Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀνάσταση

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[4] «“Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει.» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

Γ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/08/πορεία-πρὸς-ἐμμαούς3/

.          Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴν λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἄγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ δι’ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴν σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.
.          Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὸν ὑπερῶον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴν δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.
.        Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε” καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴν δοκιμασία βγαίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἀγαλλίαση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μιὰ ζεστασιὰ καὶ μιὰ εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: “μενον μεθ μν, μενε μαζί μας κα μες θ μείνουμε μαζί Σου. λλα σχόλια δν θέλουμε πιά. μες θέλουμε ν μείνουμε μαζί Σου. Ατ μς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει.
.         Ὁ πόνος ἔχει νόημα, ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα. Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὴ ζω περιόριστη, αώνια πο ρχίζει π τώρα ερουργεται κα πάρχει στν ρθόδοξη κκλησία, τν μικρ τν λάχιστη κα περιφρονημένη ποία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολικ κκλησία, λπς πάντων τν περάτων τς γς… Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾶ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε.

 ΠΗΓΗ: taxiarhes.blogspot.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[3] «Ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)


Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Γ´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

.      Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, “ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου”, αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πράγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία. Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: “ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σὲ αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική, ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει, καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μὲς τὴν καρδιά του ὅλους.
.       Καὶ ταυτόχρονα ἐνῶ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴν στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, “τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ νοῦς ἄνεισιν“. Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μία νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.
.         Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;
.       Μὰ λέει κανείς: “βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε”. Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος “τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε”. Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴν γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.
.       Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴν ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δύο μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεσθημανῆ, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεσθημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν “κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε”. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

.     Ὁπότε ἕνα πράγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πυραύλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴν ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος. Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν χαρά, ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν ζωή, λέει: “μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες”. Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα…

.             Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δράμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ’ ἀρχὴν δίνει τὴν δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο;

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[2] «Ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Β´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

.            Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους. Καὶ “ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν”. Μετ π τν λόγο, τν ερολογία, φτάσαμε στν ερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστς δν επε τίποτα, λλ τεμάχισε τν ρτο. ν τ κλάσει το ρτου Τν γνώρισαν κα μόλις Τν γνώρισαν γινε φαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι ταν λέμε χάθηκε, ννοομε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε, θὰ τὸν ἔχαναν. Θὰ ἔλεγαν ὅτι “Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ”, θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῶ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως “διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοἰ τους” σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία. Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴν Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν.
.         Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο “ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ”. Ἐὰν τυχν κα μες δν πονέσουμε, ἐὰν τυχν κα μες δν πεθάνουμε, δν σταυρωθομε, δν πρόκειται ν γνωρίσουμε τν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴν δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά. Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴν δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ταν πελπίζεσαι, ταν ψάχνεις, ταν πορεύεσαι, Ατς εναι μαζί σου. Στ συνέχεια θ ρθει καιρός, ταν φτάσεις πι στν κλάση το ρτου, ταν φτάσεις στν πολ πόνο κα εσαι μαζί Του, ν διανοιχτον ο φθαλμοί σου. Τότε Τν βλέπεις, κενος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκς μαζί σου ντάξει λογική μας, ντάξει ναζήτησή μας λλ εμαστε πλασμένοι γι κάτι μεγαλύτερο. ,τι κι ν πετύχουμε μ τ δική μας ναζήτηση, μ τ δική μας γνώση δν μς κανοποιε. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴν δόξα Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, Ο ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 Θεοφάνους Κεραμέως,
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Πρεσβ. Σταύρου Τρικαλιώτη,
«Τὰ Ἕνδεκα Ἑωθινὰ Εὐαγγέλια»,
ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2007,
σελ. 79-87

Ἡ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο.
(Μάρκ. ιϛ´ 2-4)

