸ καὶ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο. Ἐὰν τὸ πιστεύουμε αὐτό, οἱ ἰδέες μας γιὰ τὴν ζωή μας, τὴν κοινωνία καὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα θὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἡ μεταστροφή, κοσμικὴ ἢ θρησκευτική, πρὸς τὸν ὀρθὸ τρόπο σκέψης καὶ τὴν αὐτοπραγμάτωση ἀποτελεῖ τὸ ὕψιστο νόημα τῆς ζωῆς.


[1] Βλ. Matthew the Poor, The Communion of Love (Crestwood, NY, 1984), ἰδιαίτερα τὸ κεφάλαιο 5, σ. 79-84.

Σημ. Μεταφρ.: Ὁ Ματθαῖος ὁ Πτωχὸς εἶναι Κόπτης συγγραφέας. Ἂν καὶ τὰ ὅσα γράφει γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα εἶναι ὀρθά, πρέπει νὰ διευκρινισθεῖ ὅτι ὁ ἴδιος ποὺ ἀποδέχεται καὶ ἐκφράζει τὶς θέσεις τῶν Ἀντιχαλκηδονίων δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς διδάσκαλος τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὅλη του διδασκαλία νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία.

[2] «Ὁ κόσμος εἶναι ὁ κόσμος τῆς πτώσεως, ἐπειδὴ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρών», Alexander Schmemann, For the Life of the World (Grestwood, NY, 1963), σ. 16.

[3] Lactantius, On the Divine Institutions (304 μ.Χ.), στὸ βιβλίο, The Faith of the Early Fathers τ. 2, μετ. W.A. Jurgens (Collegeville, MN, 1970), σ. 266-268.

[4] «Ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἀναφορὰ (στὴν ὑπερβατικὴ θρησκευτικὴ ἀλήθεια) πέρα ἀπὸ τὸν βασιλιὰ καὶ τὸ δικαστήριο, ὁ νόμος εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἰδιότροπος», Richard John Neuhaus, The Naked Pablic Square, σ. 256.

, , ,

Σχολιάστε

ΕΥΧΡΗΣΤΟΙ ΔΙΑΚΟΝΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕKKΛHΣΙAΣ (Ἀποστ. Ἀνάγν. Κυρ. Μυροφόρων)

Σχολιάστε

«ΘΕΩΡΕΙΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ»: Εἶναι μία ἀπρόσιτη πραγματικότητα ποὺ τὴν γεύονται ὅσοι εἶναι ὅλο φωτιά. (Ἀρχιμ. Εὐσ. Βίττης)

Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν
Ἀρχιμ.  Εὐσεβίου Βίττη (✝)

