Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁμαρτία

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [2] «Ἡ ἁμαρτία, ὅταν γίνη συνήθεια, δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράλυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἁλυσίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ διάβολος δένει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας». (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)

Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου 

«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 59 καὶ ἑξῆς.

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/05/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου/

.            Ἕνας διδάσκαλος παρομοιάζει κείνους ο ποοι εναι κυριευμένοι π συνήθεια μίας μαρτίας, μ να παιγνίδι πο παίζουν τ παιδιά. Πιάνουν πολλς φορς κανένα γριον πουλ κα τ δένουν π τ πόδι μ κλωστήν. Τ φήνουν ν πετάξη, κα ατ πετ στ ψος γι ν φύγη, λλ κενα τ σύρουν πάλι χαμηλά. Τ διο παιγνίδι φαίνεται πς κάμνει κα διάβολος μ κείνους πο χει δεμένους μ τ σχοιν τς συνηθείας. Πολλς φορς τος φήνει ν πετάξουν στ ψος τς ρετς, κα βλέπεις τι, ν ερίσκονται κόμη μέσα στ πάθη, στ δεσμ τν προηγουμένων μαρτιν, ρχίζουν ν γκρατεύωνται, ν νηστεύουν, ν κατηγορον τν ζω πο καμαν, ν ψέγουν τν δουλεία τς μαρτίας, ν παινον τν λευθερία τς ρετς. μως, ν κάμνουν ατ τ καλν προοίμιον τς ρετς, τος βλέπεις πάλι ν κρημνίζωνται στ βάραθρον τς κακίας, ἐπειδὴ ὁ διάβολος τοὺς ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας, γι’ αὐτὸ τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν λίγο μόνον στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, πρὸς αἰσχύνην καὶ ὄνειδός τους, καὶ πρὸς ἡδονὴν καὶ χαρὰν ἰδικήν του, διότι ποτ δν γνώρισεν λλην πόλαυσιν, λλην δονν π τότε πο ξωρίσθη π τ κάλλη το ορανο, π τ ν μπαίζη τν ταλαίπωρον νθρωπον μ τν συνήθειαν τς μαρτίας.
.            Γράφουν οἱ Ἱστορικοὶ γιὰ τὸν Μιθριδάτην, ἐκεῖνον τὸν περιβόητον τύραννον, ὅτι μεταχειριζόμενος συχνὰ γιὰ τροφὴν τὸ δηλητήριο ποὺ λέγεται κώνειον, ἔφθασε σὲ τοιαύτην ἕξιν, ὥστε καὶ ἀναγκαζόμενος κάποτε νὰ θανατωθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην του δυστυχίαν, ἐζήτησε αὐτὸ τὸ δηλητήριο καὶ ἔφαγε πολύ. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἐνήργησε, δὲν τοῦ ἐπέφερε ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμοῦσε, δηλαδὴ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦσε προτιμότερον ἀπὸ τὸ νὰ πέση στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του καὶ νὰ γίνη παιγνίδι ἰδικό τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλόν. πειδ καθημεριν μεταχείρισις τς μαρτίας γίνεται γι’ ατν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρς ρεξη κα πόθο στ Μυστήρια. μως μ τν συχν καταφρόνηση πο κάμνει σ’ ατά, παρακινημένος π τν συνήθεια, τελικ τ ερίσκει νενέργητα. Τοῦ συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθὼς σὲ ἕναν διαβάτην, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος νὰ περάση ἕνα ποταμόν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴ μία μικρὴ ξύλινη γέφυρα, ἀλλὰ τὴν καταφρονεῖ καὶ προχωρεῖ νομίζοντας ὅτι θὰ εὕρη ἄλλην μεγαλύτερη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει ὅμως πολὺ καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει, γι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ γυρίση πίσω, γιὰ νὰ τὸν περάση τάχα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ξύλινη. Ὅμως μέχρι νὰ ἔλθη αὐτός, ὁ ποταμὸς αὐξάνει ἀπὸ τὴν βροχή, κατεβαίνει ρεῦμα πολύ, σκεπάζεται ἡ γέφυρα ἐκείνη ἡ ξύλινη, ὁπότε ὁ διαβάτης ἀπομένει στὴν ἐρημία καὶ ἀκολούθως στὸν θάνατο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ στὸν δυστυχισμένον ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος δεμένος μὲ τὴν συνήθεια στὴν ἁμαρτίαν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴν εὔκολο νὰ λυθῆ μὲ τὴν οὐράνιο γέφυρα τῆς μετανοίας. Ἐπειδὴ ὅμως στὴν ἀρχὴ τὴν καταφρονεῖ, παρακινεῖται ὕστερα νὰ τὴν ζητήση, ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρίσκει, ἐπειδὴ ἡ συνήθεια ἔχει κατεβάσει πολλὰ ρεύματα παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν, καὶ σκεπάζει τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, παχύνει τὸν νοῦ, ψυχραίνει τὴν θείαν ἀγάπην, ὁπότε δὲν ἀπομένει ἄλλο στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τοῦ νὰ κρημνίζεται ἀπὸ τὸ μικρότερο βάραθρο τῆς ἁμαρτίας στὸ μεγαλύτερο, καὶ τελικῶς στὰ τάρταρα τοῦ ἅδου. Γιὰ νὰ πληροφορηθῆς αὐτὸ ποὺ σοῦ λέγω, γύρισε μίαν φορὰ τὸ βλέμμα σου στὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα. Θὰ ἰδῆς ἐκεῖ τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἠρωτήθη στὴν ἀρχὴ ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», καὶ πάλιν, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγην ὥραν ἠρωτήθη γιὰ δευτέρα φορά, κάμνει καὶ ὅρκον ὅτι δὲν γνωρίζει. Τὴν δὲ τρίτην φορὰ ποὺ ἠρωτήθη, προσθέτει καὶ ἀνάθεμα. «Τότε ἤρξατο καταναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Ὦ κατηραμένη συνήθεια, καὶ τί δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμης; Ποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ κρημνίσης; Ἂς ἀποφύγωμε λοιπόν, ὦ ἀγαπημένοι μου, τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ς μν καταφρονήσωμε τν μικρ συνήθεια, γι ν μν κυριευθομε π τν μεγάλη. Ὁ Πέτρος, ἂν δὲν ἄφηνε νὰ χωρέση στὴν ψυχή του αὐτὴ ἡ παραμικρὴ πρότασις «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», δὲν θὰ ἔφθανε σὲ τόσην ἀνάγκη, ὥστε σ’ ἐκεῖνο τὸ «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», νὰ προσθέση ὅρκον καὶ ἀνάθεμα. Εἶναι ἀξιέπαινον, ἂν καὶ φαίνεται ἀξιοκατάκριτον, τὸ ἔργον ποὺ ἔκαμε ὁ νέος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παίρνοντας οἱ δήμιοι γιὰ νὰ τὸν κρεμάσουν, ἐπειδὴ ἦταν κλέπτης, παρεκάλεσε τοὺς δημίους νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πλησιάση τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία ἦταν ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἔκλαιε. Ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ἄσπλαχνοι στὶς συμφορὲς τῶν ἄλλων, ὅμως τότε δὲν γνωρίζω πῶς, ἐφάνησαν συμπαθητικοὶ καὶ ἔδωσαν ἄδεια στὸν καταδικασμένον ἐκεῖνον νέο νὰ πάει κοντὰ στὴν μητέρα του, νομίζοντας ὅτι θέλει ἴσως νὰ τὴν ἀσπασθῆ καὶ νὰ τῆς εἰπῆ τὸ τελευταῖον «ὑγίαινε», ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρισθοῦν μὲ τοιοῦτον χωρισμόν. Ἄφησαν λοιπὸν οἱ δήμιοι τὸν νέον, ἂν καὶ δεμένον, καὶ ἐπλησίασε τὴν μητέρα του, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε πὼς θέλει νὰ τῆς εἰπῆ ἕνα λόγον κρυφόν, αὐτὸς ἁρπάζει μὲ τὰ δόντια τὸ αὐτὶ τῆς μητέρας καὶ τὸ κόπτει. Αὐτὸ τὸ ἀσεβὲς ἔργον ἐτάραξε πολὺ τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἦταν ἄδικος ὄχι μόνον στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν μητέρα του. Ἐκεῖνος ὅμως ἀποκρίνεται «αὐτὴ εἶναι αἴτιος τούτου τοῦ θανάτου μου καὶ ὅλης τῆς ἄλλης μου κακίας. Διότι ἐὰν μοῦ ἔκοπτε τὴν συνήθεια ποὺ εἶχα στὴν νεότητά μου νὰ κλέπτω τὶς πλάκες ποὺ εἶχαν, γιὰ νὰ γράφουν, οἱ συμμαθηταί μου, δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ κλέψω καὶ τὴν Ὀκτώηχο ἐκείνη, καὶ ἀκολούθως τὰ μεγαλύτερα, καὶ ἔτσι νὰ ἔλθω σὲ αὐτὴν τὴν συμφορά.»

.            Βλέπει ὁ Πλάτων ἕνα φίλον του ποὺ ἔπαιζε κύβους, καὶ ἀρχίζει εὐθὺς νὰ τὸν κατηγορῆ δριμύτατα καὶ νὰ τὸν ὑβρίζη χωρὶς ἔλεος. Καὶ ἐκεῖνος ὁ φίλος τοῦ Πλάτωνος, ἀπορώντας γιὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἀντίδρασή του, τὸ μόνο ποὺ ἀπήντησε ἦταν: «ὡς ἐπὶ μικροῖς» σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «ὦ σοφώτατε Πλάτων, γιὰ ἕνα τόσο μικρὸν ἁμάρτημά μου κάμεις τόσες ὕβρεις; Γιὰ τόσην ὀλίγην ἄνεσιν, ποὺ δίδω στὸ σῶμα μου μὲ τὸ ἀθῶον αὐτὸ παιγνίδι, μοῦ πλέκεις τόσους ὀνειδισμούς; Μοῦ δίδεις τόσες ὕβρεις; Τόσες πολλὲς κατηγορίες; Καὶ μάλιστα ἐμπρὸς σὲ τόσους πολλοὺς ἀνθρώπους; Μεγάλη ἀντίδρασις, γιὰ μικρὰ πράγματα. Μὲ ὑβρίζεις γιὰ τόσο μικρὸν πράγμα». Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται: «Ὅταν ὅμως θὰ γίνη συνήθεια, δὲν θὰ εἶναι μικρόν». Ἀκούεις λόγον ἀπὸ στόμα ἕλληνος, ἀκούεις διδασκαλίαν χρυσὴν εὐαγγελικήν; Μικρν εναι τ μάρτημα πο κάμεις, φίλε μου, μως συνήθεια τς μαρτίας δν εναι μικρν πράγμα, λλ θανατηφόρον, τὸ ὁποῖο κάμνει πολλοὺς νὰ κλείνουν τοὺς ὀφθαλμούς, γιὰ νὰ μὴ ἰδοῦν τὸν ἰατρὸν τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὸ ἔχει θανατώσει καὶ καθημερινῶς θανατώνει πολλοὺς καὶ μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, μαρτία, ταν γίνη συνήθεια, δν εναι μικρν πράγμα. Διότι ατ εναι παράλυσις τς ψυχς, εναι λυσίδα μ τν ποίαν διάβολος δένει τν νθρωπον πάνω στ κρεβάτι τς ναισθησίας. Δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα ἡ συνήθεια, ἀλλὰ μέγα καὶ φοβερόν, ἐπειδὴ προξενεῖ στὸν ἄνθρωπον τὴν φοβερὰν ἐκείνην καὶ ἀπαρηγόρητον κόλασιν. Δὲν εἶναι κάτι μικρὸν ἡ συνήθεια, διότι εἶναι ἀνίατος σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι:

.            Τ πρτον πο χρειάζεται γι ν κόψη τς ρίζες κα τ νερα μιᾶς πονηρς συνηθείας, δν εναι λλο π τν παντοδυναμίαν το Θεο. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀχρόνως καὶ ἀκόπως θεραπεύει αὐτὸ τὸ ἀνίατον πάθος, ὅπως κηρύττει ὁ σημερινὸς παράλυτος μὲ τὸν κράββατο στὸν ὦμο. Αὐτὴ ὅμως ἡ παντοδυναμία δὲν ἐνεργεῖ μόνη της. Ὄχι πὼς δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε πὼς δὲν θέλει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀναιρέση ἐκεῖνο ποὺ ἐχάρισεν ἅπαξ διὰ παντὸς στὸν ἄνθρωπο, τὸ προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπὸν πολλὰ ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐνεργήση σ’ ἐμᾶς: τὴν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, τὸ μίσος κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τὴν συντριβὴν τῆς καρδίας, τὴν ἱκανοποίησιν, τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας καὶ ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ κλίνη τὸν αὐχένα, καὶ μὲ θερμὰ δάκρυα νὰ ζητᾶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέγω γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸν σημερινὸν παράλυτον. Ἐγνώριζεν ὁ καρδιογνώστης μας Χριστὸς καὶ τοὺς πολλοὺς χρόνους ποὺ τὸν εἶχεν ἡ ἀσθένεια δεμένον στὸν κράββατον ἐπάνω, ἐγνώριζεν ἐπίσης καὶ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τὴν πολλὴν ποὺ ὑπέμεινε. Δὲν ἀγνοοῦσε οὔτε τὴν ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχεν ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, οὔτε τὴν ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, οὔτε τὴν ἐρημία τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως τὸν ἐρωτᾶ: «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» γι ν το δώση φορμ ν τν μολογήση Κύριον κα Παντοδύναμον, κα μαζ μ τν μολογία ν ζητήση κα τν θεραπείαν του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει καὶ σ’ ἐσέ, ἄνθρωπε, νὰ καταλάβης πόσην δύναμη ἔχει ἡ πονηρὰ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ χρειάζεται τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὴν κόψη.
.            Δεύτερον θεραπευτικ μέσον εναι πιθυμία κα γάπη τν ντιθέτων τῆς μαρτίας, πράγμα ποὺ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸν ὁρισμὸν ποὺ δίδουν οἱ ἰατροί, «τὰ ἐναντία τοῖς ἐναντίοις ἰάματα». Θέλεις λοιπὸν νὰ κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς μέθης καὶ τῆς πολυφαγίας; Βάλε σὰν δραστικὸ βότανον ἐπάνω στὸ πάθος τὴν ἀγάπην καὶ ἐπιθυμίαν τῆς νηστείας. Σὲ κυριεύει πάθος σαρκικόν, εἶσαι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς κτηνώδους πορνείας καὶ μοιχείας; Ἀγάπησε, ζήτα νὰ ἀποκτήσης τὴν καθαρότητα καὶ τὴν παρθενίαν τῶν Ἀγγέλων, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐπαινετὴν καὶ ἁγίαν ὄρεξιν, κόπτεις τὴν πρώτην, τὴν βδελυκτὴν καὶ βρωμεράν. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς μνησικακίας καὶ ἔχθρας; Ἀγάπησε τὴν ἀμνησικακίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Εὐαγγελικῆς ζωῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κόπτεις ἐκείνην τὴν συνήθεια. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἀσπλαχνίας; Ἀγάπησε τὴν Εὐαγγελικὴν αὐτάρκεια καὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τοῦ οὐρανίου σου Πατρός, καὶ τοιουτοτρόπως κόπτεις ἐκεῖνο τὸ πάθος τῆς Ἰουδαϊκῆς ἀναισθησίας. Σὲ κυριεύει ἡ διαβολικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια; Ἀγάπησε τὴν ταπεινοφροσύνην τοῦ Δεσπότου σου, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἰατρεύεις τὰ πονηρὰ μαθήματα τοῦ ἑωσφόρου.
.            Τρίτον θεραπευτικ μέσον εναι πλήρης ποταγ το σώματος, τ ποον δν μπορες ν τ νικήσης μ λλον τρόπο π ατν ποὺ σοῦ δειξεν σταυρωμένος ησος πάνω στν Γολγοθά, καὶ μὲ ὅλον τὸ παράδειγμα τῆς παναγίας ζωῆς του. Καθώς, λοιπόν, ἐκεῖνος παρέδωσε τὴν παναγίαν του σάρκα στὸ πικρότατον ἐκεῖνο πέλαγος τῶν φρικτῶν παθῶν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπον καὶ σὺ μὴ λυπηθῆς τὴν σάρκα, γιὰ νὰ κερδίσης τὴν ψυχήν. Γνώρισε πὼς αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι δοῦλος, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι κύριός του. Μὴ λυπῆσαι τὸν δοῦλο μήπως πεινάση, μὴν ἱδρώση καὶ κοπιάσει, καὶ θὰ τιμηθῆ ἔτσι ὁ κύριός του. Μὴ λυπηθῆς τὸν δοῦλον, τὴν σάρκα σου, ἂν καταφρονηθῆ καὶ γυμνωθῆ προσκαίρως, διότι ἔτσι θὰ ἐνδυθῆ μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀθωότητος καὶ θὰ δοξασθῆ αἰωνίως ἡ ψυχή.
.            Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ κόψη τὰ νεῦρα κάθε πονηρᾶς συνηθείας. Στοχάσου, ἄνθρωπε, καὶ τὴν εὐκολίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ποὺ ἔχουν αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἀποστραφῆς, γνώριζε ὅτι εἶσαι ἕνας παράλυτος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄνθρωπον ἔχει γιὰ νὰ τὸν βοηθήση νὰ εἰσέλθη στὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας, καὶ θεραπευτικὰ μέσα γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀξιοδάκρυτον πάθος, καὶ μὲ τὸ ἰδικόν του θέλημα τὸν ἀποστρέφεται. Σὺ εἶσαι ποὺ μὲ τὸ ἴδιο τὸ χέρι σου ὑπογράφεις στὴν διαθήκην τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ εἶσαι ἀπόκληρος τῆς Βασιλείας Του.
.            Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «πολιτικά» του, πὼς στοὺς Σκύθες ὑπῆρχε νόμος ποὺ ὅριζε νὰ μὴν ἔχη δικαίωμα στὶς πανηγύρεις νὰ χρησιμοποιῆ τὸ ποτήρι μὲ τὸ ὁποῖον ἔπιναν ὅλοι ὅποιος δὲν ἔχει θανατώσει ἔστω ἕναν ἐχθρόν της πόλεως. Αὐτὸ γνώριζε, ἄνθρωπε, ὅτι θὰ συμβῆ καὶ σ’ ἐσέ, ἂν δὲν θανατώσης, ἂν δὲν κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι δεμένος ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ σου διαβόλου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀξιωθῆς ποτὲ νὰ πίης τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς οὐρανίου ζωῆς, τὴν κληρονομία τῆς ἄνω δόξης. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυστυχίαν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμφοράν, ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῆ ἢ νὰ ἐννοηθῆ ἄλλη μεγαλυτέρα;