.           Ὅταν πλέον πέρασε ἡ λύπη τοῦ Σαββάτου καὶ ἐνεργήθηκε τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως καὶ ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σὰν ἀπὸ κάποιο ὁρίζοντα ἀνέτειλε, τότε ἡ τριάδα τῶν ἱερῶν γυναικῶν ποὺ μετέφεραν τὰ ἀρώματα ἔφθασε στὸ ζωηφόρο μνῆμα. «Καὶ πολὺ πρωί, τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ἔρχονται στὸ μνῆμα, μόλις ἀνέτειλε ὁ ἥλιος». Γιατί ἡ Εὕα, ἐπειδὴ ἀπατήθηκε κατὰ τὸ δειλινό, ἐξορίζεται ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀπολαύσεως (παράδεισο). Ἀντίθετα ὅμως, οἱ ἀπόγονοί της σπεύδουν πολὺ πρωὶ νὰ μάθουν τὴν ἀποκατάσταση τῆς πρώτης μητέρας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους (Εὔας), ποὺ ἔγινε μέσῳ τῆς ἀναστάσεως.
.           Σπεύδουν λοιπόν, καθὼς ἀνέτειλε ὁ ἥλιος. Γιατί ὁ ἥλιος σὰν νὰ ἀνέτειλε ἀπὸ τὰ κατώτερα μέρη τῆς γής, δημιούργησε μιὰ καινούργια ἡμέρα γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἀρχικὸ φῶς, ποὺ δημιουργήθηκε τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ἡ ἁμαρτία τὸ ἀμαύρωσε, τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἡμέρα ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δημιούργησε μιὰ παρατεταμένη πρωία. Πράγμα τὸ ὁποῖο, ὅπως ἐγὼ νομίζω, ὁ εὐαγγελιστὴς ἔχει φανερώσει μὲ τὴν ἔκφραση· «καὶ πολὺ πρωί». Γιατί μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ οἱ ψυχὲς δὲν βρίσκονται πλέον φυλακισμένες στὶς σκοτεινὲς κρυψῶνες τοῦ ἅδη. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός θὰ μᾶς κυλίσει τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος»; Ἡ Μαρία λοιπὸν ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, ἡ ὁποία πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἡ ὑπέραγνη Δέσποινα (αὐτὴν δηλαδὴ ὀνομάζουν τὰ Εὐαγγέλια μητέρα Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωσῆ), εἶχαν πάει ἀπὸ πρὶν στὸν τάφο, καὶ δὲν ἦταν ἐντελῶς ἄπειρες ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ ἦταν μὲ πάρα πολὺ φλογερὸ πόθο ἐνισχυμένες, ἔτρεχαν νὰ πάρουν μεγαλύτερη ἐπιβεβαίωση. Ἡ Σαλώμη δέ, ἐπειδὴ ἦλθε στὸν τάφο γιὰ πρώτη φορὰ πρὶν ἀπὸ λίγο χρόνο, γνώριζε ὅτι μία μεγάλη πέτρα ἐμπόδιζε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος. Γιατί ἦταν καὶ αὐτὴ μαζὶ μὲ τὸν κύκλο τῶν γυναικῶν ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὴν Θεοτόκο τὴν ὥρα ποὺ τοποθετοῦσαν τὸ Δεσποτικὸ σῶμα στὸν τάφο καὶ ἔβλεπε ποῦ ἔχει τοποθετηθεῖ, ὅπως ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος μᾶς ἀνέφεραν. Ὁ μὲν Ματθαῖος τὴν γνώριζε ἀπὸ τὰ παιδιά της, ὁ δὲ Μάρκος ἀπὸ τὸ ὄνομά της. Ἐπειδὴ ἀγνοοῦσε τί ἐπακολούθησε, ἀπορεῖ σχετικὰ μὲ τὴν πέτρα· γιατί δικός της ἦταν ὁ λόγος· «Ποιός θὰ μᾶς κυλίσει τὴν πέτρα». Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Μαρίες, ἐπειδὴ πράγματι γνώριζαν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε ἀποκυλιστεῖ, λύνουν τὴν ἀπορία της μὲ τὸ γνέψιμο τῶν ματιῶν· «Καὶ ὅταν σήκωσαν τὰ μάτια τους, βλέπουν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε κυλιστεῖ»· γιατί μὲ τὸ «ὅταν σήκωσαν τὰ μάτια τους», δήλωσε τὸ δείξιμο μὲ τὸ γνέψιμο (νεῦμα) τῶν ὀφθαλμῶν. Φανερώνεται ἐπίσης καὶ τὸ μέγεθος τῆς πέτρας, ὅταν λέει· «ἦταν δὲ (ἡ πέτρα) πάρα πολὺ μεγάλη», καὶ ἀποδεικνύοντας ὅτι τὴν πέτρα δὲν τὴν κύλισαν τυμβωρύχοι καὶ κλέφτες, προσπαθώντας νὰ κλέψουν τὸ νεκρό, σύμφωνα μὲ τοὺς συκοφάντες ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν στὸν Πιλάτο· «Μήπως ἀφοῦ ἔλθουν οἱ μαθητές του κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, τὸν κλέψουν». Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ τάφος ἐκεῖνος ἦταν σπηλιὰ κατασκευασμένη μὲ ἀνθρώπινα χέρια, τῆς ὁποίας τὴν εἴσοδο ὁ Ἰωσὴφ εἶχε κλείσει μὲ τὴ μεγάλη ἐκείνη πέτρα, ποὺ τὴν ἔσυρε μὲ τὴν βοήθεια πολλῶν ἀνθρώπων, οὕτως ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ πολλοὺς εὔκολα νὰ μετακινηθεῖ. Ἐπιπλέον ἦταν σημαδεμένος καὶ μὲ τὶς σφραγίδες. Ἀλλὰ ἦταν ἀληθινὰ πάρα πολὺ μεγάλος αὐτὸς ποὺ εἶχε μετακινήσει τὴν πέτρα· γιατί τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸ «Ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη» νὰ τὸ ἐκλαμβάνεις καὶ ἔτσι.