.            Ἡ δυνατότητα τοῦ ὁρᾶν, τοῦ βλέπειν, ἡ θέαση τῶν ἀντικειμένων γύρω μας καὶ πρὸ πάντων τῶν συνανθρώπων μας, ἀποτελεῖ μία ἀπ’ τὶς πιὸ μεγάλες καὶ ὄμορφες δυνατότητες ἐπικοινωνίας. Ὅταν τὸ βλέμμα συναντᾶ τὸ βλέμμα, βρισκόμαστε στὴν πιὸ ἀποφασιστικὴ στιγμὴ ἐπικοινωνίας, ἐφ’ ὅσον φυσικὰ προϋπάρχουν καὶ οἱ ψυχολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ δίνουν στὸ βλέμμα τὸ ἰδιαίτερο βάθος καὶ τὴν δυνατότητα διεισδύσεως. Τὸ ἕνα βλέμμα βυθίζεται μέσα στὸ ἄλλο μὲ τρόπο ἀνεξήγητο, μυστικό. Ὁ καθένας γίνεται ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο θεωρίας ταυτόχρονα, θεωρὸς καὶ θεωρούμενος. Τὸ βλέμμα προχωρεῖ βαθειὰ μέσα ἀπ’ τὴν ζωντανὴ θυρίδα τῶν ματιῶν. Ὅλη ἡ ψυχὴ γίνεται ματιὰ καὶ εἰσδύει στὴν ἄλλη ματιὰ ὅλη δι’ ὅλης. Ὁσοσδήποτε λόγος κι ἂν γίνει γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο λειτουργίας τοῦ βλέμματος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει σ’ ὅλο της τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τὴν σημασία τῆς ἐνέργειας «τοῦ θεωρεῖν».
.         Ἡ θέαση, «τὸ θεωρεῖν», ἔπαιξε πρωταρχικὴ σημασία στὴν σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε ἀντικείμενο θέας τῶν πρώτων μαθητῶν του. Τὸν εἶδαν, τὸν θεώρησαν. Καὶ μετὰ τὸν γνώρισαν καὶ προχώρησαν στὴν βαθύτερη καὶ μυστικότερη θεωρία του. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶναι πολὺ σαφής; «Ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν…ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν…» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Ἡ θέαση αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ σὰν ἀνθρώπου καὶ αἰσθητὰ ψηλαφητοῦ ἦταν ἀναγκαία, γιατί χωρὶς αὐτὴν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ξεφύγει ἡ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ ἀπ’ τὸ συγκεκριμένο καὶ τὸ ὁρισμένο στὸ ἀόριστο καὶ ἀπροσδιόριστο, ἢ καλύτερα σ’ ἕνα θολὸ καὶ σκοτεινὸ μυστικισμό, ὅπου χάνονται τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ στὸ πλασματικό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπιμένει: «Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν…» (Α´ Ἰωάν. δ´ 14). Εἶναι ὅμως φανερὸ πὼς ἡ θέαση τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἁπλὴ λειτουργία τῆς ὁράσεως. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς» (Ἰωάν. α´ 14). Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε σάρξ, χωρὶς νὰ παύσει ὅμως νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν. Κάθε τί ποὺ γίνεται κάτι ἄλλο ἀποκτώντας τὶς ἰδιότητες ἐκείνου τοῦ ἄλλου, παύει νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν προηγουμένως. Εἶναι κάτι καινούργιο πιά.
.         Ὁ οἶνος ποὺ ἔγινε τὸ νερὸ στὶς ὑδρίες τοῦ θαύματος στὴν Κανὰ δὲν εἶχε πιὰ τίποτε τὸ κοινὸ μ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Μονάχα ὁ Λόγος μποροῦσε νὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Λόγος καὶ «σὰρξ» ξεπερνώντας τῆς φύσεως τοὺς ὅρους. Τὸ φυσιολογικὸ βλέμμα ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ νὰ δώσει πληροφορίες ἱκανοποιητικὲς γι’ αὐτόν. Χρειαζόταν καὶ ἄλλου εἴδους βλέμμα, γιὰ νὰ δεῖ καὶ τὸν Λόγο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὴν «σάρκα». Χρειαζόταν μία εἰδικὴ δυνατότητα θεωρίας καὶ θεάσεως τῆς δόξας του, τῆς μοναδικῆς του δόξας σὰν Υἱοῦ Μονογενοῦς. Ποιά εναι εδικ ατ ματιά, καλύτερα, σ τί πρέπει ν μεταμορφωθε ματιά, γι ν θεωρήσει τν ησον ληθιν κα σωστά; Μς τ λέει διος: «Τοτο στ τ θέλημα το πέμψαντός με, να πς θεωρν τν υἱὸν κα πιστεύων ες ατν η ζων αώνιον» (Ἰωάν. ϛ´ 40). Τ «θεωρεν» δ γίνεται ταυτόσημο μ τ «πιστεύειν». Παύει δηλαδ τ βλέμμα ν ποτελε μία καθαρ νέργεια τς ασθήσεως μόνο. Τ βλέμμα γίνεται πίστη. Τὸ θεωρεῖν ἔχει λόγον ὑπάρξεως τότε μόνον, ὅταν γίνεται ὄχημα πίστεως. Ἀλλιῶς μένει μία ἁπλὴ φυσιολογικὴ ἐνέργεια χωρὶς βάθος καὶ ἰδιαίτερη σημασία. «Ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε» (Ἰωάν. ϛ´ 36). Εἶναι μία διαπίστωση καὶ ἕνα παράπονο τοῦ Ἰησοῦ, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν στὸ πεδίο τῆς φυσιολογίας μόνον. Ἀλλὰ τὸ «θεωρεῖν» αὐτὸ γίνεται ἀφορμὴ καταδίκης. Γιατί ἐνέχει μέσα του τὸ στοιχεῖο τῆς κρίσεως. «Εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν. θ´ 39) καὶ «εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν, νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (αὐτ. στίχ. 41). Ὁ ἄνθρωπος καταδικάζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του νὰ μένει στὸ χῶρο τοῦ γήινου καὶ τοῦ ἐγκόσμιου χωρὶς νὰ ἀξιώνεται νὰ γίνει θεωρὸς τῶν ἐπέκεινα.
.         Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν εἶναι τώρα καὶ σωματικὰ παρὼν στὸν κόσμο. Παύει ἄραγε ἡ δυνατότητα τοῦ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν; Τώρα ἔχουμε ἀντιστροφὴ τοῦ ἄξονα θεωρεῖν-πιστεύειν. Γίνεται πιστεύειν-θεωρεῖν. Μὲ τὴν πίστη καθαρίζει τὸ βλέμμα καὶ προχωρεῖ στὴν ἄμεση ἐσωτερικὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ, καθαρίζει τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς. Καθαρίζει τὸ «διορατικόν», ὁ νοῦς, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸ ἐνεργεῖ καὶ ἕνας ἄλλος παράγων ποὺ θὰ τὸν δοῦμε πιὸ κάτω. Τώρα δημιουργοῦνται, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε χωρὶς δυσκολία, ὄροι καὶ προϋποθέσεις καλύτερες «τοῦ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν», πολὺ καλύτερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι τότε ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἦταν καὶ σωματικὰ στὴν γῆ. «Ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις;» (Ἰωάν. γ´ 18). Ἡ ἀμφιβολία καὶ ὁ δισταγμὸς βασάνιζαν τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν του καὶ τότε, ἐφ’ ὅσον τὸ βλέμμα τους ἔμενε μόνο στὸν ραββί. Τὸν ἔβλεπαν, τὸν ἄκουγαν, τὸν ψηλαφοῦσαν, καὶ ὅμως ἔβλεπαν χωρὶς νὰ βλέπουν καὶ ἄκουγαν χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν. «Τυφλοὶ τὰ τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τὰ τ’ ὄμματα». Δὲν λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερικὴ αἴσθηση, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ματιά. Γιατί; Κι ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὑπῆρχε καλὴ διάθεση, ὅμως «οὔπω ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι ὁ Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ´ 39). Ἔτσι ἐρχόμαστε στὸν παράγοντα ποὺ παίζει τὸν πιὸ ἀποφασιστικὸ ρόλο στὸ ζήτημά μας.