.            Λοιπόν, ἐσὺ ταλαίπωρε ἄνθρωπε, τὸ ὑποφέρεις γιὰ μίαν κακὴν συνήθεια νὰ χάσης τὴν οὐράνιο Βασιλείαν; Εἶναι τοῦτο ἔργο ψυχῆς λογικῆς, νὰ πωλῆ γιὰ τόσο λίγο, γιὰ μίαν πρόσκαιρον ἡδονήν, τὴν δόξαν, τὴν παρρησίαν, τὴν ἀγάπην τῆς τρισυποστάτου Θεότητος; Εναι τοτο ργον φρονίμου νδρός, ν φήση τν συντροφίαν τν γγέλων, τν συνοδείαν τν ποστόλων, τν χαρν τν Προφητν, τς σκηνς τν δικαίων, γι μίαν συνήθειαν κακν κα διεστραμμένην; Μή, παρακαλῶ, ἂς μὴν εὑρεθῆ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς τόσον ἀνόητος, ἀλλὰ ὅλοι, μὲ τὰ θεραπευτικὰ μέσα ποὺ εἶπα, ἂς κόψωμε κάθε πονηρὰν συνήθεια, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν ἐπηγγελμένων ἡμῖν ἀγαθῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr (ἀπὸ orp.gr)

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [1] «Ὦ κατηραμένη συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν δύναμη ποὺ ἔχεις καὶ δὲν θὰ ἀναστενάξη» (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)

Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου 

«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 59 καὶ ἑξῆς.

.            Ὁ ἄνθρωπος κλίνει φυσικὰ στὸ νὰ λυπῆται καὶ νὰ πονᾶ στὶς δυστυχίες καὶ συμφορὲς τῶν ἄλλων. Ἴσως ἐπειδὴ εἶναι κοινὲς ἢ ἐπειδὴ ὅλοι εἴμεθα ἀπὸ τὸ ἴδιο φύραμα, ἢ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος «τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα». Δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ἀργότερα δὲν θὰ φυτρώσουν στὸν ἴδιον οἱ ἄκανθες τῶν πόνων, τὶς ὁποῖες βλέπει σὲ ἄλλους. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δικαίως σύρεται κανεὶς σὲ συμπαθῆ διάθεση, ὅταν θεωρῆ τὶς ἀσθένειες καὶ τοὺς πόνους τῶν συνανθρώπων του. Ποῖος, λοιπόν, θὰ ἦταν τόσο σκληρὸς στὴν καρδία, τόσο θηριογνώμων στὴν διάθεση, ὥστε νὰ μὴ συλλυπηθῆ καὶ νὰ μὴ συμπονέση σήμερα, ἀκούγοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον τοὺς πολλοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς ὁποίους ἐπέρασεν ὁ σημερινὸς παράλυτος κατάκοιτος, σὰν ἀναίσθητος λίθος, ἐπάνω σὲ ἕνα κρεββάτι; Ποίου ἡ ψυχὴ δὲν θὰ πονοῦσε ἀκούγοντας πὼς αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος ἦταν ὄχι μόνον παράλυτος ἀλλὰ καὶ εὑρίσκετο σὲ ἐσχάτην πτωχεία, καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν ἔρημος ἀπὸ φίλους, γυμνὸς ἀπὸ συγγενεῖς; Ποῖος νὰ μὴ συλλυπηθῆ, ὅταν συλλογισθῆ ὄχι μόνον τοὺς πόνους ποὺ τοῦ προκαλοῦσε ἡ βαρυτάτη ἀσθένεια τῆς παραλυσίας, ἀλλὰ ἀκόμη τὴν λύπη καὶ τὸ παράπονο ποὺ ἠσθάνετο, ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἄγγελο νὰ ταράσση τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας, νὰ ἰατρεύεται ἄλλος καὶ νὰ φεύγη, καὶ ὁ ἴδιος νὰ κείτεται πάντοτε ἐκεῖ; Μοῦ φαίνεται, λοιπόν, πὼς ὅσοι χρόνοι ἐπερνοῦσαν καὶ ὅσοι ἀσθενεῖς ἰατρεύοντο, τόσες πληγὲς ἐδέχετο ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς παράλυτος, συλλογιζόμενος πὼς οἱ ἄλλοι ὅλοι εἶχαν συγγενεῖς καὶ φίλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐβοηθοῦσαν στὴν θεραπείαν τους, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν εὑρέθη ποτὲ σὲ τόσους χρόνους οὔτε φίλος οὔτε συγγενὴς νὰ τὸν βοηθήση γιὰ νὰ ἰατρευθῆ. Ποῖος, λοιπόν, εἶναι ποὺ θὰ συλλογισθῆ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν πτωχεία τοῦ παραλύτου καὶ δὲν θὰ λυπηθῆ μαζί του; Καὶ καθὼς δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν παρακινηθῆ σὲ συμπάθεια ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσχάτη δυστυχία τοῦ παραλύτου, ὁμοίως δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἀγανακτήση καὶ νὰ μὴν παρασυρθῆ σὲ θυμὸν καὶ ὀργήν, ὅταν ἰδῆ ὅτι κάποιος ἄλλος παρόμοιος παράλυτος, ἔχοντας ἄνθρωπον ποὺ στέκεται πάντοτε πρόθυμος, ἕτοιμος νὰ τοῦ δώση τὴν θεραπείαν, αὐτὸς παρακινημένος ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἐθελοκακίαν καὶ ἀγνωσίαν, ἀναβάλλει τὸν χρόνον τῆς θεραπείας του, ἠμπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ σηκωθεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τάφον ἐκεῖνον τῆς ἀσθενείας; Τοιοῦτον παράλυτον, τοιοῦτον ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀκούση καὶ δὲν θὰ ἀγανακτήση; Ποῖος θὰ τὸν ἰδῆ καὶ δὲν θὰ ὀργισθῆ ἐναντίον του; Ἀλλὰ εναι δυνατν ν ερεθ, θ μο επ κάποιος, τοιοτος νόητος σθενής, τοιοτος ναίσθητος παράλυτος, πο ν ποστρέφεται τν ατρόν του; Ν μ θέλη τν γείαν του, λλ ν προτιμ ν εναι λεπρωμένος παρ καθαρός, ν εναι συζώντανος νταφιασμένος μέσα στος πόνους, μέσα στν δυσωδία τς σθενείας; Ναί, εναι πολλοί. Τόσοι, σοι κα ο μετανόητοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι μένουν κατάκοιτοι, παράλυτοι, ἀκίνητοι στὴν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅλους αὐτοὺς εἰκονίζει ὁ παράλυτος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του, ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἄνθρωπον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἰατρεύση σὲ μία στιγμή, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄγγελο νὰ ταράξη τὸ ὕδωρ μίαν φορὰ τὸν χρόνο, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», καὶ μάλιστα ἔχει στήσει πολλὲς φορὲς κολυμβῆθρες ἐμπρὸς στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὅσα μυστήρια, ὅσοι σταλαγμοὶ δακρύων τῆς μετανοίας, τόσες καὶ οἱ θεραπευτικὲς ἀναταραχές. Ὅσες στιγμὲς ἔχει ἡ ὥρα, τόσες φορὲς καὶ ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος εἶναι ἕτοιμος νὰ δώση τὴν συγχώρηση γιὰ νὰ ἰατρεύση τὴν λέπραν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, ὁ πνευματικῶς παράλυτος, σφαλίζει τοὺς ὀφθαλμούς του νὰ μὴν ἰδῆ τὸν ἰατρόν, προτιμᾶ νὰ εἶναι νεκρός, κατάκοιτος στὴν ἁμαρτία παρὰ ζωντανὸς στὴν ἀρετή.
.            Ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ ἐσχάτη ἀναισθησία; Ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ ἀξιοδάκρυτος καταδίκη στὸν ἁμαρτωλόν; Ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἔχει δεμένον τὸν ἁμαρτωλὸ στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας, αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸν παρακινεῖ νὰ προτιμήση τὸν θάνατον ἀπὸ τὴν ζωήν. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθῆς πὼς εἶναι τόσο δυνατὴ αὐτὴ ἡ συνήθεια, πρόσεχε: Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοικτὲς τὶς ἀκοές του στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ δέχεται μὲ τόσην προθυμία τὰ κηρυττόμενα, ὡσὰν ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ στέλλει ὁ Οὐράνιός του Πατήρ, εὔκολα ἀντιλαμβάνεται πὼς ὁ σημερινὸς παράλυτος παριστάνει μίαν εἰκόνα ἐκείνου ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Διότι καθὼς ἡ παράλυσις, ἐπειδὴ διαλύει τὰ νεῦρα τοῦ σώματος, κάμνει τὸ σῶμα νεκρὸν καὶ ἀκίνητον, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, κόπτει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κάμνει ἀκίνητον σὲ κάθε ἐργασία τῆς ἀρετῆς, στὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δύναμιν ἡ ψυχὴ νὰ ἀνεβῆ, ἐπειδὴ σύρεται πάντοτε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Ὅθεν καὶ ὁ μέγας Βασίλειος γράφει: «ἡ συνήθεια ποὺ ἐπαγιώθη, μὲ τὴν πάροδο μακροῦ χρόνου, λαμβάνει ἰσχὺν φύσεως. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν συνήθεια». ς κοπιάση σον θέλει, ς προσπαθήση ποιος θέλει μ ,τι τρόπον μπορε ν κόψη να φυσικν δίωμα το νθρωπίνου σώματος, ς επομεν τ γελαστικν τ πιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατ τν διον τρόπον κα συνήθεια τς μαρτίας, ταν γηράση, μεταβάλλεται σ φύσιν, ποκτ διότητες φυσικς δυνάμεως. Καὶ βεβαίως, ὁ μέγας Πατὴρ ποὺ ἀναφέραμε δικαίως λέγει ὅτι δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν παλαιὰν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπν κα ξιος πολλν γκωμίων ποιος, πρν ν γηράση μαρτία, τς κόπτει τ νερα κα πρν τν νεκρώση ατή, τν θανατώνει. Καθὼς σὲ ἕνα καινούργιον ἀγγεῖον, ὅ,τι βάλεις στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ἀφήσεις νὰ πολυκαιρίση, παίρνει ἐκείνου τὴν ὀσμή, εἴτε καλὴ εἶναι εἴτε κακή, καὶ ὕστερα ὅσον καὶ ἂν πλύνης ἐκεῖνο τὸ ἀγγεῖον, δὲν ἠμπορεῖς μὲ τίποτε νὰ ἀφαιρέσης ἐκείνην τὴν εὐωδίαν ἢ δυσωδίαν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν πολυκαιρίση στὴν καρδία, ὅταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ἢ παντελῶς δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ὅσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει ἡ συνήθεια τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὅθεν ἐπαινῶ ἐκεῖνον τὸν σοφόν, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ φανερώση τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς πονηρᾶς συνηθείας, τῆς ἔδιδε τοιοῦτον σύμβολον. Ἐζωγράφιζεν ὡς ἱερογλυφικὸν ἕνα σπήλαιον ὑπόγειον μὲ τὴν ἐπιγραφήν: «τὸ εὖρος τόσον, ὅσον καὶ τὸ βάθος». Θέλοντας μὲ τοῦτο νὰ φανερώση ὅτι ἡ πονηρὰ συνήθεια αὐξάνοντας κάθε ἡμέρα μὲ τὸ γάλα τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας, ὅσον πολυχρόνιον πάθος εἶναι, τόσο εἶναι καὶ χειρότερον. Διότι καθὼς καὶ τὰ ἄλλα πράγματα ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ καὶ αὐξάνουν μὲ τὴν πολυκαιρίαν, μὲ ἀνάλογον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας φθάνει μὲ τὴν πολυκαιρία σὲ τόσην αὔξηση, ὥστε γίνεται ἀκατανίκητος. Γράφει μὲ πολὺν πόνο στὸ χρυσὸν βιβλίον τῶν Ἐξομολογήσεών του ὁ μέγας Αὐγουστίνος: ἀνεστέναζα δεμένος. Ἀπὸ ποῖον ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ὄχι ἀπὸ ἄλλον, λέγει, ὄχι ἀπὸ ξένην ἁλυσίδα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδικήν μου σιδηρὰν συνήθεια, ἡ ἰδική μου θέλησις ἦταν ὁ τύραννος. Ἡ ἄρρηκτος ἅλυσις ἦταν ἡ συνήθεια, ἡ ὁποία μὲ ἔδεσε τόσον ποὺ μὲ ἔφερε σὲ ἀκολασίαν, πράγμα τὸ ὁποῖο, μὴν ἠμπορώντας νὰ ἀποκόψω, ἔγινεν ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀνάγκη κατέληξε νὰ γίνη φύσις. Ὅθεν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ φωνάζει: κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβη πόσην δυσκολίαν ἔχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, τὸ νὰ ἀποκόψη κάποιος μίαν παλαιὰν συνήθεια, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγωνισθῆ. Γιὰ ποῖον λόγον ὅμως, ἐξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε τῆς οἰκουμένης; Διότι, λέγει, ὁ πονηρὸς λογισμὸς γεννᾶ ἡδονήν, ἀπὸ αὐτὴν πάλι γεννᾶται ἡ συγκατάθεσις, καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν ἡ πράξις, καὶ ἀπὸ τὴν πράξιν ἡ συνήθεια, καὶ ἀπὸ τὴν συνήθεια γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, καὶ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ θάνατος. Ὅθεν δὲν σφάλλεις, ἂν παρομοιάσης τὸν ἁμαρτωλὸν ἐκεῖνον ποὺ ἄφησε τὴν ἁμαρτία νὰ γίνη στὴν ψυχή του συνήθεια, δὲν σφάλλεις λέγω, ἐὰν τὸν παρομοιάσης μὲ κάποιον ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια ἑνὸς ἀσπλάχνου καὶ ἀνελεήμονος τυράννου, τὸν ὁποῖον, θέλοντας ἐκεῖνος ὁ τύραννος νὰ θανατώση, τὸν ἔκλεισε σὲ μία σκοτεινὴν φυλακήν, χωρὶς νὰ τὸν κλειδώση. Πλὴν ὅμως ἔχασε τὴν πόρτα καὶ δὲν εὑρίσκει ἀπὸ ποῦ νὰ ἐξέλθη. Ὅθεν τριγυρίζοντας ἀποθνήσκει ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σ’ ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει συνήθεια. Αἰσθάνεται πὼς εὑρίσκεται σὲ μία σκοτεινὴ φυλακὴ καὶ τριγυρίζει νὰ εὔρη τὴν πόρταν, πλὴν ὅμως τὴν ἔχει κλεισμένην ἡ πονηρὰ συνήθεια. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἀναβάλλει συνεχῶς νὰ εὕρη τὴν πόρτα τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκει τὸν θάνατον τῆς παντελοῦς ἀπωλείας, καθὼς ἔχει γραφή: «συνήθειαν λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία, ἕλκει εἰς παντελῆ ἀπώλειαν». Ἦλθε σὲ μεγάλην ἀνάγκην ὁ βασιλεὺς Σαούλ, στὸν πόλεμον ἐκεῖνον ποὺ ἐκήρυξεν ἐναντίον του ὁ ὑπερήφανος Γολιάθ, γι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ ἐνδύση μὲ τὰ ἰδικά του βασιλικὰ ἅρματα τὸν Δαβίδ. Ἐκεῖνος τὰ ἐφόρεσε μετὰ πολλῆς χαρᾶς, ὅμως ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε νὰ σαλεύση γιὰ νὰ ὑπάγη ἐναντίον τοῦ Γολιάθ, βλέπει ὅτι ἀπὸ τὰ ἅρματα ἐκεῖνα περισσότερον ἐμποδίζεται παρὰ βοηθεῖται. Ἐνθυμούμενος λοιπὸν ὁ Δαβὶδ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐσυνήθιζε ποτὲ νὰ νικᾶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ὄπλα, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰδικἠν του ποιμαντικὴν σφενδόνα, λέγει στὸν βασιλέα: «Ὑψηλότατε βασιλεῦ, εὐχαριστῶ γιὰ τὴν τιμὴν ποὺ μοῦ ἔκαμες. Λαμπρὰ καὶ πολύτιμα εἶναι τὰ ἅρματά σου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμένα, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα νὰ νικῶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ἅρματα».
.            Βλέπεις πόσην δύναμιν ἔχει ἡ συνήθεια, ὥστε νὰ ὑπερβαίνη καὶ τὴν δύναμη τῶν βασιλικῶν ἁρμάτων; Πόσοι εγενες, πόσοι βασιλικο αματος, πόσοι βασιλικο νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Κα μως δν μπορον ν ντιπαλαίσουν ναν Γολιάθ, να πάθος, ναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενν δόξαν; Ἀλλὰ ἁρματωμένοι μὲ βασιλικὰ καὶ λαμπρὰ ὄπλα σύρονται στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῶν καταφρονεμένων ἐκείνων παθῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ἐπονείδιστα, πὼς εἶναι θανατηφόρα. Ἀναστενάζουν αὐτοὶ οἱ βασιλικοὶ ἄνδρες, οἱ λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἑνὸς ὑβριστοῦ καὶ βλασφήμου Γολιάθ, ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία μιᾶς πολυκεφάλου Ὕδρας, τὴν ὁποίαν ὁ νέος Ἡρακλῆς Δαβὶδ θανατώνει εὐκολότατα μὲ μίαν σφενδόνα, μὲ μίαν φυγήν, μὲ μίαν γρήγορον ἀποκοπὴν τῆς ἁμαρτίας. κατηραμένη συνήθεια τς μαρτίας, ποος θ ναλογισθ τν δύναμη πο χεις κα δν θ ναστενάξη; Ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν καταφρόνηση καὶ τὸ ὄνειδος ποὺ προξενεῖς στοὺς βασιλικοὺς καὶ εὐγενικοὺς ἄνδρες, καὶ δὲν θὰ εἰπῆ μὲ τὸν μεγαλοφωνότατον Ἠσαΐαν «Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ὡς σχοινίῳ μακρῷ»’;
.            Ἂς σᾶς ἀπαριθμήσω ὅμως μὲ συντομίαν τὰ ἄλλα ὅσα προξενεῖ στὴν ψυχὴ αὐτὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια: Πρτον, κάμνει τὰ ἁμαρτήματα βαρύτερα, ἐπειδὴ οἱ ρίζες τους, τὰ πάθη, προχωροῦν ὅλο καὶ βαθύτερα. Εἶναι φανερὸν γιὰ κάθε σκεπτόμενον ἄνθρωπον αὐτὸ ποὺ λέγω, ὅτι δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία, ὅσον ἀργοπορεῖ στὸν ἄνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αὐξάνει ἡ κακία της. Δεύτερον, ἡ πονηρὰ συνήθεια σμικρύνει τὰ ἔμφυτα ἀγαθά, καὶ τούτη ἡ ζημία δὲν χρειάζεται ἀπόδειξιν σὲ κάποιον ποὺ στοχάζεται τὴν εὐλάβειαν, τὴν ἀγάπην ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Θεὸν κάθε ψυχὴ πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ κάποιο θανάσιμον πάθος, ἢ καὶ τὴν κλίσιν ποὺ εἶχε στὸ νὰ ἐλεῆ καὶ νὰ σπλαχνίζεται τοὺς ἄλλους πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, πρὶν νὰ πέση στὶς ἀντίθετες αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ἁμαρτίες, ἐὰν τὶς μετρήσης ὕστερα, εὑρίσκεις ὅτι ἐξέπεσαν πολὺ ἀπὸ τὸν πρῶτον τους βαθμόν. Τρίτον, κάμνει ἡ συνήθεια τὸν ἄνθρωπον εὐάλωτον στὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἀνοίγει δρόμον ἡ μία ἁμαρτία στὴν ἄλλη, τὸ ἕνα βοηθᾶ τὸ ἄλλο. Τέταρτον, μὲ τὸ βάρος ποὺ δίδει στὴν ψυχὴν ἡ συνήθεια, δὲν παρακινεῖ πλέον ὅπως στὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, πολλὲς φορές, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη, νὰ ἁμαρτάνη. Πέμπτον ἀποτέλεσμα τῆς συνηθείας εἶναι ἡ ἀπελπισία, καὶ τελευταῖον ἡ αἰώνιος κόλασις. Ὅθεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος παρομοιάζει τὴν κακὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, μὲ ἕναν ὕπνο βαθύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὅταν ξυπνήση ὁ ἄνθρωπος, θέλει νὰ περιπατήση, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ, ἐπειδὴ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ὕπνου. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολυκαιρινὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ποὺ λέγει: «ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς αὐτοῦ, καὶ ἐπιστράφητε πρός με, καὶ ἐλεήσω ὑμᾶς, καὶ ἀφήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν». Θέλει νὰ ἐπιστρέψη στὸν Θεόν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀφήση τὶς ἁμαρτίες, ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, ἐμποδιζόμενος ἀπὸ τὴν συνήθειαν. Καὶ ἐὰν καμμίαν φορὰν φαίνεται πὼς ἐπιστρέφει πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ἐπιστροφή του δὲν εἶναι ἀληθινή, ἀλλὰ ἐπίπλαστος. Καὶ καθώς, ὅταν πέση ἡ βροχὴ στὴν γῆ, φαίνονται πὼς βρέχονται καὶ οἱ πέτρες, ἀλλὰ ἀπὸ ἔξω, καὶ ἐὰν τὶς ἰδῆς στὸ ἐσωτερικόν τους εἶναι κατάξηροι καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς βροχῆς, τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἡ καρδία τους ἐσκληρύνθη ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν. Ἐξωτερικῶς φαίνονται πὼς ἐδέχθησαν τὴν θείαν δρόσον τῆς μετανοίας, ὅθεν πολλὲς φορὲς καὶ ἀναστενάζουν καὶ κλαίουν, ὅμως ἀπὸ μέσα ἡ καρδία τους εἶναι ξηρὰ καὶ ἔρημος ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς Θείας μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια δὲν ἐπιτρέπει στὴν δρόσον τοῦ Θείου λόγου νὰ φθάση μέχρι τὰ ἐνδότερα μέρη τῆς ψυχῆς.