.         θεωρία το ησο δν εναι ζήτημα ξυπνάδας, ξύνοιας, ξυδέρκειας λλων ψυχικν κα πνευματικν δεξιοτήτων. Δὲν εἶναι προνόμιο μερικῶν ψυχῶν ποὺ ρέπουν στὴν μυστικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ζωή, ποὺ εὔκολα βυθίζονται σὲ ἐνοράσεις καὶ χάνονται σὲ κόσμους ἀνεξέλεγκτους καὶ αὐθαίρετης ὑποκειμενικότητας. Ὁ Ἰησοῦς χάνεται ἀπὸ τὸ αἰσθητὸ ὀπτικὸ πεδίο, «μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτε με», ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀπομάκρυνσή του θὰ γίνει ἀφορμὴ νὰ τὸν ξαναδοῦν οἱ μαθηταί του καὶ τότε καὶ τώρα καθαρότερα: «Πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν Πατέρα μου» (Ἰωάν. ιϛ´ 16). Ὁδηγὸς στὴν θέα αὐτὴν εἶναι ὁ Παράκλητος. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὁδηγὸς «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Ἐκεῖνος θὰ διδάξει καὶ θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος θὰ τὸν δοξάσει (αὐτ., στ. 14). Θὰ μιλήσει γι’ αὐτὸν καὶ θὰ τὸν φανερώσει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία του διὰ τοῦ Παρακλήτου. «Ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτε με…ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ (ὅταν δηλ. θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος) γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν». Ὁ Παράκλητος μιλάει στὶς καρδιὲς καὶ φυτεύει τὴν πίστη. «Ὅτι καὶ ἑώρακάς με, Θωμᾶ, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ´ 29). Ἀπὸ τώρα δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ αἰσθητὴ ψηλάφηση. Τώρα πιὰ εἶναι κατατεθειμένη ἡ μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα θὰ φανερώνει τὸ βαθύτερο καὶ μυστικότερο νόημά της.
.         Τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τ νήκειν στν κκλησίαν, τ εναι μέλος τς κκλησίας, πο ποτελε τ μυστικ σμα το Χριστο, ποτελε τ χέγγυο τς μετοχς στ Πνεμα κα τς χορηγήσεως π ατ τς δωρες «το δεν τν ησον». ξω π τν κκλησία νήκει κανες στν κόσμο κα «ο δύναται λαβεν» (Ἰωάν. ιδ´ 17) τὸ Πνεῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ὅλες οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀπομύθευση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀνατομία της ὑπὸ τὸ φῶς τῆς γνώσεως τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ μὲ κριτήριο τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες κατανοήσεως δὲν κατέληξε παρὰ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καθόλου παράξενο γιατί μετὰ τόση συζήτηση γίνεται λόγος «περὶ τίνος Ἰησοῦ τεθνηκότος», ὃν φασὶν οἱ πιστοὶ ζῆν (Πρ. κε´ 19). Τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ἀδύναμο καθὼς εἶναι, εἶναι ἀνίκανο νὰ ξεπεράσει τοὺς φυσικοὺς ὅρους, ποὺ τὸ διέπουν καὶ τὸ κρατοῦν δέσμιο τοῦ παρόντος, καὶ νὰ κατανοήσει καὶ ἀκόμη πιὸ πολύ, νὰ θεωρήσει τὸν Ἰησοῦ. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ Παράκλητος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν Ἰησοῦ.
.         Ἡ Ἐκκλησία στηριζομένη στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων (Ἐφεσ. β´ 20) ποὺ κατέθεσαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴν μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ στὴν χειραγωγία τοῦ Πνεύματος ποὺ τὴν ἐμψυχώνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ἐσωτερικὴ γνώση τοῦ Ἰησοῦ, κινεῖται ἀνάμεσα στὶς δύο παρουσίες τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Καὶ ζεῖ μὲ τὴν μυστικὴ θεωρία του καὶ τὴν ἀναμονή του, ἕως ὅτου τὸν δεῖ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὴν θεωρία αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ τὴν ζεῖ κάθε ἀληθινὰ πιστὸς μὲ ἕνα τρόπο πολὺ προσωπικό, ἀλλὰ πραγματικὸ καὶ ἀληθινό. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ σύμπτωση τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τῶν μεγάλων ἁγίων ποὺ τὴν καταθέτουν στὸ κοινὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.         Μιλᾶμε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἔννοια αὐτή, ἢ καλύτερα, ἡ πραγματικότητα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ, ὅπως καὶ κάθε συναφὴς πραγματικότητα ποὺ ἀναφέρεται στὴν οὐράνια καὶ ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ λέξεις, ποὺ ἀδυνατοῦν ἀκόμα καὶ τὴν περιγραπτὴ καὶ ἁπλὴ πραγματικότητα νὰ περιγράψουν. Αὐτὲς τὶς πραγματικότητες «οὐκ ἐξὸν λαλῆσαι» στὴν ἀνθρώπινη γλώσσα (Β´ Κορ. ιβ´ 4). Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τὸν ἔχει ἡ ἄμεση ἐσωτερικὴ βίωση καὶ ἡ φανέρωση τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ μονάχα νὰ λεχθεῖ εἶναι τοῦτο: Τ θεωρεν τν ησο δν εναι λέξεις χωρς ντίκρυσμα. Εναι μία πρόσιτη πραγματικότητα πο τν γεύονται σοι εναι λο φωτι κα θεο ρωτα. Ὧρες-ὧρες ἐκφράζεται καὶ μὲ δάκρυα καὶ μὲ ἐσωτερικὸ κατακλυσμὸ χαρᾶς καὶ ἀνείπωτης εὐτυχίας, μὲ συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ πνευματικὴ ἀνάταση καὶ ἄρρητο γλυκασμὸ ποὺ εἶναι μία ἰσχυρὴ πρόγευση τοῦ Ἰησοῦ καὶ μία ἀνείπωτη παρηγοριὰ τοῦ πιστοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἰησοῦ πονᾶ, θλίβεται καὶ πάσχει στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ μαρτυρεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ χάρη του. Αὐτὰ ὅμως δὲν συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν εἶναι ὁ κανόνας. Κανόνας εἶναι ἡ πίστη. Κανόνας εἶναι ἡ «ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) θέαση τοῦ Ἰησοῦ. Δν εναι σπάνιες ο περιπτώσεις πο ψυχ στν γώνα της κα τν πάλη της ν σταθε πιστ κα φοσιωμένη στν ποθητό της νυμφίο περνάει ρες σκληρς μφιβολίας κα δέρνεται μέσα στὴν συννεφι κα τν φουρτούνα τς βεβαιότητος. λλ στν κρίσιμη στιγμ φτάνει μία μικρ νακίνηση το πυκνο παραπετάσματος π τν πνο το Πνεύματος γι ν φήσει ν διαφανε πραγματικ πραγματικότης. Ν διαφανε ησος

.       Μερικοὶ συγκεκριμένοι «τρόποι» θεωρίας τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία:

1) Τ Μυστήριο τς θ. Εχαριστίας. Στὸ μυστήριο ὑπάρχει ὁ Ἰησοῦς. Στὸ Μυστήριο συνεχίζεται ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία του μὲ τὸ ἴδιο καὶ πιὸ πολὺ τονισμένο τὸ στοιχεῖο τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας ἀναφέρονται περιπτώσεις ἁγίων ἀνθρώπων ποὺ «ἐθεώρουν» τὸν Ἰησοῦ κρυμμένο πίσω ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο. Ἐμεῖς οἱ κοινοὶ πιστοὶ δὲν τὸν θεωροῦμε μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Τὸν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Πιστεύουμε πὼς εἶναι «οὐσιωδῶς παρὼν» στὴν Θ. Εὐχαριστία. Τὸν ἀγκαλιάζουμε μυστικά. Τὸν δεχόμαστε στὴν καρδιά μας.
.         Ὤ, σπάνιες στιγμὲς πνευματικῆς εὐφροσύνης! Νοιώθει κανεὶς πὼς τότε βρίσκεται στὴν προβαθμίδα τοῦ «θεωρεῖν τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ, ἣν δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατὴρ» (Ἰωάν. ιζ´ 24). Μέσα στὸ Μυστήριο λοιπὸν μποροῦμε νὰ «ἀφορῶμεν εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ´ 2) μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα, μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα ποὺ μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ Πρωτομάρτυρας, ὅταν ἔλεγε: «Θεωρῶ τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα» (Πρ. Ζ´ 56).