ΣYNEXIZETAI: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου2/

, , ,

Σχολιάστε

″ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ″ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ: «Ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη» (Ἅγ. Ἰουστ. Πόποβιτς)

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

.        Oἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούςδιά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίαςδιά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του. Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.      Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
.         Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένοςδιά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους.

.           Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.           Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα.

- Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. θ´ 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.
.           Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; – Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν.
.           Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.

.           Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης.

.          Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.

.           Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;1

.           Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. κϛ´ 24).

.           Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου – ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν!

.           Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.

.           Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! – Ἀληθῶς Ἀνέστη!… Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
.           Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, – καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ – τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν – ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον.πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν.πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς.
.           Πρός τούτοις, δέν ὑπάρχει ἕνα γεγονός ὄχι μόνον εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά οὔτε εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ὁποῖον νά εἶναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον ἀπρόσβλητον, τόσον ἀναντίρρητον, ὅσον ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμός εἰς ὅλην του τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, τήν ἱστορικήν του δύναμιν καί παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἐπί τῆς αἰωνίως ζώσης Ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί περί τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καί πάντοτε θαυματουργική ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.   Διότι ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύνατο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά γεγονότα, ἀπό τήν ζωήν τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τό γεγονός τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Εὐαγγελικαί ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμη, ἐάν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα Εὐαγγελικόν θαῦμα εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε τό θαῦμα τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόνον ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφές καί τό πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καί τό ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τήν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τά λόγιά Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

.           Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περί τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά μετά τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκε περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτόν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ἐνίκησε τόν θάνατον καί ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τούς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τήν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν Ἀνάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ἀληθινός Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τούς ἀνθρωπίνους κόσμους.
.           Καί κάτι ἀκόμη: ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δέν δύναται νά ἐξηγηθῇ οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τό μαρτύριον τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν Ἁγίων οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν Ἀσκητῶν οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων οὔτε ἡ ἐλπίς τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων οὔτε οἱαδήποτε χριστιανική ἀρετή ἤ ἄσκησις. Ἐάν ὁ Κύριος δέν εἶχεν ἀναστῆ καί ὡς Ἀναστάς δέν εἶχε γεμίσει τούς μαθητάς Του μέ τήν ζωοποιόν δύναμιν καί τήν θαυματουργικήν σοφίαν, ποῖος θά ἠδύνατο αὐτούς τούς φοβισμένους καί δραπέτας νά τούς συγκεντρώσῃ καί νά τούς δώσῃ τό θάρρος καί τήν δύναμιν καί τήν σοφίαν διά νά ἠμπορέσουν τόσον ἄφοβα καί μέ τόσην δύναμιν καί σοφίαν νά κηρύττουν καί νά ὁμολογοῦν τόν Ἀναστάντα Κύριον καί νά πηγαίνουν μέ τόσην χαράν εἰς τόν θάνατον δι᾽ Αὐτόν; Καί ἄν ὁ Ἀναστάς Σωτήρ δέν τούς εἶχε γεμίσει μέ τήν θείαν δύναμίν Του καί σοφίαν, πῶς θά ἠμποροῦσαν νά ἀνάψουν μέσα εἰς τόν κόσμον τήν ἄσβεστον πυρκαϊάν τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοί οἱ ἁπλοϊκοί ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καί πτωχοί ἄνθρωποι; Ἐάν ἡ Χριστιανική πίστις δέν ἦτο ἡ πίστις τοῦ Ἀναστάντος καί κατά συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καί ζωοποιοῦντος Κυρίου, ποῖος θά ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς Μάρτυρας εἰς τόν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου, καί τούς Ὁμολογητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καί τούς Ἀσκητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως, καί τούς Ἀναργύρους εις τόν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καί τούς Νηστευτάς εἰς τόν ἆθλον τῆς νηστείας καί ἐγκρατείας, καί ὁποιονδήποτε Χριστιανόν εἰς ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικόν ἆθλον;
.           Ὅλα αὐτά εἶναι λοιπόν ἀληθινά καί πραγματικά καί δι᾽ ἐμέ καί διά σέ καί διά κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Διότι ὁ θαυμαστός καί γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξις ὑπό τόν οὐρανόν μέ τήν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τήν γῆν νά νικήσῃ καί τόν θάνατον καί τήν ἁμαρτίαν καί τόν διάβολον, καί νά καταστῇ μακάριος καί ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τήν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ… Διά τοῦτο, διά τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ Ἀναστάς Κύριος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τούς κόσμους: ὅ,τι τό Ὡραῖον, τό Καλόν, τό Ἀληθές, τό Προσφιλές, τό Χαρμόσυνον, τό Θεῖον, τό Σοφόν, τό Αἰώνιον. Αὐτός εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τό Ἀγαθόν μας ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωή εἰς ὅλας τάς θείας αἰωνιότητας καί ἀπεραντοσύνας.

- Διά τοῦτο καί πάλιν, καί πολλάκις, καί ἀναρίθμητες φορές: Χριστός Ἀνέστη!

Ὑποσημειώσεις:

1. Πρβλ. Ἰ. Χρυσοστόμου, εἰς Α´ Κορ. ὁμ. 39, 2. PG 61, 334: «Εἰ δ᾽ οὐκ ἐγείρονται (τά σώματα), διά τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διά τί ἦλθε; διά τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μή ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γάρ ἐδεῖτο αὐτός, ἀλλά δι᾽ ἡμᾶς».

2. Λόγος εἰς τό Πάσχα, PG 35, 397. Πρβλ. καί Κανών τοῦ Πάσχα, ὠδή γ´.

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΟΡΘΩΣΗ-ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΒΙΟΥ «Ὅταν ἐγώ, παραλυμένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου μαζεύω τὶς δυνάμεις μου καὶ συνέρχομαι, ἄλλος πρὶν ἀπὸ μένα κατεβαίνει στὴν καρδιά μου, δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία, ὁ διάβολος, μὲ προλαμβάνει μέσα στό ἴδιο μου τὸ σπίτι, στὴν δική μου κολυμβήθρα τῆς καρδιᾶς μου» (Ἅγ. Ἰω. Κρονστάνδης)

Διόρθωση-Ἀνακαίνιση βίου

Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης,

«Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ»,

μετάφρ. Χαρ. Ἀσσιώτη
ἐκδ. «Τῆνος», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι
σελ. 53

ΣΧΕΤ.: 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: «Ὅποιος συνηθίζει νὰ δίνει λόγο γιὰ τὴν ζωή του κατὰ τὴν ἐξομολόγηση ἐδῶ στὸν κόσμο δὲν θὰ τοῦ εἶναι φοβερὸ νὰ δώσει λόγο γιὰ τὴν ζωή του ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου τοῦ Χριστοῦ.» (Ἅγ. Ἰω. Κρονστάνδης)

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: «“Πάτερ ἡμῶν”!…Μέσα στὶς καρδιές μας δὲν ἀκούεται διόλου μιὰ τέτοια υἱϊκὴ φωνή». (Ἅγ. Ἰω. Κρονστάνδης)

ΒΑΘΙΑ ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ «Ἄχ! Πῶς ἐμπλέκεται μερικὲς φορὲς ἡ ψυχή μας σὲ διάφορες ἁμαρτίες, ὅπως ἀκριβῶς μπερδεύεται ἕνα πουλάκι στὰ δίχτυα μιᾶς παγίδας! Μερικὲς φορὲς δὲν βλέπεις τρόπο διεξόδου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου· κι αὐτὲς σὲ βασανίζουν. (Ἁγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης)

«Ὁδὸν ἐντολῶν σου ἔδραμον,
ὅταν ἐπλάτυνας τὴν καρδίαν μου»
(Ψ. ριη´ 32)

.          Πόση εὐχαρίστηση καὶ χαρὰ αἰσθάνεσαι, ὅταν εὕρεις κάτι τὸ ἀναγκαῖο καὶ πολύτιμο ποὺ ἔχεις χάσει! Σοῦ ᾽ρχεται νὰ πηδᾶς ἀπὸ χαρά. Φαντάσου λοιπὸν πόσο εὐχαριστεῖται ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας ὅταν βλέπει ἕνα παιδί Του, ποὺ ἔχει χαθεῖ -δηλαδὴ ἕνα ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο- καὶ ποὺ βρέθηκε ξανά, ὅταν βλέπει ἕνα χαμένο Του πρόβατο ποὺ εἶχε σβήσει καὶ ποὺ ξαναζωντάνεψε, ὅταν βλέπει τὴ δραχμὴ ποὺ ἤτανε χαμένη καὶ ξαναβρέθηκε, δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο, τὴ ζωντανὴ αὐτὴ εἰκόνα Του. Εἶναι ἀδύνατο νὰ περιγράψει κανεὶς αὐτὴ τὴ χαρά. Ἡ χαρὰ τοῦ Οὐράνιου Πατέρα γιὰ τὸν υἱό Του τὸν ἄσωτο, ποὺ εἶχε χαθεῖ καὶ ξαναβρέθηκε, εἶναι τόσο μεγάλη ποὺ ὑποκινεῖ σὲ χαρὰ ὁλόκληρο τὸν Οὐρανὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀγαθότητας: «Ὅτι χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. ιε´ 7). Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές, ποὺ πορεύεστε μέσα στὴν ἀπώλεια· ἐπιστρέψετε ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς ἀπώλειας πρὸς τὸν Οὐράνιό μας Πατέρα. «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2).
.          Πόσο εἶναι καλὸ νὰ κατανικοῦμε τὰ πάθη! Μετὰ τὴν κατανίκησή τους νοιώθεις στὴν καρδιά σου τόση ἐλαφρότητα, εἰρήνη καὶ πνευματικὸ μεγαλεῖο!
.          Σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἁμαρτάνουμε ἀσταμάτητα κι ὅμως εἴμαστε τόσο ἐγωϊστὲς καὶ εὔθικτοι, ποὺ δὲ θέλουμε νὰ ὑποστοῦμε κανένα ἔλεγχο ἤ κατηγορία, ἰδιαίτερα μπροστὰ σὲ ἄλλους· ἀλλὰ στὸ μέλλοντα αἰώνα, δηλαδὴ στὴν ἄλλη ζωή, τὰ ἁμαρτήματά μας θὰ φανερωθοῦν μπροστὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐνθυμούμενοι τὸ φοβερὸ αὐτὸ Κριτήριο, ἂς ὑποφέρουμε μὲ ταπείνωση καὶ ἀκακία τοὺς ἐδῶ ἐλέγχους κι ἂς διορθωνόμαστε ἀπ’ ὅλες τὶς ἀτέλειες καὶ ἁμαρτίες μας· ἄς ὑπομένουμε ἰδιαίτερα τοὺς ἐλέγχους τῶν ἀνωτέρων μας κι ἄς τοὺς διδάσκει ὁ Κύριος νὰ ἐλέγχουν καὶ νὰ κατηγοροῦν ὄχι ἀπὸ κακία, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη καὶ πνεῦμα πραότητας.
.          Ἄκουσε καὶ πρόσεξε: Σὰν ἀμοιβὴ γιὰ τὸν καθαρισμὸ τῆς καρδιᾶς σου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες θὰ λάβεις ἕνα ἄπειρα μεγάλο ἔπαθλο -θὰ δεῖς τὸν Θεό, τὸν πανάγαθο Δημιουργὸ καὶ Προνοητή σου. Εἶναι δύσκολος ὁ ἆθλος τοῦ καθαρισμοῦ τῆς καρδιᾶς, γιατὶ συναρτᾶται μὲ μεγάλες στερήσεις καὶ θλίψεις, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἔπαθλο εἶναι μεγάλο: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8).
.          Πόσο ταχεῖς εἴμαστε στὴ διάπραξη τοῦ κακοῦ καὶ πόσο ἀργοὶ στὸ νὰ κάνουμε τὸ καλό! Νά, γιὰ παράδειγμα: Θέλω νὰ εἶμαι καλὸς πρὸς τὸν ἐχθρό μου καὶ νὰ ἐκδηλώσω στὴν πράξη αὐτή μου τὴν καλωσύνη· ἀλλὰ πρὶν προλάβω νὰ γίνω καλὸς μέσα στὴν καρδιά μου, νὰ ποὺ εἶμαι ἤδη κακός, γιατὶ ἤδη τὸ πύρινο βέλος της κακίας καίει τὰ σωθικά μου. Θέλω νἆμαι ὑπομονητικός, ἀλλὰ πρὶν στερεώσω τὴν καρδιά μου στὴν ὑπομονή, γίνομαι εὐέξαπτος κι ἀνυπόμονος. Θέλω νἆμαι ταπεινός, ἀλλὰ ἡ σατανικὴ ὑπερηφάνεια ἤδη βρῆκε μέσα μου πάρα πολὺ ἔδαφος. Θέλω νἆμαι γλυκὸς καὶ τρυφερὸς στοὺς τρόπους, ἀλλὰ ὅταν εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπεριφερθῶ μὲ γλυκύτητα, ἀποδεικνύομαι ἄνθρωπος τραχύς. Θέλω νὰ εἶμαι ἀνιδιοτελὴς καὶ γενναιόδωρος, ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία μὲ τὴν παραμικρὴ πρόφαση ἤδη ἀπαιτεῖ τροφὴ σὰν πεινασμένο, βρυχώμενο λιοντάρι. Θέλω νἆμαι ἁπλὸς καὶ νὰ ἐμπιστεύομαι τοὺς ἀνθρώπους, ἤδη ὅμως ἡ πονηρία καὶ ἡ ἀμφιβολία κατατρώγουν τὴν καρδιά μου. Θέλω νὰ εἶμαι σοβαρός, συγκεντρωμένος καὶ εὐλαβὴς στὴ διακονία μου πρὸς τὸν Παντοκράτορα Θεό, ἀλλὰ ἤδη ἡ ἐπιπολαιότητα και ἡ ἔλλειψη προσοχῆς μέσα στὴν καρδιά μου μὲ πρόλαβαν. Θέλω νἆμαι ἀπαθὴς καὶ ἐγκρατὴς στὴ βρώση καὶ τὴν πόση, ἀλλὰ ὅταν δῶ εὐχάριστα ἐδέσματα καὶ ποτὰ καὶ καθήσω στὸ τραπέζι, παρασύρομαι σὰν δοῦλος ἀπὸ τὴν κοιλία μου σὲ μιὰ εὐχάριστη αἰχμαλωσία καὶ εὔκολα ἐπιτρέπω στὸν ἑαυτό μου νὰ φάγω καὶ νὰ πιῶ περισσότερα ἀπ’ ὅσα χρειάζεται ἡ φύση μου· ἔτσι, ἡ ἀπληστία καὶ ἡ ἀκρασία πάλιν προλαμβάνουν καὶ καταβάλλουν τὴν ἐπιθυμία μου νὰ εἶμαι ἀδιάφορος πρὸς τὰ φαγητὰ καὶ τὰ ποτά. Εἶμαι ὅμοιος μὲ τὸν παράλυτο ἐκεῖνο, ποὺ γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια κατέκειτο στὴν κλίνη του καὶ ὅσες φορὲς κι ἄν ἐρχόταν στὴν προβατικὴ κολυμβήθρα, ἡ ὁποία θεράπευε ἐκεῖνον ποὺ πρῶτος ἔπεφτε σ’ αὐτὴ μετὰ τὴν ταραχὴ τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν Ἄγγελο, «ἄλλος πρὸ αὐτοῦ κατέβαινε» (πρβλ. Ἰω. ε´ 7) καὶ θεραπευόταν. Κι ὅταν ἐγώ, παραλυμένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου μαζεύω τὶς δυνάμεις μου καὶ συνέρχομαι -μὲ τὴν πρόθεση νὰ βυθιστῶ στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀλλάξω πρὸς τὸ καλύτερο- ἄλλος πρὶν ἀπὸ μένα κατεβαίνει στὴν καρδιά μου, δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία, ὁ διάβολος, μὲ προλαμβάνει μέσα στό ἴδιο μου τὸ σπίτι, στὴν δική μου κολυμβήθρα τῆς καρδιᾶς μου καὶ δὲν μὲ ἀφήνουν νὰ φτάσω ὣς τὴν Πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, δηλαδὴ τὸν Κύριο, δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ βυθιστῶ στὴν ἀποκαθαίρουσα κολυμβήθρα τῆς πίστεως, τῆς ταπεινώσεως, τῆς συντριβῆς καρδιᾶς καὶ τῶν δακρύων. Ποιὸς τότε θὰ μὲ θεραπεύσει; Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μόνο. Ὅταν Ἐκεῖνος δεῖ τὴν εἰλικρινῆ καὶ σταθερὴ ἐπιθυμία μου νὰ θεραπευτῶ ἀπὸ τὴν ψυχικὴ παράλυση καὶ τὴ θερμῆ προσευχή μου γι’ αὐτό, τότε θὰ μοῦ πεῖ: «Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει» (Ἰωάν. ε´  8)· ἐγὼ τότε θὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς παράλυσης τῆς καρδιᾶς καὶ θὰ περπατήσω, δηλαδὴ ἄνετα καὶ εὔκολα, μὲ τὴν Χάρη Του, θὰ νικήσω ὅλα μου τὰ πάθη καὶ θὰ πράττω κάθε ἔργο ἀρετῆς.
.          Ἀδελφέ μου καὶ Ἀδελφή μου· ζηλωτὲς ἐσεῖς τῆς εὐσέβειας! θὰ σᾶς συμβεῖ ν’ ἀκούσετε, ἴσως ὄχι σπάνια, μάλιστα δὲ ἀπὸ τοὺς δικούς σας, ὅτι εἶστε ἄνθρωπος κουραστικὸς κι ἀνυπόφορος· θὰ δεῖτε νὰ ὑπάρχει ἔντονη ἀντιπάθεια ἀπέναντί σας καὶ ἔχθρα γιὰ τὴν εὐσέβειά σας, μολονότι ὅσοι σᾶς ἔχθρεύονται δὲν θὰ ὁμολογήσουν ὅτι εἶναι γιὰ τὴν εὐσέβειά σας ποὺ σᾶς ἐχθρεύονται· ἐσεῖς μὴν ἐξάπτεσθε καὶ μὴν ἀγανακτεῖτε γι’ αὐτὸ καὶ μὴ πέφτετε σὲ ἀπόγνωση· γιατὶ στὴν πραγματικότητα ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ μεγαλοποιεῖ σὲ τεράστιο βαθμὸ μερικὲς ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες σας, ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ σεῖς σὰν ἄνθρωποι δὲν εἶστε ἐλεύθεροι· νὰ θυμᾶστε ὅμως τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα μας Χριστοῦ: «Ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ» (Ματθ. ι´ 36) καὶ νὰ διορθώνεστε σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ τὶς ἐλλείψεις καὶ ἀτέλειές σας· στὴν εὐσέβεια ὅμως νὰ κρατιέστε καὶ νὰ πεαραμένετε ἀκλόνητοι. Νὰ ἐμπιστεύεστε τὴ συνείδηση, τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα σας στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος καθοδηγεῖ τὶς καρδιές μας. Κατὰ τὰ ἄλλα, νὰ ἐξετάζετε τὸν ἑαυτό σας μὲ ἀπάθεια: Μήπως στὴν πραγματικότητα δὲν εἶσαι ἄνθρωπος κουραστικὸς ἐξαιτίας τοῦ χαρακτήρα σου, ἰδαίτερα γιὰ τοὺς δικούς σου; Ἴσως νὰ εἶσαι ἄνθρωπος σκυθρωπός, κρύος καὶ ἀμίλητος, χωρὶς ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους. Ἄνοιξε τὴν καρδιά σου γιὰ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους καὶ γιὰ νὰ ἐκδηλώνεις ἀπέναντί τους μιὰ θωπευτική, μαλακὴ διάθεση, ποὺ ὅμως δὲν θὰ γίνεται συγκατάβαση καὶ συνενοχή. Ὅταν μέμφεσαι ἤ ἐπιπλήττεις ἀνθρώπους, νὰ εἶσαι πρᾶος, χωρὶς ἐξάψεις καὶ κακία. «Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α´ Κορ. ιϛ´ 14), εἶπεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Νἆσαι ὑπομονητικός, νὰ διατυπώνεις ἐπικρίσεις γιὰ τὰ πάντα, ἄλλα νὰ τὰ ὑπομένεις καὶ νὰ τὰ ἀντιπαρέρχεσαι σιωπηρὰ κι ἄλλα νὰ τὰ παραβλέπεις. «Ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει» (Α´ Κορ. ιγ´ 7). Μερικὲς φορές, ἐξ αἰτίας μιᾶς ἐπίπληξης, ποὺ γίνεται μὲ ἀνυπομονησία, γεννιέται ἔχθρα· ὁ λόγος εἶναι τὸ ὅτι ἡ ἐπίπληξη ἔγινε ὄχι μὲ πνεῦμα πραότητας καὶ ἀγάπης, ἀλλὰ μὲ πνεῦμα ἐγωϊστικῆς ἀπαίτησης νὰ ὑποταχθεῖ ὁ ἄλλος σὲ μᾶς.
.          Στὴν ψυχή σου νὰ ἐμβάλεις τὴν στέρεη κι ἀκλόνητη πρόθεση νὰ μισεῖς ἔντοντα κάθε ἁμαρτία στὶς σκέψεις, στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα· κι ὅταν θὰ πειράζεσαι πρὸς ἁμαρτία, ν’ ἀντιστέκεσαι γενναῖα σ’ αὐτὴ καὶ μάλιστα μὲ συναίσθημα μίσους γι’ αὐτή. Νὰ προσέχεις μόνο μήπως τὸ μῖσος σου αὐτὸ στραφεῖ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἀδελφοῦ σου, ποὺ δίνει τὴν ἀφορμὴ πρὸς ἁμαρτία. Τὴν ἁμαρτία νὰ τὴν μισεῖς μ’ ὅλη σου τὴν καρδιά, τὸν Ἀδελφό σου ὅμως νὰ τὸν λυπᾶσαι· νὰ τὸν νουθετεῖς καὶ νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτὸν στὸν Ὕψιστο Κύριο, ποὺ ὅλους μᾶς βλέπει καὶ δοκιμάζει τὶς καρδιές μας καὶ τὰ μύχια τῆς ὕπαρξής μας. «Οὔπω μέχρις αἵματος ἀντικατέστητε πρὸς τὴν ἁμαρτία ἀνταγωνιζόμενοι» (Ἀκόμα δὲν ἀντισταθήκατε στὴν ἁμαρτία σὲ σημεῖο ποὺ νὰ χύσετε τὸ αἷμα σας στὸν ἀγώνα ἐνάντιά της). Χωρὶς στεριωμένο μέσα στὴν καρδιά μας μῖσος ἐνάντια στὴν ἁμαρτία εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ πέφτουμε σ’ αὐτὴ συχνά. Τὴν φιλαυτία μας πρέπει νὰ τὴν ξεριζώσουμε· κάθε ἁμαρτία προέρχεται ἀπὸ τὴν φιλαυτία μας· ἡ ἁμαρτία πάντα προσποιεῖται ἤ παρουσιάζεται πὼς θέλει τὸ καλό μας, ὑποσχόμενη σὲ μᾶς ἄνεση καὶ ἡσυχία. «Καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι» (Γεν. Γ´ 6). Νὰ πῶς μᾶς ἐμφανίζεται πάντα ἡ ἁμαρτία.

, ,

Σχολιάστε

ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΣ (Ὅσοι ἑνώνονται μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο ὑπερβαίνουν ὅλες τὶς διαιρέσεις καὶ καταργοῦν ὅλες τὶς διασπάσεις)

Ἁμαρτία καὶ Σταυρὸς

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 59-62

 «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν
καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»

(Μάρκ. η´ 34)

.           Ὁ Κύριος θέλει τοὺς μαθητάς Του νὰ τὸν ἀκολουθοῦν αἴροντες τὸν σταυρό τους. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι στρατὸς σταυροφόρων. Πρῶτος σταυροφόρος εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ Τὸν ἀκολουθοῦν ὅσοι σηκώνουν τὸν σταυρό τους. Μὲ τὴν σημερινὴ ὅμως ὁμιλία δὲν θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐξηγήσουμε τί θὰ πεῖ «ἀράτω τὸν σταυρόν». Πιστεύουμε ὅτι θὰ δοθῆ μιά ἄλλη εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸ ἀναπτύξουμε, γιατί τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀποτελεῖ μία ἄποψη ποὺ ἐκφράζει τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος.
.           Σήμερα θέλουμε κυρίως νὰ τονίσουμε τὴν δύναμι τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ μὲ τὴν δύναμί Του ὁ ἄνθρωπος σηκώνει τὸν δικό του σταυρό. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ποὺ σήμερα ἰδιαίτερα προσκυνοῦμε εἶναι ἡ ὑπερφυὴς καὶ ἔνδοξη Ἁγία Τράπεζα, πάνω στὴν ὁποία ὑπάρχει ὁ Ἐσταυρωμένος Κύριος, ὁ Ὁποῖος, ὡς μέγας Ἀρχιερεύς, ἐτέλεσε τὴν μεγάλη θυσία, ποὺ εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ ὅλης τῆς κτίσεως στὸν Θεό. Πράγματι ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ κεντρικὸ σημεῖο ὅλης τῆς κτίσεως, ἡ ἑνότης ὅλων τῶν κόσμων. Αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀλήθεια πρέπει νὰ ἐξετάσουμε σήμερα, ὅσο τὸ δυνατὸν συντομώτερα.