2) Ο δελφοί. Κάθε δελφς εναι τ ντίτυπο το ησο. Πίσω ἀπὸ τὸν κάθε ἀδελφὸ κρύβεται ὁ Ἰησοῦς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρώιμη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὅπως βλέπουμε στὴν συνοπτικὴ παράδοση: (Ματθ. κε´ 31-46). Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ σημαίνει στὴν πρακτικὴ κοινωνικὴ ζωὴ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ στὰ πρόσωπα τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἔχει δύο ἐκφράσεις ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό; «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν (Ἰωάν. ε´ 24). Καί: «Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Α´ Ἰωάν. γ´ 14). Τόσο ἡ πίστη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅσο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι μετάβαση πρὸς τὴν ζωή. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη συγκλίνουν στὸ ἴδιο σημεῖο: στὸν Ἰησοῦ. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ χωρὶς τὰ δύο αὐτὰ φτερά.

3) γενικότερη συνεπς φαρμογ τς ντολς το ησο. σύγκρουση μ τν πραγματικότητά μας, τν καθόλου εδυλλιακ μαρτωλ πραγματικότητά μας μ τς σκήμιες της κα τς τρικλοποδις πο μς βάζει στν προσπάθειά μας ν φανομε συνεπες, μς βγάζει π τς αταπάτες κα τς φαντασιοπληξίες, λλ κα μς στερεώνει περισσότερο στν πιθυμία το «δεν τν ησον». Θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἰησοῦ; Ἀγάπησέ τον θερμά, ὅσο γίνεται πιὸ θερμά, πιὸ δυνατά, πιὸ παράφορα. Θέλεις ν δοκιμάσεις γνησιότητα τς γάπης σου πρς τν ησο; Τήρησε τς ντολές του, σο κι ν εναι δύσκολη φαρμογή τους. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν μὲ ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτὸν» (Ἰωάν. ιδ´ 21). Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ὁ ὁμαλὸς καὶ ἀσφαλὴς δρόμος, στὸν ὁποῖο πατοῦμε μὲ τὸ ἕνα πόδι, ἡ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦμε, δηλ., ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο πατοῦμε στὴν ἄλλη πραγματικότητα, τὴν μυστική, τῆς ὁποίας εἴμαστε δυνάμει μέτοχοι. Τηρώντας κανες τν ντολ το ησο φεύγει π τν πραγματικότητα το κόσμου κα μπαίνει στν ερ περιοχ τς νοσταλγίας του κα τν μυστικν πόθων του. τήρηση τν ντολν εναι μία προσπάθεια ν ρθε αλαία το κόσμου κα τς μαρτίας πο παρεμβάλλονται νάμεσα σ μς κα στν ησο. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι ἡ προχώρηση γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔρχεται γιὰ νὰ «ἐμφανίση ἑαυτὸν» καὶ «νὰ θεωρῶμεν τὴν δόξαν αὐτοῦ».
.         Εἶναι τόση ἡ εὐτυχία καὶ ἡ μακαριότητα τῆς ψυχῆς ποὺ «εἶδε», ἔστω καὶ ἀμυδρὰ τὸν Ἰησοῦν, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ μένει μόνη στὴν θέα αὐτή, θέλει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ γευτοῦν τὴν ἴδια πραγματικότητα. Ἡ μακαριότητα τῆς συν-θέας, τῆς συν-θεωρήσεως γίνεται αὐτόματα πιὸ μεγάλη, πιὸ βαθειά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦν δὲν παρέμειναν σὲ μία ἀδράνεια, ἀλλὰ σκορπίστηκαν στὸν τετραπέρατο κόσμο καὶ διεκήρυξαν: «ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἠμῶν ἐψηλάφισαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς –καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν— ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ἡμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Εἶναι φανερὸς ὁ σύνδεσμος θέας καὶ μαρτυρίας. Θεάσεως καὶ ἀπαγγελίας, καὶ εὐαγγελισμοῦ καὶ συν-κοινωνίας καὶ ἄλλων στὸ ἄρρητο αὐτὸ θέαμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ καὶ ἡ βιωματικὴ ἀφετηρία κάθε ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς καὶ προοπτικῆς. Τίποτε ἄλλο. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι δευτερεύοντα συμπληρώματα. πηγ τς εραποστολικς θέρμης κα δράσεως εναι τ γεγονς τι εραπόστολος «εδε» κα θεται ξακολουθητικ τν ησον. Καὶ γίνεται ἡ βίωσή του αὐτὴ φωνή. Καὶ γίνεται ὅλη φωτιά. Καὶ συνεχίζει μὲ ἐσωτερικὴ βεβαιότητα τὸ ἔργο ἐκείνων ποὺ πρῶτοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀνακάλυψαν ἐκεῖνοι καὶ μᾶς εἶπαν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ βρῆκαν. Τὸν γευτήκαμε καὶ ἐμεῖς ἐλάχιστα καὶ βλέπουμε ὅτι εἶχαν τόσο δίκαιο στὶς διακηρύξεις τους. Αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη ἐμπειρία μας πρέπει νὰ γίνει πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ βαθειά. Νὰ ἀνάβει τὴν λαχτάρα νὰ θεαθοῦμε πιὸ πολὺ τὸν Ἰησοῦ. Νὰ τὸν θεαθοῦμε ὅσο γίνεται καὶ στὴν γῆ τούτη, ἀλλὰ νὰ τὸν θεώμεθα καὶ στὸν οὐρανὸ ὅπου «πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. δ΄17) «θεωροῦντες τὴν δόξαν» του (Ἰωάν. ιζ´ 24) προχωρώντας ἐκ μακαριότητος εἰς μακαριότητα…

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: pemptousia.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ Η “ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ” «ΑΝΑΠΟΣΠΑΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ»;

.       «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας», ἐδήλωσε εἷς ἐκ τῶν μεγαλοδιεκδικητῶν τῆς …ἐθνικῆς μας ἐμπιστοσύνης, προσβλέποντας -πιθανόν- στὴν κάμψη τῆς λογικῆς διὰ τῆς συναισθηματικῆς ἐξαπατήσεως!

ΣΧΟΛΙΑ «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»:

1. Δὲν εἶναι «τμῆμα» τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας ἡ Ὀρθοδοξία. Πρόκειται γιὰ μεγάλο ΛΑΘΟΣ, στὸ ὁποῖο στεγάζεται ὅλη ἡ κακοδαιμονία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ καὶ φυσικὰ ἡ ὑποκριτικὴ θεωρία περὶ «διακριτῶν ρόλων». Ὅταν λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία τοὺς φαίνεται «χρήσιμη», τὴν ψευτοχαϊδεύουν. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δὲν εἶναι ρετάλι γιὰ  τὰ ἐκλογικὰ ἢ ἄλλα ἄθλια καὶ ἐλεεινὰ μπαλώματά τους.