 Ἡ διασπαστικὴ ἐνέργεια τῆς ἁμαρτίας

.           Γιὰ νὰ δοῦμε ὅμως τὴν μεγάλη σημασία τοῦ Σταυροῦ πρέπει νὰ δοῦμε τὴν διασπαστικὴ ἐνέργεια τῆς ἁμαρτίας. Πρὶν ἀπὸ τὴν πτῶσι ὑπῆρχε ἑνότητα μεταξὺ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλης τῆς φύσεως. Μετὰ τὴν ἁμαρτία διασπάστηκε ἡ φύσι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό. Σήμερα ξέρουμε τὶς φοβερὲς συνέπειες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν διάσπασι τοῦ ἀτόμου. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ συγκριθῆ μὲ τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν διάσπασι τοῦ προσώπου, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.
.            Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι μία ἁπλῆ παράβασι ἑνὸς Νόμου, ἀλλὰ ἡ ἀνώμαλη κίνησι τῶν φυσικῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ κινεῖται ἀδιάλειπτα πρὸς τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς θεώσεως, κινεῖται πρὸς τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά. Ἔτσι ἡ ἁμαρτία εἶναι στέρησι τοῦ ἀγαθοῦ καὶ «ἡ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἑκουσίως παραδρομὴ» κατὰ τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό. Ἡ ἁμαρτία, ὡς στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ, εἶναι καὶ ἡ «πρώτη συνάντησις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ μηδέν». Ἂς δοῦμε αὐτὴν τὴν «ἀνώμαλον κίνησιν», τὴν διασπαστικὴ ἐνέργεια τῆς ἁμαρτίας.
.           Καὶ πρῶτα-πρῶτα διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ Φῶς καὶ ἡ Ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, καταλαβαίνουμε πὼς μὲ τὴν ἀπομάκρυνσί του ὁ ἄνθρωπος κλείστηκε στὸ σκοτάδι καὶ στὸν θάνατο. Ἐφόρεσε τοὺς «δερματίνους χιτῶνας» τῆς φθορᾶς καὶ τῆς θνητότητος. Ἔφθασε σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἀγνοοῦσε τὸν Θεὸ καὶ ἐλάτρευε τὰ εἴδωλα.
.           Ἐπίσης διασπάστηκαν καὶ οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους. Ὁ Ἀδὰμ βλέποντας τὴν Εὕα ἀμέσως μετὰ τὴν δημιουργία της, χάρηκε καὶ εἶπε: «τοῦτο ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου» (Γεν. β´ 23). Μετὰ ὅμως τὴν ἁμαρτία εἶπε: «ἡ γυνὴ ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου καὶ ἔφαγον» (Γεν. γ´ 12). Ἀπὸ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του ἔγινεν ἀμέσως ἡ γυναίκα ποὺ τοῦ ἔδωκε ὁ Θεός.
.           Διασπάστηκε ἀκόμη καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά. Πρὸ τῆς ἁμαρτίας ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἦταν ἑνωμένες, ἀφοῦ κέντρον τους ἦταν ὁ Θεός. Μετὰ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ χάθηκε τὸ κέντρον, ἀποδιοργανώθηκαν. Ἄλλα σκέπτεται ὁ νοῦς, ἄλλα ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιὰ καὶ ἄλλα πράττει ἡ βούλησι τοῦ ἀνθρώπου.
.           Ἐπίσης διασπάστηκε ὁ σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς φύσεως. Ὁ ἄνθρωπος πρὸ τῆς πτώσεως ἦταν Βασιλεὺς ὅλης τῆς φύσεως. Τώρα ὅμως μετὰ τὴν πτῶσι ἔχασε τὸν θρόνο του καὶ ἡ φύσι ἀρνεῖται νὰ ὑποταχθῆ. Χρειάζεται νὰ χυθῆ πολὺς ἱδρώτας γιὰ νὰ τοῦ δίδη τὰ ἀπαραίτητα πρὸς τὸ ζῆν. Τοῦ ἀποκρύπτει πολλὰ μυστικά, τὰ ὁποῖα ἀνακαλύπτει σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
.           Τέλος ὅλη ἡ φύσι διασπάστηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι ὑποτεταγμένη καὶ δούλη τοῦ θανάτου, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἦταν τὸ καθαρὸ κάτοπτρο μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀκτινοβολοῦσε στὴν φύσι τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὅταν θρυμματίστηκε τὸ κάτοπτρο, ἔπεσε βαθὺ σκοτάδι σ’ ὅλη τὴν δημιουργία.

 Ἡ ἐνοποιὸς δύναμη τοῦ Σταυροῦ

.           Ὅλες αὐτὲς τὶς διασπάσεις ἥνωσε ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ψάλλει: «Ἥπλωσας τὰς παλάμας καὶ ἤνωσας τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα». Καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων λέγει: «ἐγηγερμένου τοῦ σημείου τουτέστιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γέγονεν ἄφεσις ἐν αἰχμαλωσίᾳ συνδρομὴν πρὸς ὁμοψυχίαν, σπουδὴ πρὸς ὁμόνοιαν καὶ ὁμοπιστίαν τῶν πάλαι διηρημένων».
.           Ἔτσι ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρὸ καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τὸ ζωοποιὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἔγινεν ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος καὶ ἀφθαρσίας ὅλης τῆς φύσεως.
.           Συγκεκριμένα. Διὰ τοῦ Σταυροῦ ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὸν Θεὸ καὶ ἑνώνεται μαζί Του. Ἐνδύεται τὸ Φῶς καὶ ἀποκτᾶ τὴν Ζωή. Ἀποβάλλει τὸ ἔνδυμα τῆς φθορᾶς καὶ τῆς θνητότητος καὶ ἐνδύεται τὸ ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας. Διὰ τοῦ Σταυροῦ ἑνώνονται οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους. Αὐτὸ συμβαίνει πραγματικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου οἱ ἄνθρωποι, ὁποιασδήποτε ἐθνότητος, γίνονται ἀδελφοὶ μεταξύ τους καὶ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. «Σωτηρίαν εἰργάσω ἐν μέσῳ τῆς γής, Χριστὲ ὁ Θεός· ἐπὶ Σταυροῦ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἐξέτεινας ἐπισυνάγων πάντα τὰ ἔθνη, κράζοντα. Κύριε δόξα σοι», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.
.           Διὰ τοῦ Σταυροῦ ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά. Οἱ τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ποὺ ἔχασαν τὸ κέντρο τους, τὸν Θεό, καὶ διασπάστηκαν καὶ μεταξύ τους, τώρα ἑνώνονται. Ὁ νοῦς σκέπτεται ὅ,τι θέλει ὁ Θεός, ἡ ἐπιθυμία ἐπιθυμεῖ ὅ,τι θέλει ὁ Θεὸς καὶ ἡ θέλησι τηρεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. (Χριστο-νοῦς, Χριστο-ἐπιθυμία, Χριστο-θέλησι). Στὸν ἄνθρωπο τοῦ Ἐσταυρωμένου, στὸν φίλο τοῦ Σταυροῦ, δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖνες οἱ ψυχικὲς συγκρούσεις, γιὰ τὶς ὁποῖες κάνει λόγο ἡ σύγχρονη ψυχολογία.
.         Διὰ τοῦ Σταυροῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται βασιλεὺς καὶ ἡ φύση τὸν ὑπηρετεῖ. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὴν ζωὴ τῶν ἁγίων, ποὺ καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοὺς ὑπηρετοῦσαν, ἀφοῦ μέσα τους εἶχαν τὴν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος καὶ τὰ θηρία ὀσφραίνονταν τὴν ὀσμὴ τοῦ Ἀδὰμ πρὸ τῆς πτώσεως.
.           Διὰ τοῦ Σταυροῦ τέλος ἐπιστρέφει ὅλη ἡ κτίση στὸν Θεό, ἀφοῦ ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος ἀντανακλᾶ στὴν φύσι τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι φωτίζεται καὶ ἁγιάζεται. Αὐτὸ τὸ δείχνει καθαρὰ ἡ Βυζαντινὴ ἁγιογραφία ποὺ παρουσιάζει τὴν φύσι φωτεινή. Τελικὰ καὶ αὐτὴ θὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν φθορά.
.           Ὁ Τίμιος Σταυρὸς εἶναι ἡ ἑνότης ὅλων τῶν κόσμων, διότι δι’ αὐτοῦ κατατροποῦται τὸ μόνον διασπαστικὸ στοιχεῖο, ἡ ἁμαρτία. «Διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι, ὄντες μακρυὰ ἀπὸ τὸν Σταυρό, βρίσκονται στὴν βασανιστικὴ κατάστασι τῆς διαιρέσεως. Ἡ ἑνοποίησι καὶ ἡ εἰρήνευσι ἔξω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ εἶναι ἀδύνατη. Ὅσοι ὅμως ἑνώνονται μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο ὑπερβαίνουν ὅλες τὶς διαιρέσεις καὶ καταργοῦν ὅλες τὶς διασπάσεις. Ὅπως ὅλο τὸ φῶς, λέγει ἕνας ἅγιος, εἶναι συγκεντρωμένο στὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ στὸν Σταυρὸ βρίσκεται συγκεντρωμένη ὅλη ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Παντοκράτορος Χριστοῦ.

, , ,

Σχολιάστε

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: «“Πάτερ ἡμῶν”!…Μέσα στὶς καρδιές μας δὲν ἀκούεται διόλου μιὰ τέτοια υἱϊκὴ φωνή». (Ἅγ. Ἰω. Κρονστάνδης)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης,

«Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ»,

μετάφρ. Χαρ. Ἀσσιώτη
ἐκδ. «Τῆνος», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι
σελ. 47-53

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

[Β´]

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/15/ὅποιος-συνηθίζει-νὰ-δίνει-λόγο-γιὰ-τ/

.           Ποῦ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο ἡ νηστεία καὶ ἡ μετάνοια; Πρὸς τί μοχθοῦμε καί κοπιάζουμε; Ἡ νηστεία μὲ τὴν μετάνοια ὁδηγοῦν στὸν καθαρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, στὴν ψυχικὴ ἠρεμία, στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό· μᾶς καθιστοῦν υἱοὺς τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς δίνουν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ὑπάρχουν σοβαροὶ λόγοι, γιὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ νηστεύουμε καὶ νὰ ἐξομολογούμαστε μ’ ὅλη μας τὴν καρδιά. Ἀνεκτίμητη θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ γιὰ τὸν εὐσυνείδητο κόπο μας. Εἶναι μήπως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, ποὺ αἰσθανόμαστε υἱϊκὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό; Εἴμαστε ἄραγε πολλοὶ ὅσοι τολμοῦμε μὲ παρρησία καὶ ἀκατάκριτα νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν ἐπουράνιο Θεὸ Πατέρα καὶ νὰ λέμε: Πάτερ ἡμῶν!… Δὲν εἶναι ὁλότελα ἀντίθετο σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μέσα στὶς καρδιές μας δὲν ἀκούεται διόλου μιὰ τέτοια υἱϊκὴ φωνή, καθὼς καταπνίγεται ἀπὸ τὴν πρόσδεση καὶ προσήλωσή μας στὰ πράγματα καὶ τὶς ἱκανοποιήσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Δὲν εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὶς καρδιές μας ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας; Καὶ δὲν πρέπει νὰ Τὸν φανταζόμαστε σὰν Θεὸ τιμωρὸ ἐμεῖς, ποὺ ἀπομακρυνθήκαμαε ἀπ’ Αὐτὸν «εἰς χώραν μακράν»; Ναί, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας ὅλοι εἴμαστε ἄξιοι τῆς δίκαιης ὀργῆς καὶ τιμωρίας Του καὶ εἶναι θαυμαστὸ τὸ ὅτι τόσο μακροθυμεῖ ἀπέναντί μας καὶ δὲν μᾶς ἀποξηραίνει, ὅπως ἔκανε μὲ τὴν ἄκαρπη συκῆ. Ἄς σπεύσουμε νὰ Τὸν ἐξευμενίσουμε μὲ μετάνοια καὶ δάκρυα. Ἄς εἰσέλθουμε ἐντός μας κι ἄς ἐξετάσουμε τὴν ἀκάθαρτη καρδιά μας μὲ κάθε αὐστηρότητα. Θὰ δοῦμε τότε πόσες ἀκαθαρσίες ἐμποδίζουν τὴν Θεία Χάρη νὰ φθάσει ὣς τὴν καρδιά μας καὶ θὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε νεκροὶ πνευματικά.
.       Θὰ ὑποστεῖς καὶ θὰ ὑποφέρεις τὴν δυσχέρεια καὶ τὴν ἀλγεινὴ κάψη τῆς ἐγχείρησης καὶ σὰν ἀμοιβὴ θὰ γίνεις ὑγιὴς (μὲ τὴν λέξη «ἐγχείρηση» νοεῖται ἡ ἐξομολόγηση). Αὐτὸ σημαίνει πὼς κατὰ τὴν ἐξομολόγηση πρέπει νὰ φανερώσεις στὸν πνευματικό σου, χωρὶς ν’ ἀποκρύψεις καμιά, ὅλες σου τὶς αἰσχρὲς πράξεις, ἔστω κι ἄν αὐτὸ εἶναι ὀδυνηρό, ἐπαίσχυντο, ἐπονείδιστο καὶ ἐξευτελιστικό. Ἀλλιῶς, ἡ πληγή σου θὰ παραμένει ἀθεράπευτη καὶ θὰ σὲ πονεῖ καὶ θὰ μείνει σὰν προζύμι γιὰ ἄλλες ψυχικὲς ἀδυναμίες ἤ ἁμαρτωλὲς συνήθειες καὶ πάθη. Ὁ ἱερέας εἶναι πνευματικὸς ἰατρός· δεῖξε του τὶς πληγές σου χωρὶς ντροπή, μὲ εἰλικρίνεια, ἀνοιχτά, μὲ υἱϊκὴ ἐμπιστοσύνη, γιατὶ ὁ πνευματικός σου εἶναι ὁ πνευματικός σου πατέρας, ποὺ ὀφείλει νὰ σὲ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπ’ ὅσο σ’ ἀγαπᾶνε οἱ δικοί σου πατέρας καὶ μητέρα, γιατὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑψηλότερη ἀπὸ τὴν σαρκική, τὴν φυσικὴ ἀγάπη· γιὰ σένα ὁ πνευματικός σου θὰ πρέπει νὰ δώσει λογο στὸ Θεό. Γιατί ἡ ζωή μας ἔχει γίνει τόσο ἀκάθαρτη, γεμάτη ἀπὸ πάθη καὶ ἁμαρτωλὲς συνήθειες; Γιὰ τὸν λόγο ὅτι πάρα πολλοὶ ἀποκρύπτουν τὶς πληγὲς ἤ τὰ ἕλκη τῆς ψυχῆς τους, γι’ αὐτὸ καὶ πονᾶνε καὶ ἐρεθίζονται καὶ ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιθέσει κανεὶς σ’ αὐτὲς ὁποιοδήποτε φάρμακο.
.         «Ἄν κάποτε πέσεις, σήκω καὶ θὰ σωθεῖς». Εἶσαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ πάντα πέφτεις σὲ κάποια ἁμαρτία· μάθε νὰ σηκώνεσαι· φρόντισε νὰ ἀποκτήσεις αὐτὴ τὴ σοφία νὰ ἐγείρεσαι. Κι αὐτὴ ἡ σοφία συνίσταται σὲ τοῦτο: Μάθε ἀπ᾽ ἔξω τὸν Ψαλμὸ «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου» (Ψ. 50), τὸν ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνέπνευσε στὸν Προφητάνακτα Δαβίδ. Νὰ τὸ λὲς μὲ εἰλικρινῆ πίστη κι ἐλπίδα, μὲ καρδιὰ συντετριμμένη καὶ ταπεινωμένη· ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ σου μετάνοια, ποὺ θὰ ἔχει ἐκφραστεῖ μὲ τὰ λόγια τοῦ βασιλέα Δαβίδ, αὐτοστιγμεὶ θὰ λάμψει μέσα σου ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ θὰ νοιώσεις εἰρήνη στὶς ψυχικές σου δυνάμεις. Τὸ κυριώτερο πρᾶγμα στὴν ζωὴ εἶναι νὰ ἐμφορεῖσαι ἀπὸ τὸν ζῆλο τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης καὶ νὰ μὴ κρίνεις κανένα. Ὁ καθένας θὰ δώσει λόγο στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του· κι ἐσὺ νὰ κοιτάζεις μέσα σου καὶ νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὴν κακία.
.          «Τὸν (γὰρ) μὴ γνόντα ἁμαρτίαν (τοῦτο εἰπώθηκε γιὰ τὸ Χριστό) ὑπὲρ Ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Β´ Κορ. ε´ 21). Ὕστερα ἀπ’ αὐτό, ἐσὺ εἶσαι ποὺ θὰ ντραπεῖς νὰ ἐξομολογηθεῖς ὁποιασδήποτε ἁμαρτία ἤ νὰ δεχτεῖς τὴν κατηγορία γιὰ ἁμαρτία ποὺ δὲν διέπραξες; Ἄν ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ κατηγορήθηκε γιὰ ἁμαρτία γιὰ χάρη μας, μολονότι ἤτανε ἀναμάρτητος, τότε κι ἐσὺ πρέπει νὰ δεχτεῖς τὴν κατηγορία γιὰ ὅλες σου τὶς ἁμαρτίες μὲ πραότητα καὶ ἀγάπη, γιατὶ ἐσὺ στὴν πραγματικότητα εἶσαι ἔνοχος σὲ σχέση μ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες. Καὶ γιὰ ὅποιες δὲν εἶσαι ἔνοχος, νὰ δέχεσαι τὴν κατηγορία ἀπὸ ταπεινοφροσύνη.
.       Χάρη στὴν πίστη μας καὶ μόνο μετακινοῦνται ὄρη, ποὺ βαραίνουν τὴν καρδιά μας, δηλαδὴ οἱ πιὸ μεγάλες καὶ οἱ πιὸ βαριὲς ἁμαρτίες. Ὅταν οἱ Χριστιανοὶ κατὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν, μερικὲς φορὲς λέγουν: «Δόξα τῷ Θεῷ· ἔπεσε ὁλόκληρο βουνὸ ἀπὸ τοὺς ὤμους μου!».

, , ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΩΣΥΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΡΥΠΑΡΟΤΗΤΑ

ΑΓΙΩΣΥΝΗ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΡΥΠΑΡΟΤΗΤΑ

Τοῦ Πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 09.03.2012

.        Ὁ συνειδητὸς χριστιανὸς διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν κοσμικὸ καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενο ἄνθρωπο. Εἶναι σταθερὸς καὶ συνεπὴς στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ σημαίνει ὅτι κάθε ἡμέρα καὶ κάθε ὥρα δίνει τὴν μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ χριστιανική του ἰδιότητα γίνεται παντοῦ φανερή, μὲ τὰ λόγια του, τὶς πράξεις καὶ τὴν συμπεριφορά του. Πολλοὶ πιστεύουν ὅτι αὐτὸ ἀφορᾶ κυρίως τοὺς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποχρέωση νὰ ὁμολογοῦν τὸν Χριστό… Οἱ λαϊκοὶ δευτερευόντως καὶ μόνο ὑπὸ εὐνοϊκὲς συνθῆκες! Προφανῶς πρόκειται γιὰ πλάνη. Τὸ καθῆκον τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως εἶναι κοινὸ σὲ ὅλους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνατεθεῖ στοὺς κληρικοὺς ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, προκειμένου οἱ δεύτεροι νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, νὰ ζοῦν κοσμικά, χωρὶς ἠθικοὺς φραγμοὺς καὶ ἀναστολές.
.        Στὴν ἐποχή μας εἶναι ἀνάγκη οἱ χριστιανοὶ νὰ ὁμολογοῦν τὴν πίστη τους ἐνώπιον τῶν κοσμικῶν καὶ ἀδιάφορων ἀνθρώπων καὶ νὰ σκέφτονται πάντα ὅτι οἱ καιροὶ τῶν διωγμῶν δὲν ἔχουν περάσει ἀνεπιστρεπτί. Ὑπάρχουν πολλοί, ποὺ διώκουν τὴν Ἐκκλησία, παρόλο ποὺ δὲν εἶναι αὐτοκράτορες καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκδώσουν διατάγματα διώξεως τῶν χριστιανῶν. Χρησιμοποιοῦν βέβαια ἠπιότερους τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ὅμως πετυχαίνουν πολὺ περισσότερα κακά!
.        Ἕνας ἐπίσκοπος, ἀναφερόμενος στὴν μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ πρέπει νὰ δίνουν οἱ χριστιανοὶ στὴν δύσκολη ἐποχή μας, σημειώνει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἂς τὸ ξεκαθαρίσουμε στὸ μυαλό μας. Ζοῦμε σὲ χρόνια κατ᾽ ἐξοχὴν -ἂς τὰ ὀνομάσουμε ἔτσι- ὁμολογιακὰ καὶ μαρτυρικά. Εἶναι ἀνάγκη σὲ κάθε στιγμὴ νὰ παρέχεται ἡ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, μὰ ἀπὸ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπροστὰ καὶ πρῶτοι βέβαια οἱ ἱερεῖς, σὰν καλοὶ ποιμένες, τοὺς ὁποίους ἀκολουθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη τὸ ποίμνιο.Ὅλα ὅσα ἀκούονται καὶ γίνονται στὸν κόσμο, ποὺ δίνουν τὴν εἰκόνα τῆς ὁμαδικῆς παραφροσύνης καὶ μανίας τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν Ἐκκλησία σημαίνουν τὴν ὥρα τῆς ὁμολογίας καὶ τῆς μαρτυρίας. Τῆς μαρτυρίας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ δὲν εἶναι κοσμικὴ δύναμις καὶ δραστηριότης, ἀλλὰ ἁγιωσύνη μέσα στὴν ρυπαρότητα τῆς ἁμαρτίας, δικαιοσύνη μέσα στὸ κράτος τῆς ἀδικίας, λιτότης καὶ ἁγία πτωχεία μέσα στὴν θεωρία τοῦ ὑλικοῦ κέρδους καὶ τοῦ πλουτισμοῦ, πραότης καὶ ἀγάπη μέσα στὴν βάναυση δυναμικότητα καὶ τὸ μίσος».
.        Αὐτὴ τὴν μαρτυρία μπορεῖ νὰ τὴν δώσει μόνο ὁ ἀληθινὸς χριστιανός, ποὺ ἔχει ἀφοσιωθεῖ στὴν Ἐκκλησια καὶ ἀγωνίζεται ἡ ζωή του νὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὶς ἐντολές. Ὁ πιστὸς ἀρνεῖται τὸν συμβιβασμὸ καὶ μὲ τὴν μικρότερη ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ποὺ ἐμποδίζει τὴν πνευματικὴ πρόοδο καὶ ὀρθώνει ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια σὲ κάθε θυσία χάριν τῆς πίστεως. Εἶναι ἀποφασισμένος γιὰ ὅλα. Δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀρνητὲς τῆς πίστεως. Εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ τὰ πάντα, διότι θυμᾶται ὅτι στοὺς πρώτους αἰῶνες οἱ Χριστιανοὶ ὁδηγοῦνταν στὸ μαρτύριο, ἐπειδὴ ὁμολογοῦσαν τὴν πίστη τους. Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ πνεῦμα προσπαθεῖ νὰ ζεῖ περιφρονώντας τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς ἀπειλές.

ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

ΒΑΘΙΑ ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ «Ἄχ! Πῶς ἐμπλέκεται μερικὲς φορὲς ἡ ψυχή μας σὲ διάφορες ἁμαρτίες, ὅπως ἀκριβῶς μπερδεύεται ἕνα πουλάκι στὰ δίχτυα μιᾶς παγίδας! Μερικὲς φορὲς δὲν βλέπεις τρόπο διεξόδου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου· κι αὐτὲς σὲ βασανίζουν. (Ἁγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης,
«Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ»,

μετάφρ. Χαρ. Ἀσσιώτη
ἐκδ. «Τῆνος», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι
σελ. 41-46

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΒΑΘΙΑ ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ

«Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον»
(Ψαλμ. Ν´ 19)

.             «Ἐνέβλεψεν Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ» «καὶ ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς» (Λουκ. κβ´  61-62, Ματθ. κϛ´ 75). Καὶ σήμερα, ὅταν μᾶς κοιτάζει κατὰ πρόσωπο ὁ Ἰησοῦς, κλαῖμε πικρὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ναί, τὰ δάκρυα ποὺ χύνουμε κατὰ τὴν προσευχή, σημαίνουν πὼς ὁ Κύριος μᾶς κοίταξε κατὰ πρόσωπο μὲ τὸ βλέμμα Του, πού ζωοποιεῖ τὰ πάντα καὶ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς». Ἄχ! Πῶς ἐμπλέκεται μερικὲς φορὲς ἡ ψυχή μας σὲ διάφορες ἁμαρτίες, ὅπως ἀκριβῶς μπερδεύεται ἕνα πουλάκι στὰ δίχτυα μιᾶς παγίδας! Μερικὲς φορὲς δὲν βλέπεις τρόπο διεξόδου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου· κι αὐτὲς σὲ βασανίζουνε. Εἶναι μερικὲς φορὲς φοβερὴ ἡ κατάθλιψη καὶ ἡ βαρυθυμία ποὺ βαραίνει τὴν καρδιὰ ἐξ αἰτίας τους· «θὰ ἐμβλέψει» ὡστόσο ὁ Ἰησοῦς σὲ μᾶς καὶ ἄφθονα σὰ ρυάκι θὰ χυθοῦνε τὰ δάκρυά μας καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ ὅλα τὰ συμπλέγματα τοῦ κακοῦ θὰ ξεπλυθοῦν ὁλότελα ἀπ’ τὴν ψυχή μας. Καὶ κλαῖς καὶ χαίρεσαι ποὺ ξαφνικὰ κι ἀπροσδόκητα σοῦ ἐστάλη μιὰ τέτοια χάρη κι ἔλεος· καὶ τότε, πόσο εὔκολα καὶ πόση ἀναπηδάει μέσα στὴν καρδιά σου θέρμη καὶ ζεστασιά! Τόση, ποὺ θ’ ἀποπέταγες ἀκράτητος στὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Θεό! Εὐχαριστῶ μ’ ὅλη μου τὴν καρδιὰ τὸν Κύριο, «τὸν» δωρεὰν «εὐϊλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας μου»! (πρβλ. Ψαλμ. ρβ´ 3).
.         Ἡ σαρκικὴ ἀπόλαυση καὶ ἡ σκληρὴ σὰν πέτρα ἀναισθησία γιὰ καθετὶ τὸ πνευματικὸ καὶ ἅγιο εἶναι πίεση καὶ στενοχώρια ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ διάβολο, μολονότι ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος δὲν τὴν θεωρεῖ πίεση καὶ στενοχώρια, γιατὶ εἶναι διατεθειμένος εὐνοϊκὰ πρὸς αὐτή· ὅσοι ὅμως θέλουν νὰ ζοῦν πνευματικὰ τὴν θεωροῦν τέτοια, γιατὶ αὐτὴ δὲν ἀφήνει νὰ φτάσει ὁ Θεὸς ὣς μέσα στὴν καρδιά μας, δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκχυθεῖ μέσα στὴν καρδιὰ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ζωοποιεῖ καὶ φωτίζει τὴν ψυχή μας. Αὐτὴ ἡ πίεση καὶ στενοχώρια καθιστοῦν ἔτσι τὴν ψυχή μας ἄκαρπη σὲ ἔργα πίστης, ἐλπίδας καὶ ἀγάπης. Καταντᾶς ἔτσι ἄνθρωπος σαρκικός, ποὺ δὲν ἔχει πνεῦμα. Ὤ, πόσο πολύμορφοι εἶναι οἱ κατατρεγμοὶ τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου! Καὶ πόσο θὰ θλιβεῖς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου γιὰ τούτη τὴν σκληρὴ σὰν πέτρα ἀναισθησία καὶ πόσο θὰ κλάψεις ἐνώπιον τοῦ Κυρίου γι’ αὐτή· θὰ περάσει ὅμως ἡ ἀναισθησία ἐκείνη καὶ θὰ ζεσταθεῖ καὶ θὰ μαλακώσει ἡ καρδιὰ καὶ θὰ γίνει ἱκανὴ γιὰ πνευματικὲς θεωρίες καὶ ἅγια συναισθήματα.
.         Ὅταν σταθεῖς νὰ προσευχηθεῖς κι εἶσαι βαρυμένος μὲ πολλὲς ἁμαρτίες καὶ κατειλημμένος ἀπὸ ἀπόγνωση, ἄρχισε νὰ προσεύχεσαι μὲ ἐλπίδα καὶ ζέον πνεῦμα· θυμήσου τότε ὅτι τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς βοηθάει μέσα στὶς ἀδυναμίες μας καὶ «ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. η´ 26). Ὅταν θυμηθεῖς μὲ πίστη αὐτὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τότε δάκρυα κατανύξεως θὰ χυθοῦν ἀπὸ τὰ μάτια σου, στὴν καρδιά σου θὰ νοιώθεις «εἰρήνην», γλυκύτητα, «δικαιοσύνην καὶ χαρὰν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. ιδ´ 17) καὶ θ’ ἀναφωνεῖς ἀπὸ τὴν καρδιά σου «Ἀββᾶ ὁ Πατήρ»!
.             Ὅταν προσεύχεσαι γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου, νὰ ἐνδυναμώνεσαι πάντοτε μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα γιὰ τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι πάντα ἕτοιμο νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅταν ἡ προσευχή μας εἶναι εἰλικρινής· νὰ φοβᾶσαι πάντως μήπως ἡ ἀπόγνωση καταλάβει τὴν καρδιά σου, μιὰ ἀπόγνωση ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ μιὰ βαριὰ ἀπογοήτευση καὶ μελαγχολία στὴν καρδιὰ καὶ μὲ δάκρυα ἀνάγκης, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων. Τί εἶναι οἱ ἁμαρτίες σου, ὅποιες κι ἄν εἶναι αὐτές, μπροστὰ στὸ Θεῖο Ἔλεος, φτάνει νὰ μετανοήσεις γι’ αὐτές! Συμβαίνει ὅμως πολλὲς φορὲς νὰ προσεύχεται ἕνας ἄνθρωπος καὶ μέσα του νὰ μὴν ἐλπίζει μὲ τὴν καρδιά του ὅτι οἱ ἁμαρτίες του θὰ συγχωρηθοῦν, θεωρώντας τις κατὰ κάποιο τρόπο ὑπέρτερες τοῦ Ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Πράγματι δὲ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν παίρνει ἄφεση ἁμαρτιῶν, μολονότι ἀπὸ τὰ μάτια του χύνονται κρουνοὶ δακρύων ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων· καὶ ἔτσι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μὲ θλιμμένη, στενοχωρημένη τὴν καρδιὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Οἰκτίρμονα Θεό· καὶ αὐτὴ τὴν κατάληξη τὴν ἀξίζει· γιατὶ ὁ Κύριος λέγει: «Πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν» (Μάρκ. ια´ 24). Τὸ νὰ μὴ πιστεύεις ὅτι θὰ λάβεις αὐτὸ ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι βλασφημία ἐνατίον Του.
.         Ἁμάρτησες σὲ κάτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; (Κι ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε τόσο πολὺ κάθε μέρα). Τότε, μὲ πίστη στὸν Κύριο, ποὺ προσέχει τὸν λυγμὸ τῆς καρδιᾶς σου, πὲς μέσα στὴν καρδιά σου καὶ μὲ ταπεινωμένη ἐπίγνωση καὶ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν σου, τὸν Ψαλμὸ «Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου»· πές τον ὁλόκληρο μὲ τὴν καρδιά σου· ἄν δὲν φέρει ἀποτέλεσμα μὲ τὴν πρώτη, ἐπανάλαβέ τον, ἀλλὰ τώρα ἀκόμα πιὸ ἐγκάρδια καὶ μὲ περισσότερο συναίσθημα καὶ τότε γρήγορα θὰ καταυγάσει τὴν ψυχή σου σωτηρία καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἔτσι λοιπόν, νἄχεις πάντα συντριβὴ στὴν καρδιά σου· αὐτὸ εἶναι ἕνας ἀληθινὸς καὶ δοκιμασμένος τρόπος γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζεις τὶς ἁμαρτίες σου. Κι ἄν δὲν ξαλαφρώσεις, νὰ μέμφεσαι τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου· γιατὶ αὐτὸ θὰ σημαίνει ὅτι προσευχήθηκες χωρὶς συντριβή, χωρὶς ταπείνωση καρδίας καὶ χωρὶς ἀκλόνητη ἐπιθυμία νὰ λάβεις συγχώρηση ἁμαρτιῶν ἀπὸ τὸν Θεό· αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἔνοιωσες βαθὰ τὴν πληγὴ ποὺ σοῦ προκάλεσε ἡ ἁμαρτία.
.         Ἄλλοι φαίνονται νὰ προσεύχονται στὸν Κύριο, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι στὴν πράξη ὑπηρετοῦν τὸν διάβολο, ποὺ εἶναι φωλιασμένος μέσα στὴν καρδιά τους, διότι προσεύχονται μόνο μὲ τὰ χείλη, ἐνῶ ἡ καρδιά τους εἶναι ψυχρή, δὲν αἰσθάνονται καὶ δὲν θέλουν αὐτὸ ποὺ τὰ χείλη τους ζητοῦν καὶ λένε· «ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει» ἀπό τοῦ Κυρίου (Ἡσ. κθ´ 13). Ὑπάρχουν ἐπίσης πολλοὶ ποὺ κοινωνοῦν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου δίχως εἰλικρίνεια καὶ δίχως νὰ νιοιώθουν δυνατὴ ἀγάπη γι’ αὐτὸ ποὺ κάνουν· τὸ κάνουν μονάχα μὲ τὰ χείλη καὶ τὴν κοιλία, μὲ ὀλιγοπιστία καὶ ψυχρότητα καὶ μὲ τὴν καρδιά τους ἐμπαθῆ γιὰ ἐδέσματα καὶ ποτὰ ἤ γιὰ χρήματα ἤ μὲ ροπὴ πρὸς τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν κακία, τὸ φθόνο καὶ τὴν ὀκνηρία, τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ καρδιά τους εἶναι ἀπομακρυσμένη ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος ἀγάπη, ἁγιότητα, τελειότητα, σοφία καὶ ἄφατη ἀγαθότητα. Τέτοιοι ἄνθρωποι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐμβαθύνουν περισσότερο στὸν ἑαυτός τους, νὰ μετανοοῦν πιὸ βαθιὰ μέσα τους καὶ νὰ σκέπτονται πιὸ βαθιὰ γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ Θεία Μετάληψη. Ἡ ψυχρότητα τῆς καρδιᾶς ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ πρὸς τὴν προσευχή πηγάζει ἀπὸ τὸν διάβολο, ποὺ εἶναι ἡ ψύχρα τοῦ ταρτάρου. Ἐμεῖς ὅμως σὰν τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀγαποῦμε τὸν Κύριο μὲ θερμότατη ἀγάπη. Κύριες, δώρησέ μας αὐτὴ τὴν ἀγάπη, γιατὶ «χωρὶς Σοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν» (πρβλ. Ἰωάν. ιε´ 5). Πράγματι, Σὺ μᾶς ὁδήγησες ἀπό τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη καὶ μᾶς προίκισες μὲ τὰ πάντα.
.             Ἡ θερμὴ καὶ πρόθυμη προσευχή, ποὺ συνοδεύεται μὲ δάκρυα, ὄχι μόνο καθαρίζει τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ θεραπεύει τὶς σωματικὲς ἀδυναμίες καὶ τὶς ἀσθένειες καὶ ἀνανεώνει τὴν ὅλη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀγναγεννᾶ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι· ὁμιλῶ ἀπὸ προσωπικὴ πεῖρα. Ὤ! Πόσο ἀτίμητη δωρεὰ εἶναι ἡ προσευχή! Δόξα σὲ Σένα, Πατέρα τῶν οἰκτιρμῶν, Θεὲ κάθε παρηγοριᾶς καὶ παράκλησης! Δόξα σὲ Σένα, Κύριε, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ τὸ Μονογενῆ, ποὺ μεσίτευσες καὶ ἔλαβες γιὰ μᾶς τὴν δίχως τέλος συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας! Δόξα σὲ Σένα, Πνεῦμα Πανάγιο, τὸ «ὑπερεντυγχάνον ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (πρβλ. Ρωμ. η´ 26), ποὺ μᾶς χαρίζεις τὴν φλογισμένη προσευχὴ μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα, τὴν προσευχὴ ποὺ θερμαίνει τὴν ψυχρὴ ψυχή μας, ποὺ μᾶς δίνεις ἀκόμα τὴν κατάνυξη καὶ τὴν λύπη γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ποὺ μᾶς ἀποκαθαίρεις, μᾶς ἐξαγιάζεις καὶ μᾶς εἰρηνεύεις, μᾶς ἐνισχύεις καὶ μᾶς ἀνακαινίζεις! Δόξα σὲ Σένα, Ἁγία Τριάδα, ἄναρχη καὶ ζωαρχικὴ Ἁγία Τριάς, σὲ Σένα ποὺ εὐλογεῖσαι εἰς τοὺς αἰῶνες ἀπ’ ὅλα τὰ λογικὰ δημιουργήματα!


, , ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικὴ ἐμβάθυνσις εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου

Ἰωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Δ´- τελευταῖο]

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Β´Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-2/

Γ´Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/12/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-3/

.          Ἀλλ᾽ ἡ περιγραφὴ τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἰς τὸν Πατέρα συμπληροῦται διὰ τῆς ἀρνητικῆς εἰκόνος τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Προφανῶς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ὑπογραμμίση ζωηρῶς τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ φαινόμενης συμπεριφορᾶς καὶ μὴ φαινομένης ἐσωτερικῆς ψυχικῆς διαδικασίας ἢ μεταξὺ τυπικῆς θρησκευτικότητος καὶ γνήσιας πνευματικότητος.
.          Ἄλλωστε ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου προσφέρεται ὡς ἀπάντησις πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς, λέγοντας «ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς» (15,2). Τὸ πρῶτον δὲ μέρος τῆς παραβολῆς περιγράφει παραστατικῶς καὶ πλήρως τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνάνηψιν αὐτοῦ καὶ ἐπιστροφὴν εἰς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα. Ἐνῶ τὸ δεύτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προσωπικότητα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, ὑπογραμμίζει τὰς ψυχολογικὰς καὶ πνευματικὰς συνεπείας τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς ἐπιφανειακῆς θρησκευτικότητος, αἱ ὁποῖαι ἀμφότεραι ἐχαρακτήριζον τοὺς κατηγόρους καὶ ἐπικριτὰς τοῦ Κυρίου Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς.
.             Οὕτως ἡ ψυχολογικὴ ἀντίδρασις τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἰς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του ἐμφανίζει τὰ κάτωθι κύρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα προδίδουν ζωηρῶς τὴν ποιότητα τῆς πνευματικότητος αὐτοῦ.

 α) Ψυχικὴν ἀντίστασιν καὶ ἐπιθετικότητα

.          Καθ᾽ ὃν χρόνον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλησιάζει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός του, ἐπιστρέφων ἐκ τοῦ ἀγροῦ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι κάτι ὅλως ἐξαιρετικὸν καὶ ἔκτακτον συμβαίνει ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο ἐρωτᾶ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τὸν πρῶτον ἴσως ὑπηρέτην, τὸν ὁποῖον συναντᾶ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, μεταδίδει εἰς αὐτὸν τὴν χαρμόσυνον πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν πατρικὴν κρίσιν, «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.          Ἡ νεκρανάστασις ἢ παλιγγενεσία αὕτη, ὡς συγκινητικὸν καὶ δὴ συγκλονιστικὸν γεγονός, προκαλεῖ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην εἰς πάντας. Δία τοῦτο εὐλόγως ὁ ὑπηρέτης ἀναμένει τὴν εὐνόητον ἀντίδρασιν. Ἐν τούτοις ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ ὅλως ἀπροσδοκήτως. Εὐθὺς ὡς λαμβάνει τὴν πληροφορίαν ὅτι «ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸ σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν» (στχ. 27), ἀντιδρᾶ ἐπιθετικῶς. Δηλαδὴ «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν».
.             Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ σημαντικὸν καὶ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἡ ἔντονος αὕτη ἁψιθυμικὴ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία, ὡς ψυχικὴ ἀντίστασις, ὁλοκληροῦται διὰ τῆς ἀρνήσεως αὐτοῦ νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν ἑορτάζοντα πατρικὸν οἶκον, προδίδει ζωηρῶς ἀσυνείδητους διαδικασίας ἐν πλήρει δράσει. Ἑπομένως τὸ ἐρώτημα εἶναι εὔλογον, διατὶ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ οὕτω; Διατὶ ἐκδηλοῖ, οἰονεί αὐτόματον ἐπιθετικότητα; Ἴσως ἡ μόνη δυνατὴ ἀπάντησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν, εἶναι ἡ ἰσχυρὰ ἀπώθησις αἰσθημάτων ἐνοχῆς.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο «ἄψογος» θρησκευτικὸς ἄνθρωπος. Ἦτο αὐστηρῶς προσηλωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ πατρός. Τοῦτο μάλιστα, κατὰ τὴν πλήρη ἀγανακτήσεως μομφὴν πρὸς τὸν πατέρα, τονίζει ἰδιαιτέρως. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» (στχ. 27). Ἡ ἐπίκλησις τῶν ὑπηρεσιῶν του αὐτῶν καὶ δὴ τῆς ἀπαραβάτου συνεποῦς ἐκτελέσεως τῶν πατρικῶν ἐντολῶν ὑπογραμμίζει ἐξ ἄλλου τὴν τυποκρατικὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀσώτου πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ.
.             Ἐξωτερικῶς καὶ «τυπικῶς» ἦτο ἀφωσιωμένος πρὸς τὸν πατέρα. Ἀλλ᾽ ἀκριβῶς ἡ «ἄψογος» αὕτη θρησκευτικότης καὶ ἀφοσίωσις καθιστᾶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνεξήγητον τὴν ἐπιθετικότητα καὶ τὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Ἡ θεώρησις ὅμως τῆς ἀρνητικῆς ταύτης ἀντιδράσεως ὑπὸ τὸ πρίσμα τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν συνδέει τὴν ἐπιθετικότητα πρὸς ἀπωθούμενα αἰσθήματα ἐνοχῆς.
.             Οτως αστηρ κα τρόπον τιν πόλυτος προσκόλλησις ες τος θρησκευτικος τύπους προδίδει πολλάκις νευρωτικν καμψίαν, δηλαδὴ παγίωσιν (Fixierung) εἰς ὡρισμένον τρόπον συμπεριφορᾶς καὶ ψυχικῆς ἐνεργείας. Εἰς πολλὰς δὲ περιπτώσεις πόλυτος προσκόλλησις ατη χρησιμοποιεται ς μυντικς ψυχικς μηχανισμός, φειλομένη ες πώθησιν ασθημάτων νοχς. Δι το τρόπου τούτου μύνεται τ τομον συνειδήτως κατ τς συνειδητοποιήσεως τν ασθημάτων ατν.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀναγεγεννημένου ἀδελφοῦ του, ἠσφαλισμένος ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀποκαλύψεως τῶν αἰσθημάτων ἐνοχῆς, τὰ ὁποῖα ἐπιμόνως ἀπωθοῦσε. Ἡ ἀπόλυτος τυπο-κρατική του προσκόλλησις ὑπερήσπιζεν αὐτὸν πλήρως. Ἀλλ᾽ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ, ὡς βιωθεῖσα καὶ συνειδητοποιηθεῖσα ἐνοχή, προκαλεῖ τὴν ἀσυνείδητον ἀντίδρασιν τῆς προσωπικῆς του ἐνοχῆς. Ἐντεῦθεν ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ψυχικὴ ἀντίστασις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄντως διαμετρικῶς ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν μακροχρόνιον («τοσαύτα ἔτη») συνεπῆ προσφορὰν ὑπηρεσίας πρὸς τὸν πατέρα.
.             Ἡ ἀπώθησις τῆς ἐνοχῆς δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱὸν πνευματικὴν πρόοδον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐνῶ οὗτος ἀπὸ πλευρᾶς «τύπων» ἦτο ἄψογος, ἐσωτερικῶς παρέμενεν ἀκαλλιέργητος καὶ ἀνώριμος, λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ἐπιμόνως ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς.

 β) Προβολὴν τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

 .             Εἶναι ἰδιαζόντως χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν ἐπιτίθεται κυρίως κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ πατρός. Διότι πράγματι ἡ ὅλη συμπεριφορὰ αὐτοῦ στρέφεται κατὰ τοῦ πατρός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπῆρξε «τοσοῦτον» ἀφωσιωμένος, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη. Πρὸς τὸν ἀδελφὸν προβάλλει κατ᾽ ἀρχὰς ἀρνητικὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν, μὴ θέλων νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν πατρικὸν οἶκον καὶ νὰ συνεορτάση διὰ τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς νεκραναστάσεως αὐτοῦ.
.             Ἔπειτα δὲ καὶ ἐπιτίθεται κατ᾽ αὐτοῦ διὰ τῆς περιφρονητικῆς ἀντωνυμίας «οὗτος». Ἀλλὰ κατὰ τοῦ πατρός του ἐκδηλοῖ ἄμεσον ἐπιθετικότητα καὶ κατηγορεῖ αὐτὸν ἐπὶ σκληρότητι καὶ στενοκαρδίᾳ. Οὕτως, ὅταν «ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» ὁ πατὴρ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν οἰκίαν, οὗτος ἐξαποστέλλει κατ᾽ αὐτοῦ μύδρους ἐνοχῆς. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ. Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν» (στχ. 29-30).
.             Οἱ λόγοι οὗτοι ἐκφράζουν πράγματι ζωηρῶς τὰ ἐπιθετικὰ αἰσθήματα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Κυρίως δὲ αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας διὰ τῶν λόγων τούτων ἀποδίδει εἰς αὐτὸν ὑπογραμμίζουν τὴν ἐνοχὴν τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ ἐνοχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀντικειμενικῶς πραγματική. Αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀνυπόστατοι καὶ ἑπομένως συνιστοῦν προβολὴν τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ πατρός. Ἡ πρὸς τὸν ἄσωτον ἄφεσις τοῦ πατρὸς προκαλεῖ τὴν δραστηριότητα τῶν ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, τὰ ὁποία, ὡς καυστικὰ βέλη, κατευθύνονται πρὸς τὸν πανάγαθον «ἀφέτην», διότι ὁ πατὴρ εἶναι ὁ αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν δύναται νὰ γευθῆ, ἐπειδὴ ἀκριβῶς, ἐκ λόγων ἀλαζονείας, ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. Οὕτως ἡ πρὸς τὸν πατέρα ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ αὐτοῦ προβάλλει ὄντως τὴν προσωπικήν του ἐνοχήν.