2. Ἀντιθέτως, ἡ ἐθνική μας ταυτότητα ΕΠΕΖΗΣΕ καὶ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΧΑΡΙΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ὥστε ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ νὰ μπορεῖ νὰ εἶναι μόνον Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ. (π.χ. ψάξτε νὰ βρεῖτε ποιὰ ἦταν ἡ γενικὴ καὶ ἐπίσημη στάση ἀλλοδόξων κατὰ τὴν ἐθνεγερσία τοῦ 1821…!)

3. Ἕνας «Ἕλληνας» χωρὶς Χριστὸ στὴν Ἑλλάδα εἶναι φτωχός. Ἕνας Ἕλληνας μὲ ΧΡΙΣΤΟ στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα εἶναι πλούσιος. «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».

4. Ὁ ἀληθινὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς τιμᾶ καὶ ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του καὶ τὴν ἐθνική του ταυτότητα, ἀλλὰ γνωρίζει πὼς ἡ πραγματική του πατρίδα καὶ ἡ πραγματική του ταυτότητα εἶναι Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ.

5. Κατὰ συνέπειαν, ὅπως ἔλεγε ἕνας Γέροντας, ὁ ἀληθινὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει τὴν πνευματικὴ αἴσθηση τοῦ Μετανάστου. 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΑ. «Τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὅτι, ἐνῶ ὑπάρχουν νοσηρὰ στοιχεῖα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ταγούς, διατηρεῖται ἀκμαία» (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Πίστη καὶ ἀπιστία

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς,
Ἁγιορείτης

.        Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς δὲν ἦταν τελικὰ ἄπιστος. Ἤθελε πειστήρια τῆς πίστεώς του, τὰ ὁποῖα τελικὰ δὲν τὰ ἔδωσε ὁ ἀναστημένος Χριστός.
.         Ἡ πίστη κατοικεῖ στὶς ὡραῖες καρδιὲς τῶν ταπεινῶν καὶ εἶναι ἀδιατάρακτη. Ἔλαβαν τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τ μεγάλο θαμα τς ρθοδοξίας εναι τι, ν πάρχουν νοσηρ στοιχεα στος κκλησιαστικος ταγούς, διατηρεται κμαία κα λώβητη. Δημιουργοῦν μὲ τὴν στάση καὶ τὸν τρόπο τους προβλήματα καὶ προβληματισμοὺς σοβαρούς, ποὺ ἐνίοτε σκανδαλίζουν τὸν λαό. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ἀγαθοί, ποὺ ἀναθερμαίνουν τὴν πίστη τους μέσα ἀπὸ ὅλα αὐτά, καὶ μέσα ἀπὸ τὴν φθαρτότητα πηγάζει ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀγάπη. Μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἐπαγγελματίες κληρικοί, ἀλλὰ σίγουρα ὑπάρχουν ἀρκετοὶ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου ποὺ τὴν ζωή τους χαρακτηρίζουν ἡ καθαρότητα, ἡ σεμνότητα, ἡ ταπεινότητα καὶ ἡ πραότητα. Ὁ βίος τους συγκινεῖ καὶ παρακινεῖ. Μπορεῖ κάποιοι νὰ μὴν κατανοοῦν μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀρκετά. Ὅμως συχνὰ ἡ συνήθεια κάνει γνωστὰ ἀρκετὰ πράγματα. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πετροβολᾶμε τὴν Ἐκκλησία δίχως ποτὲ νὰ μὴν ἔχουμε εἰσέλθει ἐντός της. Ἡ συμμετοχὴ στὸν ἐκκλησιασμὸ εὐλογεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν θελήσει νὰ ἐνταχθεῖ βαθύτερα ἐντός της, θὰ αἰσθανθεῖ κατάνυξη, γλυκύτητα, παραμυθία καὶ ἕνωση μὲ ὅλους.
.         Οἱ ἅγιοι μᾶς βοηθοῦν νὰ πᾶμε στὸν Χριστό. Μὲ τὸν λόγο τους, τὰ κείμενά τους καὶ κυρίως τὸ παράδειγμα τῆς χριστομίμητης ζωῆς τους μᾶς ὁδηγοῦν στὴν θεία ἀγκαλιά. Μᾶς λένε πόσο ἀγαποῦν τὸν Χριστὸ καὶ μὲ πόση χαρὰ καὶ φιλότιμο ἐργάστηκαν τὶς ἐντολές του. Ὑπάρχουν καὶ σήμερα κρυμμένοι ἅγιοι παντοῦ, μὰ δὲν φανερώνονται στοὺς περίεργους καὶ τοὺς ἀταπείνωτους. Μερικὲς φορὲς ζοῦν ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένεις. Ἄλλοτε εἶναι πολὺ κοντά σου καὶ δὲν τοὺς ἀναγνωρίζεις. Τοὺς θεωρεῖς μάλιστα ἀνόητους. Δὲν τοὺς ρίχνεις οὔτε μία ματιά. Ἡ ἁγιότητα ὑπάρχει σήμερα σίγουρα. Δὲν θέλει φωνές, φῶτα, κρότο καὶ διαφήμιση. Ἡ περιέργεια τοῦ Θωμὰ δὲν ἦταν κακή. Ὁ Θωμὰς ἔψαχνε, ἀναζητοῦσε, διψοῦσε γιὰ τὴν ἀλήθεια.
.        Ὁ Θωμᾶς μᾶς ὁδηγεῖ νὰ ψηλαφίσουμε κι ἐμεῖς τὸν Χριστό. Μὴ μείνουμε ἔξω ἀπὸ τὸν νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ τοὺς ἀναζητητές, τοὺς ἀπαιτητικοὺς ἀκροατές, τοὺς γνήσιους μαθητές. Μᾶς θέλει ζωντανούς, ἀληθινούς, φιλότιμους καὶ φιλόπονους. Ἀνθρώπους ποὺ νὰ ἀγαποῦν θερμὰ τὸν ἴδιο καὶ τὸν πλησίον. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐλογημένη μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Καλεῖ ὅλους νὰ ἐντρυφήσουν καὶ νὰ ἀναζωογονηθοῦν. Σημαντικὸ ρόλο παίζουν οἱ κληρικοί μας. Μποροῦν νὰ ἐπηρεάσουν πολλοὺς ὡς λειτουργοί, ἱεροκήρυκες καὶ ἐξομολόγοι. Ἱερεῖς ἁγνοὶ καὶ ταπεινοὶ καὶ θεοχαρίτωτοι μποροῦν πολλοὺς νὰ βοηθήσουν πολύ.
.         ρθόδοξη κκλησία δν ξεγελ, δν ψευτοπαραρηγορε, δν κανακεύει. Εναι ζωντανή, ρωμαλέα κα δυνατή. Δν ποδιώχνει τν περίεργο Θωμ πο προκαλε. Τν φήνει λεύθερα ν ψάξει, ν ρευνήσει, ν πεισθε. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἁγιογραφικὴ καὶ παραδοσιακή. Ὁ πλοῦτος της εἶναι ἡ πενία. Δὲν τρομοκρατεῖ καὶ ἀπειλεῖ τὰ ἀγαπητὰ παιδιά της. Ξέρει τί ἔχει καὶ τί θέλει. Ποτὲ δὲν ζητᾶ καρποὺς ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔσπειρε. Ἔχει κατανόηση, ὑπομονή, ἀνοχὴ καὶ ἀγάπη. Ἔλα νὰ δεῖς. Μελέτησε καὶ ἀπόρριψε. Ὁ Θωμᾶς σὲ παρακινεῖ. Ἡ «ἀπιστία» τὸν ἔφερε σὲ μεγάλη πίστη. Τώρα εἶναι ἀσφαλής, χαριτωμένος, χαρούμενος καὶ εὐχαριστημένος.
.         πιστία εναι νόσημα, τάφος, πόνος κα φόβος. Νομίζει κανες τι τσι εναι λεύθερος, μως κάτι το λείπει. χει να διχασμό. Δν χει τν ληθιν χαρά. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἁπλότητα χαρίζει βοήθεια στὶς ψυχές. Διώχνει τὶς κακίες καὶ μόνο ἔτσι χαίρεται ὁ ἄνθρωπος πραγματικά. Ἡ πίστη εἶναι ἁπλὴ καὶ ἡ ἀπιστία σύνθετη. Ἡ θέρμη τῆς πίστεώς μας θὰ προβληματίσει τοὺς ἄπιστους. Μία ἀκέραια πίστη συγκινεῖ τοὺς πάντες. Ἡ ἁπλότητά της ἕλκει. Ὁ Θωμᾶς μᾶς πηγαίνει ἀδελφικὰ στὴν πηγὴ τῆς πίστεως. Τελικὰ δὲν ἦταν καθόλου ἄπιστος, ἀλλὰ ἀρκετὰ πιστός. Τὸν εὐχαριστοῦμε ποὺ μᾶς προωθεῖ στὴν πηγὴ γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε. Φίλε ἅγιε Θωμᾶ ἔμπνευσε ὅσους δειλιάζουν, φοβοῦνται, διχάζονται καὶ δὲν τολμοῦν.