 γ) Ἐπιθυμίαν ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

.             Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀρνητική, θεωρουμένη ὡς ἐπίθεσις κατὰ τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ἔχει αὕτη καὶ θετικὸν χαρακτήρα. Ἐκφράζει τὸν μύχιον πόθον τῆς ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Ἐπιθυμεῖ οὗτος νὰ τύχει τῆς ἀγαθῆς ἐμπειρίας, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐβίωσε. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ εἶναι μία ἀσυνείδητος διαμαρτυρία πρῶτον κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βιώσει μίαν τοιαύτην ἐμπειρίαν.
.             Ἡ ἐπιθετικότης, ἐκ τῆς ἐπόψεως ταύτης, στρέφεται πρωτίστως κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔνοχος, προβάλλεται δέ, λόγῳ τῆς ἀπωθήσεως, ἐπὶ τοῦ πατρός. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἡ ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα ἀποτελεῖ διαμαρτυρίαν κατ᾽ αὐτοῦ, ὅστις ἀκριβῶς εἶναι ὁ μόνος αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν οὗτος διακαῶς ἐπιθυμεῖ. Ἡ ἀμφιδυναμικὴ ὄψις τῆς συμπεριφορᾶς ἢ ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ δικαιώνει ἀσφαλῶς τὴν ἄποψιν τοῦ Caruso, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ νευρωτικὴ συμπεριφορὰ εἶναι μία ἀπόπειρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς «ὀρθοδοξίας εἰς τὴν ζωήν».
.             Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχήν του καὶ ἀντιδρᾶ εἰς τὰς διανθρωπίνας σχέσεις νευρωτικῶς, ἐπιθυμεῖ κατ᾽ οὐσίαν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἠθικῆς ὁλοκληρίας τῆς προσωπικότητός του. Κατέστη νευρωτικός, διότι κατέστη νυπόφορος πώθησις τς νοχς ατο. πομένως ες τν σκοτεινν περιοχν τν συνειδήτων διαδικασιν τς προσωπικότητός του πρεσβυτέρου υο πολανθάνει κα λειτουργία τς νοσταλγίας κα τς πιθυμίας τς θικς κεραιότητος κα θωότητος.
.             Ἡ θετικὴ αὔτη ὄψις τῆς ἐπιθετικῆς ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ σημειοῦται ἐνταῦθα μόνον ὡς δυνατότης πνευματικῆς ἀνανήψεως αὐτοῦ. Ἡ ποιμαντικὴ δὲ σημασία τοῦ γεγονότος τούτου εἶναι ὄντως αὐτονόητος. Ἀλλ᾽ ἡ παραβολὴ τερματίζεται οὕτως, ὥστε ὁ υἱὸς οὗτος νὰ παραμείνη παγιδευμένος εἰς τὴν κατάστασιν τῆς νευρωτικῆς (ἁμαρτωλοῦ) ἀκαμψίας. Διότι ὁ πατὴρ «εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι . . .» (στχ. 31-32). Κατὰ ταῦτα ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ προβάλλει δύο θρησκευτικοὺς τύπους καὶ συγχρόνως δύο διαδικασίας θρησκευτικῆς βιώσεως.
.          σωτος υἱὸς κα πρεσβύτερος δελφς ατο ποτελον δύο θρησκευτικ βιωματικ σύμβολα, τ ποα συγχρόνως κρύπτουν κα ποκαλύπτουν μίαν πραγματικότητα. Προβάλλουν μίαν ὄψιν καὶ ὑποδηλοῦν μίαν ἀσυνείδητον διαδικασίαν. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπογραμμίζουν τ οσιαστικν πρόβλημα το νθρώπου, περ εναι τ πρόβλημα τς νοχς κα ποδεικνύουν θετικς κα ρνητικς τν ρθν λύσιν ατο. Ατη εναι πάντοτε ναγνώρισις κα ποδοχ τς βιωματικς ποστάσεως ατς, ς κριβς μολογεται ες τν 18ον στίχον τς περικοπς.
.          Ἀλλ᾽ ἡ ἀνίχνευσις τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν καὶ ἡ χειραγώγησις τοῦ νευρωτικοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν βίωσιν τῆς τοιαύτης λύσεως ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς τὸν κεντρικὸν στόχον τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Ἐν προκειμένῳ δὲ ἡ συμβολὴ τῶν ψυχολογικῶν σπουδῶν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τούτου εἶναι ἀσφαλῶς λίαν προφανής.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Γ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικὴ ἐμβάθυνσις
εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου
Ἰωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Γ´]

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Β´Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-2/

Ϛ΄.  ΒΙΩΣΙΣ ΑΥΤΟΜΕΙΩΣΕΩΣ
ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΕΞΙΑΣ

.          Ἡ συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς ὑπὸ τοῦ ἀσώτου δὲν τερματίζεται εἰς τὴν παραδοχὴν καὶ τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι μετ τς μολογίας τς νοχς το σώτου πισυνάπτεται κα μολογία τς παρξιακς μπειρίας τς ατομειώσεως κα θικς μειονεξίας. «Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» (στχ. 19).
.          Ἡ ψυχολογικὴ ἀφύπνισις, διὰ τῆς ἐπιστροφῆς εἰς ἑαυτόν, ἄγει τὸν ἄσωτον εἰς τὴν πνευματικὴν νῆψιν, δι᾽ ἧς οὗτος κατανοεῖ τὴν ἀξιολογικὴν βαθμίδα ἐπὶ τῆς ὁποίας κατῆλθε διὰ τῆς ἀσωτείας καὶ τῆς αὐθαιρέτου ἐγκαταλείψεως τῆς πατρικῆς αὐθεντίας. Οὕτως ἡ βίωσις τῆς ἁμαρτίας καὶ δὴ τῆς ἐνοχῆς ἐκφράζεται ὡς συναίσθησις αὐτομειώσεως καὶ ἠθικῆς ἢ ἀξιολογικῆς μειονεξίας.

.          Πρόκειται ἐνταῦθα καὶ πάλιν περὶ «ἀρχετυπικῆς» βιώσεως τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐνοχῆς. Εἰς τὰς φυσιολογικὰς δηλαδὴ ἢ νομίμους διαστάσεις, ἡ βίωσις τῆς ἐνοχῆς εἶναι συγχρόνως καὶ βίωσις ἀξιολογικῆς ὑποβαθμίσεως ἢ μᾶλλον ἡ βίωσις τῆς ἐνοχῆς μόνον ὡς τοιαύτη ἀξιολογικὴ ὑποβάθμισις εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθεῖ.

.          Ἐξ ἄλλου εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικόν, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑποβάθμισις, ὡς ὑπαρξιακὴ πάντοτε ἐμπειρία, ἰσορροπεῖται βιωματικῶς μὲ ἀνάλογον ἰσχυροποίησιν ἢ ἐπέκτασιν τῆς ἀναγνωρίσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀσώτου τῆς ἐξουσίας τῆς πατρικῆς αὐθεντίας. Ὁ ἄσωτος θὰ εἶναι πλήρως ἱκανοποιημένος, ἐὰν ὁ πατὴρ δεχθῆ αὐτὸν καὶ δὴ οὐχὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς πρὸ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς πατρικῆς οἰκίας περιόδου, ἀλλὰ ὑπὸ νέους ὅρους, τοὺς ὁποίους καθιστᾶ παραδεκτοὺς ἡ βαθεία συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. «Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

.          Ὁ «συμβιβασμὸς» οὗτος τοῦ ἀσώτου πρὸς νέας συνθήκας ζωῆς καὶ δὴ πρὸς νέους ἀξιολογικοὺς ὅρους ὑπάρξεως ὑπογραμμίζει, ἐκ τῆς ἐπόψεως τοῦ περιεχομένου τῆς ἐσωτερικότητος τῆς προσωπικότητος, τὴν βαθείαν ἀλλαγήν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ βίωσις τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ἀπεκάλυψεν ἢ κατέστησε πλήρως συνειδητὴν ἡ εἰλικρινὴς συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς.
.          Ἡ τοιαύτη παραδοχὴ ἀλλὰ καὶ ὁμολογία τῆς ἀξιολογικῆς μειονεξίας ἐκ μέρους τοῦ ἀσώτου δεικνύει ἐναργῶς τὴν ἐπιτελεσθεῖσαν οἰονεὶ ψυχολογικὴν (καὶ πνευματικὴν) μετουσίωσιν τοῦ βάθους τῆς προσωπικότητος. Ὡς εἴδομεν δηλαδή, φετηρία τς λης διαδικασίας τς βιώσεως τς μαρτίας σημειώνεται δι μιᾶς κ μέρους το σώτου λαζονικς νεργείας.
.          Οὗτος, αἰσθανόμενος σχεδὸν ὡς ἴσος πρὸς ἴσον, κατὰ τὸν ἀρχικὸν διάλογόν του πρὸς τὸν πατέρα, ἀπαιτεῖ τὸ νόμιμον («τὸ ἐπιβάλον») δικαίωμα αὐτοῦ νὰ διαχειρισθῆ ἀπολύτως ἐλευθέρως τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα. Χειραφετεῖται λοιπὸν ἐκ τῆς πατρικῆς αὐθεντίας καὶ διαχειρίζεται (ἐκδαπανᾶ) τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἐντὸς τοῦ πνεύματος πάντοτε μιᾶς ἀλαζονικῆς διαθέσεως. Ἡ ἐπικρατοῦσα βασικὴ ψυχολογικὴ (καὶ πνευματικὴ) ροπὴ εἶναι ἡ τῆς «ἀτομικῆς» αὐθεντίας, δηλαδὴ ἡ ἐγωιστική.
.          Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ροπῆς ταύτης καὶ καθ᾽ ὃν χρόνον ἐξελίσσεται ἡ βίωσις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀξιολογικὴ ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχολογικὴ «συνείδησις» τοῦ ἀσώτου εἶναι πεπληρωμένη ὑπὸ τῆς «προσωπικῆς» ὑπεροχῆς. Τὴν ψυχολογικὴν δὲ (καὶ πνευματικὴν) κατάστασιν αὐτὴν ἀλλάσσει ἄρδην, «μετουσιώνει», ἡ εἰλικρινὴς ἢ αὐθεντικὴ συναίσθησις τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς.
.          Ἔπειτα ἡ διατύπωσις τῆς φράσεως· «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», εἰς προστακτικὸν τόνον (καθικετευτικὸν) ὑπογραμμίζει, ὡς αἴτημα ἀξιολογικῆς ὑποβαθμίσεως, τὴν ἐμπειρίαν τῆς ταπεινώσεως. Ἡ συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς, συμφώνως καὶ πρὸς πατερικὰ καὶ ἀσκητικὰ πρότυπα, εἶναι ἡ ψυχολογικὴ (καὶ πνευματικὴ) βάσις τῆς βιώσεως τῆς ταπεινώσεως.
.          Καὶ νταῦθα δηλαδ κατανοεται ταπείνωσις χι ς αθαίρετος δικαιολόγητος νοσηρ μειονεξία, λλ πρωτίστως ς κ τς συναισθήσεως τς νοχς προερχομένη μπειρία λλ κα ξίωσις ατομειώσεως κα ξιολογικς πωσδήποτε ποβαθμίσεως. Οτω ταπεινς πράγματι δν εναι κατατρυχόμενος π συμπλεγμάτων μειονεξίας, λόγῳ ψυχικν τραυμάτων κα πωθήσεων, λλ᾽ συναισθανόμενος πλήρως τν νοχν ατο κα ξιν, πως βιώση τν βασικν συνέπειαν ατς, τν ξιολογικν ποβάθμισιν.
.          Διὰ τοῦτο καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ σχετικὴ ἀξίωσις (καθικέτευσις) τοῦ ἀσώτου, «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», ἐκφράζει τὸ βάθος ἀλλὰ καὶ τὰς διαστάσεις τῆς βιώσεως τς ταπεινώσεως, ποία ν τέλει εναι τ αθεντικν ποτέλεσμα τς ελικρινος μετανοίας. Οὕτως εἶναι πράγματι ἡ ψυχολογικὴ (καὶ πνευματικὴ) «μετουσίωσις» οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τῆς δομῆς τῆς ἐσωτερικότητος.
.          Ὁ ἄσωτος βιοῖ πλήρη διαδικασίαν ἐσωτερικῶν ἀλλαγῶν εἰς τὰς σκέψεις, τὰς διαθέσεις καὶ τὰ συναισθήματα αὐτοῦ. Τ κύρια δ σημεα τς λλαγς ταύτης εναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξήρθησαν, ἤτοι: πιστροφ ες αυτν (ἐσωτερικὴ ἀνασύνδεσις τῆς ἀτομικότητος), ξιολογικ παρξιακ ναμέτρησις, συναίσθησις τς νοχς, μολογία ατς, συναίσθησις θικς μειονεξίας κα ταπείνωσις, ὡς θετικὸν πνευματικὸν γεγονός. Τὰ σημεῖα ἀκριβῶς ταῦτα συνθέτουν τὴν ὅλην ψυχολογικὴν (καὶ πνευματικὴν) διαδικασίαν τῆς βιώσεως τῆς μετανοίας.
.          Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην μετάνοια μφανίζεται ς ν δυναμικν ψυχικν κα πνευματικν γεγονός, τ ποον κκινε κ μίας φυπνίσεως κα ὁλοκληροται ες «καινν κτίσιν». Ὁπωσδήποτε δὲ μία τοιαύτη «παλιγγενεσία» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεῖ προϊὸν μόνον τῆς ἀτομικῆς ἀνθρωπίνης προσπάθειας. Διὰ τοῦτο ὁ μυστηριακὸς χαρακτὴρ τῆς μετανοίας καθιερώνει αὐτὴν ἐγκύρως ὡς ἀναγεννητικὸν βάπτισμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναδύεται ὁ καινὸς ἄνθρωπος, «ὁ κατὰ Θεὸν κτισθεὶς ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι καὶ ἀληθείᾳ».
.          Τέλος, ὡς πρὸς τὰ κύρια σημεῖα τῆς ψυχικῆς (καὶ πνευματικῆς) διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου, εἶναι χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ταῦτα κατακλείονται διὰ τῆς πρὸς τὸν πατέρα πορείας καὶ τῆς ἐμπράκτου ὁμολογίας τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. «Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ… εἶπε δὲ ὁ υἱός· Πάτερ ἥμαρτον…» (στχ. 20-21).
.          Τὸ ἰδιάζον νόημα τῆς ὑπογραμμίσεως τῆς πορείας ταύτης ὑπὸ τοῦ Κυρίου δέον ἀσφαλῶς νὰ ἀναζητηθῆ εἰς τὴν σημασίαν τῆς ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς προπαρασκευῆς πρὸς ἐξαγόρευσιν τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς, καὶ ἄρα πρὸς ὁμολογίαν τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας. σωτος, φο βίωσε καθ᾽ αυτν πλήρως τν διαδικασίαν τς μετανοίας κα πιστροφς, πορεύθη πρς τν πατρικν οκον προκειμένου νὰ ξαγορεύση ατν κα νώπιον τοῦ πατρς ατο. Μόνον δ τότε μετάνοια ατη καταξιοται ς γκυρον πνευματικν γεγονς λλαγς καὶ ἀναδημιουργίας.
.          Ἐνταῦθα θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐπισημάνῆ ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι ἡ παραβολὴ δὲν δίδει μόνον τὴν εἰκόνα τοῦ ἐσωτερικοῦ διαλόγου καθ᾽ ἑαυτόν, τὸν ὁποῖον δηλαδὴ ὁ ἄσωτος ἀνέπτυξε συνομιλῶν μεθ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ προσθέτει, ὡς φυσιολογικὸν στοιχεῖον τῆς ὅλης διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου, καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ ὑποδεχομένου αὐτὸν πατρός του. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ… καὶ δραμὼν… κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· Πάτερ, ἥμαρτον.» (στχ. 20-21). Οὕτως ἡ μετάνοια τοῦ υἱοῦ, ὡς ἐσωτερικὴ ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ διαδικασία, δὲν παραμένει ὅλως ἀτομικὸν γεγονός, οἰονεὶ βιούμενον ἐντὸς τοῦ «ταμιείου» αὐτοῦ. Ἐξωτερικεύεται πλήρως διὰ ζώσης φωνῆς ἐνώπιον τοῦ πατρὸς καὶ πιθανῶς τῆς συνοδείας αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι εἷς ἄρχων-πατὴρ θὰ ἐπλαισιοῦτο ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν συνάντησιν μετὰ τοῦ υἱοῦ του, ὑπὸ τῶν στενῶν συγγενῶν ἢ τῶν ἀνωτέρων ἢ ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν αὐτοῦ.
.          Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς προφορικῆς ἐξωτερικεύσεως τῆς ὁμολογίας τῆς ἐνοχῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός, ὀφείλει τις ἀναμφιβόλως νὰ ἐπισημάνη τν βασικν ψυχολογικν (κα πνευματικν) λειτουργίαν το μυστηρίου τς ερς ξομολογήσεως, ποία εναι νώπιον τοῦ πνευματικο πατρς ξαγόρευσις τς προσωπικς νοχς. Κα ξ πόψεως δηλαδ ψυχολογικς δν ξαρκε ν κρυπτ συναίσθησις τς προσωπικς νοχς πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς προσωπικότητος ἐκ τῶν ἀρνητικῶν συνεπειῶν αὐτῆς καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. παιτεται ξ ἅπαντος ξωτερίκευσις τς ν λόγῳ νοχς κα δι το προφορικο μετ το πνευματικο πατρς διαλόγου «ποστασιακ» κμηδένισις ατς. Μάλιστα θὰ ἠδύνατό τις νὰ κατανοήση τὸν ἀμφιδυναμικὸν χαρακτήρα τῆς ἐξωτερικεύσεως ὡς κατά-φασιν καὶ συγχρόνως ἐκμηδένισιν τῆς ἐνοχῆς. Ἡ ἐξωτερίκευσις, ὡς προφορικὴ ὁμολογία καὶ παραδοχὴ αὐτῆς, ἀναγνωρίζει τὴν ὑπόστασιν τῆς ἐνοχῆς ὡς γεγονὸς ἀναντίρρητον, ἐνῶ συγχρόνως, ἀκριβῶς ὡς ἀναγνώρισις ἡ ὁμολογία αὕτη ἐκμηδενίζει πράγματι τὴν ὑποστασιακὴν φύσιν αὐτῆς.
.          Βεβαίως ἐνταυθα ἡ μυστηριακὴ λειτουργία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν «ἐξάλειψιν» τῆς ἐνοχῆς, ἀλλὰ καὶ ψυχολογικῶς, ὡς διδάσκει καὶ ὁ ψυχοθεραπευτικὸς διάλογος, ἡ ὁμολογία τῆς ἐνοχῆς ὑπηρετεῖ μέχρις ὁρισμένου σημείου τὴν ἐξασθένισιν τῶν ἀρνητικῶν ἐπὶ τῆς προσωπικότητος συνεπειῶν αὐτῆς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 31 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.