ΠΗΓΗ: makthes.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΚΟΙΝΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γιατί κοινὴ ἡ Ἀνάσταση

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.         Ὑπάρχουμε, ὄχι ἐπειδὴ τὸ ἐπιλέξαμε, δὲν ἀποφασίσαμε ἐμεῖς, ἐλεύθερα, νὰ ὑπάρχουμε. Δὲν διαλέξαμε τοὺς γεννήτορές μας, τὴ μητρική μας γλώσσα, δὲν ἦταν δική μας προτίμηση ἡ γεωγραφικὴ καταγωγή μας, ἡ κοινωνία καὶ πατρίδα μας, ὁ ἱστορικὸς χρόνος ὅπου ἐνταχθήκαμε. Δὲν εἴχαμε λόγο γιὰ τὸν σωματότυπό μας, τὸ ἐπίπεδο τῶν διανοητικῶν μας δυνατοτήτων, τὰ ταλέντα ποὺ θὰ ἐπιθυμούσαμε.
.         Μᾶς δόθηκε, ὡστόσο, ὡς διαφορὰ ἀπὸ κάθε ἄλλο ἔμβιο ὑπαρκτό, ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀνελευθερίας μας – δηλαδὴ ἡ δυνατότητα νὰ πιστοποιοῦμε τὴ διαφορά, τὸ χάρισμα νὰ διακρίνουμε τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα. Καὶ αὐτὴ ἡ πιστοποίηση εἶναι πόθος ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ κάποια ἐμπειρικὴ γεύση τῆς ἐλευθερίας. Δίχως δεδομένη μὲ αἰσθητὴ προφάνεια τὴν ὑπαρκτικὴ πραγμάτωση τῆς ἐλευθερίας, βιώνουμε ἐμπειρικὰ τὴν ἐλευθερία περιορισμένη, κολοβωμένη, ἀλλὰ κοινὰ βεβαιωμένη.
.         Μέσῳ τῆς λογικῆς καὶ κριτικῆς μας ἱκανότητας, ἡ ἐμπειρία βεβαιώνει τὴν ἐλευθερία ὄχι κατ᾽ ἀρχὴν ὡς δυνατότητα ἀδέσμευτων ἐπιλογῶν, ἀλλὰ ὡς κατ᾽ ἀρχὴν δυνατότητα ἀνυποταξίας στὴν ἀναγκαιότητα. Δυνατότητα νὰ ἀρνούμαστε τὴν ἐνστικτώδη, ἐνορμητικὴ ἀνάγκη γιὰ χάρη τῆς ἀνυπότακτης σὲ ἐγωτικὲς ἀναγκαιότητες «σχέσης». Σχέση εἶναι ἡ θελημένη ἄρνηση προτεραιότητας τοῦ ἐνστίκτου, προτεραιότητας τοῦ ἐγώ, καὶ γεννάει τὴν ἄρνηση ἡ χαρὰ ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση μιᾶς «ἑτερότητας» ἔναντι. Εἶναι χαρά, ἔκπληξη καὶ συναρπαγὴ ἡ ἔναντι ἑτερότητα (ἡ μοναδικότητα, τὸ ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο μιᾶς ὕπαρξης ἢ ἑνὸς ἐνεργήματος), γιατί πραγματώνει καὶ φανερώνει ἐλευθερία: τὴν ὕπαρξη ἀδέσμευτη ἀπὸ προκαθορισμοὺς καὶ ἀναγκαιότητες ὁμοείδειας, ἀνυπότακτη σὲ ὁτιδήποτε θὰ ἀναιροῦσε τὴ μοναδικότητά της.
.         Μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς γνώσης ποὺ προσπορίζει ἡ «σχέση», ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἔναντι ἑτερότητας, πιστοποιοῦμε τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὶς νομοτέλειες – ἀναγκαιότητες ποὺ παγιδεύουν ὑπαρκτικὰ τὸ βιολογικὸ καὶ ψυχολογικό μας ἐγώ, τὸ δέσμιο σὲ ὁρμὲς καὶ ἐνστικτώδεις ἀνάγκες φυσικὸ ἄτομο. Βεβαιωνόμαστε ὅτι Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας πρέπει νὰ εἶναι μία ὕπαρξη ἀπροκαθόριστη ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα φύσης ἢ οὐσίας, ἑπομένως προσιτὴ ὄχι μὲ τὴ διάνοια ποὺ κρίνει – διακρίνει τοὺς ὁριστικοὺς προκαθορισμοὺς τῆς δεδομένης φύσης, ἀλλὰ μὲ τὴ σχέση, τὴν ἐμπειρία συνάντησης τῆς ἑτερότητας.
.         Ἂν ὑπάρχει σημαῖνον γιὰ νὰ παραπέμψει στὸ ἐνδεχόμενο ἐμπειρικῆς σχέσης μὲ τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας, εἶναι τὸ κάλλος, δηλαδὴ ἡ κλήση – σὲ – σχέση (:«ὡς πάντα πρὸς ἑαυτὸ καλοῦν, ὅθεν καὶ κάλλος λέγεται»). Ἡ ὑπαρκτὴ – αἰσθητὴ πραγματικότητα ποὺ μᾶς περιβάλλει δὲν εἶναι μιὰ τελειότητα μηχανικῆς ἀποτελεσματικότητας, εἶναι ἕνας «κόσμος» – κόσμημα ἁρμονίας, σοφίας, κάλλους. Εἶναι λόγος ὑπαρκτικῆς μοναδικότητας ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ ἐλεύθερη ἀνταπόκριση σχέσης μαζί του, ὅπως μᾶς καλεῖ ἡ ζωγραφιὰ τοῦ ζωγράφου καὶ ἡ μουσικὴ τοῦ μουσουργοῦ.
.         Τὸ κάλλος εἶναι ἐρωτικὴ κατηγορία, κλητικὴ στὴν κατ᾽ ἐξοχὴν σχέση: στὴν ὑπαρκτικὴ σύν-οὐσία. Γι’ αὐτὸ σημαίνουμε τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ μὲ τὸ σημαῖνον: «ὁ ὄντως Ἔρως». Δὲν ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ τὴν ὕπαρξή της καμιὰ ἀναγκαιότητα, καμιὰ οὐσία, κανένας λόγος ποὺ νὰ τὴν προκαθορίζει. Ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἀγαπάει. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πληρότητα τῆς ἐλευθερίας, ὁ ἔρωτας σημαίνει τὸν αὐθυπερβατικὸ χαρακτήρα τῆς ἀγάπης, τὴν ἀγάπη ὡς ἀλληλοπεριχώρηση τῆς ὕπαρξης, τῶν θελημάτων, τῶν ἐνεργημάτων. Ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἀγάπη («ἀγάπη ἐστι»), γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι Τριαδική: ρωτικ κοινωνία κα λληλοπεριχώρηση τριν ποστάσεων τς λευθερίας, πο μόνο μ προσδιορισμος σχέσης μπορον ν σημανθον, χι μ νόματα γωτικν τομικοτήτων. Δν λέμε: Δίας, πόλλων, ρμς, λέμε: Πατήρ, Υός, Πνεμα, νόματα πο ντοπίζουν τν παρξη ς ναφορά, ς σχέση, δηλαδ ς λευθερία π κάθε ντικτομικ καθορισμό.
.         Ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας ποὺ εἶναι ἀγάπη συνιστᾶ τὴν ὕπαρξη ὡς ἐλευθερία, τὴν πρόσληψη καὶ τῶν αἰτιατῶν (δημιουργημάτων) τῆς ἀγάπης στὴν ἐλευθερία τῆς ὕπαρξης: Ἐνανθρωπίζεται ἡ αἰτιώδης τοῦ ὑπαρκτοῦ ἀγάπη, χρονοῦται μέσα στὴν Ἱστορία μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπινης ἀτομικότητας: Χριστς ησος. Κα καταλύει, συντρίβει τος παρκτικος περιορισμος το νθρώπου: νίσταται κ νεκρν. νάστασή του δρύει τ γεγονς τς Ἐκκλησίας. χι μία κόμα θρησκεία, χι μία χρησιμοθηρικ θική, χι ναν κοινωφελ θεσμό. γκαινιάζει τρόπο παρξης κα συνύπαρξης πο θέλει ν εναι πραγματοποίηση τς Τριαδικς λευθερίας, το ντως ρωτος.
.         Ἂν ὁ Χριστὸς ἀληθῶς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ἡ ἀνάστασή του σπέρνει στὸν χρόνο τὴν Ἐκκλησία: «σπέρμα μικρότερον πάντων τῶν σπερμάτων», «ζύμην μικρὰν ἐν τῷ φυράματι». Σπέρνει τὴ δυνατότητα τῆς κοινῆς ἀνάστασης, τῆς ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας «γένους τοῦ βροτείου παντός». Ὑπάρχουμε, ἐπειδὴ ἡ Ἀγάπη μᾶς κάλεσε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Ἔχουμε τὴν ἐλευθερία νὰ ποῦμε ὄχι στὴν κλήση τῆς Ἀγάπης, στὴν ὕπαρξη ὡς ἀγάπη, καὶ τ χι εναι πιλογ «νούσιας νυπαρξίας». Τ να στν κλήση τς γάπης εναι εσοδος στν λευθερία τς γάπης, στν παρξη ς λευθερία.
.         Μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς γνώσης ποὺ προσπορίζει ἡ σχέση «προσδοκοῦμε ἀνάσταση νεκρῶν»: Τὴν ἀπερινόητη πληρότητα νὰ ὑπάρχουμε ὄχι ἀπὸ ἀναγκαιότητα καὶ προκαθορισμό, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλουμε νὰ ὑπάρχουμε καὶ νὰ θέλουμε ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε μὲ μέθη ἔρωτα. Νὰ ὑπάρχουμε ὄχι μὲ τὸν δεδομένο τρόπο τῆς φύσης, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπαρκτικὰ ἀπεριόριστη ἐλευθερία τῆς σχέσης.

.      «Καὶ ποῦ ἐστιν ἡ γέεννα, ἡ δυναμένη λυπῆσαι ἡμᾶς, ποῦ ἐστιν ἡ κόλασις ἡ ἐκφοβοῦσα ἡμᾶς πολυμερῶς; Τί ἐστιν ἡ γέεννα πρὸς τὴν χάριν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ, ὅταν ἐγείρη ἡμᾶς καὶ ποιήσῃ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι τὴν ἀφθαρσίαν;».

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΓΙΑ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Καταφύγιο γιὰ ἑκατοντάδες πολίτες τὸ κοινωνικὸ ἰατρεῖο
τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς (Ἀθηνῶν)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ΚΑΤΑΦΥΓΗ, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς. Καὶ οἱ Ἐργολάβοι τῆς Ἀλλοτριώσεως δὲν μποροῦν νὰ τὸ χωνέψουν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ βγάζουν χολή. Γιὰ χωνευτικό!

.        Καταφύγιο γιὰ ἑκατοντάδες ἀνασφάλιστους, ἄστεγους, παραμελημένες κοινωνικὲς ὁμάδες ποὺ ἔχουν χτυπηθεῖ ἀπὸ τὴν κρίση ἀποτελεῖ τὸ Ἰατρεῖο Κοινωνικῆς Ἀποστολῆς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Σὲ περισσότερα ἀπὸ 600 ἄτομα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ 70% ἦταν Ἕλληνες, ἔχει προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του, ἀπὸ τὴν πρώτη Φεβρουαρίου ποὺ ἄρχισε ἡ λειτουργία του μέχρι σήμερα, τὸ Ἰατρεῖο Κοινωνικῆς Ἀποστολῆς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Μάλιστα, τὸ 54% ἦταν πρώην ἀσφαλισμένοι τοῦ ΙΚΑ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπολυθεῖ μέσα στὴν τελευταία τριετία καὶ λόγῳ παρατεταμένης ἀνεργίας δὲν ἔχουν ἀσφαλιστικὴ κάλυψη.
.        Τὸ Ἰατρεῖο ἐντάσσεται στὸ πλαίσιο τῆς «συμμαχίας» τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, μέσῳ τῆς Μὴ Κυβερνητικῆς Ὀργάνωσης (ΜΚΟ ) «ΑΠΟΣΤΟΛΗ», μὲ τὸν Ἰατρικὸ Σύλλογο Ἀθηνῶν, γιὰ τὴν στήριξη τῶν ἀνασφαλίστων, τῶν ἄστεγων καὶ τῶν παραμελημένων κοινωνικῶν ὁμάδων τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ ἔχουν χτυπηθεῖ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση.
.        Ὅπως ἀνακοινώθηκε ἀπὸ τὴν «Ἀποστολὴ» καὶ τὸν Ἰατρικὸ Σύλλογο Ἀθηνῶν, ποσοστὸ γύρω στὸ 7% δὲν εἶχε ποτὲ καμία ἀσφαλιστικὴ κάλυψη καὶ τὸ 30% ἦταν πρώην ἐπιχειρηματίες.
.        Ἀκόμη, ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς προσερχομένους ἦταν ἄστεγοι, οἱ ὁποῖοι δήλωσαν τόπο διαμονῆς κάποιο ἐξωτερικὸ χῶρο ἢ ἐγκαταλελειμμένο σπίτι.
.        Σύμφωνα μὲ ἐκτιμήσεις, ἕνας στοὺς τέσσερις ἐργαζόμενους, σὲ σύνολο 2,5 ἑκατομμυρίων, εἶναι ἀνασφάλιστος, ἐνῶ 350.000 πολίτες δηλώνουν μακροχρόνια ἄνεργοι. Ἐπίσης περισσότεροι ἀπὸ 300.000 πρώην ἔμποροι καὶ ἐπιχειρηματίες ἔχουν ὀφειλὲς στὸν Ὀργανισμὸ Ἀσφάλισης Ἐλεύθερων Ἐπαγγελματιῶν (ΌΑΕΕ), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάνουν τὴν ἀσφαλιστική τους κάλυψη. Ἀπ’ αὐτοὺς οἱ 150.000 εἶναι μακροχρόνια ἀνασφάλιστοι.
.        Σύμφωνα μὲ στοιχεῖα τῶν ἁρμόδιων ἀρχῶν, τὸν τελευταῖο χρόνο καταγράφεται μεγάλος ἀριθμὸς ἀστέγων καὶ οἰκονομικὰ ἐξαθλιωμένων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὑγειονομικὴ περίθαλψη, καθὼς χρωστᾶνε στὸν ΟΑΕΕ ἢ στὴν ἐφορία καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκδώσουν Βιβλιάριο Ὑγείας Ἀπόρων.
.        Τὰ συνηθέστερα προβλήματα ὑγείας στὴν ἠλικιακὴ ὁμάδα μεταξὺ 50 καὶ 70 ἐτῶν ἦταν ἡ ἀρτηριακὴ ὑπέρταση, τὰ καρδιαγγειακὰ νοσήματα καὶ ὁ σακχαρώδης διαβήτης, ἐνῶ σὲ μικρότερες ἡλικίες συνηθέστερες ἦταν οἱ διαταραχὲς ὅρασης, οἱ θυρεοειδοπάθειες καὶ τὰ ψυχιατρικὰ νοσήματα.
.        Τὸ 17% τῶν ἐξεταζόμενων ἀσθενῶν παραπέμφθηκε γιὰ ἐργαστηριακὲς ἐξετάσεις καὶ τὸ 13% γιὰ περαιτέρω κλινικοεργαστηριακὲς πράξεις σὲ ἐθελοντὲς ἐλευθεροεπαγγελματίες γιατρούς, ποὺ τοὺς δέχτηκαν στὰ ἰατρεῖα ἢ στὰ πολυϊατρεῖα τους.
.        Ἐγκυμονοῦσες χωρὶς καμιὰ παρακολούθηση, τελείως ἐγκαταλελειμμένες, προσέφυγαν στὸ ἰατρεῖο ἀναζητώντας ἀπεγνωσμένες βοήθεια. Ἐπίσης, τὸ Ἰατρεῖο προσέφερε τὶς ὑπηρεσίες του σὲ 102 παιδιά. Τὸ 82% προσῆλθαν γιὰ δωρεὰν ἐμβολιασμό.

ΠΗΓΗ: real.gr

,

Σχολιάστε

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 31 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.