«Οἱ Μυροφόρες ἀντικρύζουν τὸν λαμπροφορεμένο ἄγγελο»
(Μάρκ. ιϛ´ 5)

.           «Καὶ ὅταν μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕνα νέο μὲ λευκὴ στολὴ νὰ κάθεται στὰ δεξιά, καὶ τὶς κατέλαβε φόβος καὶ ἔκπληξη». Ὅταν εἶδαν οἱ γυναῖκες τὴν πέτρα μετατοπισμένη ἀπὸ τὸ ζωηφόρο μνῆμα, μπαίνουν ἀμέσως πρὸς τὰ μέσα· καὶ ὅταν ἀντίκρυσαν ἕνα ἀπροσδόκητο θέαμα ποὺ τὶς ἔφερε σὲ ἀμηχανία, τὶς κατέλαβε τρόμος καὶ ἔκπληξη, γιατί εἶδαν ἕνα λευκοφορεμένο νέο στὰ δεξιὰ τοῦ τάφου καὶ σάστισαν ἀπὸ τὴν ἐκπληκτικὴ μορφή του. Σημαίνει δὲ «θάμβος» κάποιο φόβο ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ ἕνα ἀσυνήθιστο θέαμα. Τὸ ὅτι ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὰ δεξιὰ τοῦ τάφου, ἦταν ἐνδεικτικὸ ἑνὸς αἴσιου γεγονότος καὶ μηνύματος. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Γαβριήλ, ὅταν ἀναγγέλλει στὸ Ζαχαρία τὴν εὐχάριστη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου, παρουσιάζεται στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ θυσιαστηρίου. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ λευκὸ χρῶμα τῆς στολῆς (τοῦ ἀγγέλου), αὐτὸ φανερώνει τὴν λαμπρὴ καὶ ὁλοφώτεινη ἀνάσταση. Ἡ δὲ νεανικότητα τῆς ἀγγελικῆς μορφῆς φανέρωνε ὅτι ἡ μορφὴ τῶν ἀγγέλων βρίσκεται πάντοτε καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴν ἄνθισή της. Γιατί τὰ θεῖα τὰ χαρακτηρίζει πάντοτε ἡ νεανικότητα, μιὰ καὶ δὲν συμμετέχουν στὴν διαδικασία τῆς γήρανσης καὶ βιώνουν τὴν θεϊκὴ μακαριότητα.

«Ὁ ἄγγελος ἀναγγέλλει τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ»
(Μάρκ. ιϛ´ 6-7)

.           «Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε·  μὴν τρομάζετε·  ξέρω ὅτι ψάχνετε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὸν ἐσταυρωμένο». Πρῶτα ὁ ἄγγελος καταπραΰνει τὸν φόβο, ἀπαλλάσσοντας τὶς γυναῖκες ἀπὸ τὸν τρόμο ποὺ εἶχε καταλάβει τὶς ψυχές τους. Ἔπειτα, ἐπειδὴ γνώριζε πολὺ καλὰ καὶ τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία εἶχαν πάει στὸ μνῆμα, τοὺς λέγει· «Ξέρω ὅτι ψάχνετε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, τὸν ἐσταυρωμένο». Ἀλλὰ γιὰ ποιό λόγο, ἀφοῦ ἄφησε τὶς ὑψηλὲς σκέψεις ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεό, μὲ τὶς ὁποῖες φανερώνεται ἡ Θεότητα τοῦ Λόγου, χρησιμοποίησε τὰ ταπεινὰ αὐτὰ λόγια; Ἴσως γιὰ νὰ ἀποδοκιμάσει τὶς σκέψεις τῶν γυναικῶν. Γιατί δὲν τὸν ἀντιμετώπιζαν ὁλοκληρωτικὰ ὡς Θεό. Ἐὰν συνέβαινε αὐτό, δὲν θὰ εἶχαν ἔλθει νὰ τὸν ἀλείψουν μὲ ἀρώματα. Αὐτὸ ποὺ τοὺς λέγει, σημαίνει τοῦτο· αὐτὸν ποὺ ἐσεῖς θεωρεῖτε ὡς ἁπλὸ ἄνθρωπο προσέχοντας μόνο ὅ,τι φαίνεται -δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, αὐτὸν ποὺ δέχθηκε σταυρικὸ θάνατο γιὰ τὴν σωτηρία μας- αὐτὸς ἀναστήθηκε. Δὲν εἶναι τέτοιου εἴδους, ὅπως τὸν θεωρεῖτε. Γιατί τὸ “ὧδε” πρέπει νὰ νοηθεῖ ὡς “οὕτως”, γιὰ νὰ σημαίνει: δὲν εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν θνητῶν κατὰ τέτοιο τρόπο, ποὺ ἐσεῖς νομίζετε. Γιατί ὑπῆρχε σὲ κάθε τόπο, χωρὶς νὰ περιορίζεται σ’ ἕνα τόπο ὡς Θεὸς ποὺ ἦταν καὶ κάλυπτε μὲ τὴν παρουσία του τὰ πάντα. Ὅταν πλέον τὶς μύησε στὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως, τὶς ἔστειλε στοὺς ἀποστόλους μὲ τὴν ἀποστολὴ νὰ μεταφέρουν σ’ αὐτοὺς τὴν χαρούμενη εἴδηση.

«Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Πέτρου»
(Μάρκ. ιϛ´ 7)

«Πηγαίνετε καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο». Γιατί ἀφοῦ εἶπε· «πεῖτε στοὺς μαθητές του», προσέθεσε, «καὶ στὸν Πέτρο»; Ἐπειδὴ ὁ ἀκλόνητος ἐκεῖνος στύλος, ὅταν ταλαντεύτηκε γιὰ λίγο, ἀρνήθηκε τὸν Δεσπότη· ὅταν ὅμως κατανόησε τὴν πτώση του, ἔκλαψε πικρά. Καὶ τὴν συνείδησή του βασάνιζαν τέτοιου εἴδους τύψεις καὶ ἦταν ταραγμένος ἀπὸ τὴν λύπη κι ὁ νοῦς του ἦταν γεμάτος ἀπὸ ἔννοιες, ἐπειδὴ δὲν γνώριζε ἂν τὸν συγχώρησε ὁ Θεός. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε αὐτὴ τὴν ἀμφιβολία, δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ συναριθμεῖται στὸν κύκλο τῶν ἀποστόλων. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ ἀνέφερε τοὺς μαθητὲς ὁ ἄγγελος, προσθέτει καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Πέτρου, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ ὁ Πέτρος τὸ κέρδος ἀπὸ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσε, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων δὲν ἔχασε τὴν θέση του μεταξὺ τῶν μαθητῶν.

«Γιατί οἱ μυροφόρες ἀποσιωποῦν τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ;»
(Μάρκ. ιϛ´ 7-8)

.           Γιὰ νὰ γίνει πιστευτὴ ἡ ἀλήθεια τῆς ὀπτασίας καὶ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, τὶς προτρέπει ὁ ἄγγελος νὰ ἀναγγείλουν τὴν εὐχάριστη εἴδηση, κάτι ποὺ μόνοι οἱ μαθητὲς γνώριζαν. Γιατί τοὺς λέει· «ὅτι πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴ Γαλιλαία· ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς εἶπε.». Γιατί ὁ Σωτήρας εἶχε ὑποσχεθεῖ στοὺς μαθητὲς πρὶν τὸ πάθος, ὅτι θὰ τὸν δοῦν στὴν Γαλιλαία μετὰ τὴν ἀνάστασή Του. Ἐκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ἐξετασθεῖ εἶναι τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: πῶς ὁ θεόπνευστος Λουκᾶς λέει ὅτι οἱ γυναῖκες ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς μαθητές; ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀνέφερε ὅτι ἡ Μαγδαληνὴ πῆγε νὰ τὰ ἀναγγείλει σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν μείνει μαζί Του καὶ ποὺ πενθοῦσαν καὶ ἔκλαιγαν; Ἐδῶ ὅμως ἀναφέρει: «ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνῆμα, καὶ δὲν εἶπαν σὲ κανέναν τίποτε, γιατί φοβόντουσαν». Οἱ μαθητές, ὅταν ἄκουσαν τὶς πρῶτες ὁράσεις τῶν γυναικῶν -τὶς ὁποῖες ἐξιστόρησαν ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Λουκᾶς- δὲν πίστεψαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐμφανίσθηκε στοὺς ἕνδεκα, ἐνῶ καθόντουσαν στὸ τραπέζι, ἔψεξε τὴν ἀπιστία τους. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, ἐπειδὴ οἱ γυναῖκες φοβόντουσαν, μὴ φανοῦν πάλι οἱ μαθητὲς ἄπιστοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ πρίν, ἀποσιωποῦν τὴν ἀποκάλυψη. Φοβόντουσαν μήπως γίνονταν αἰτία μεγαλύτερης καταδίκης γιὰ τοὺς μαθητές, ἀφοῦ γιὰ ὁράσεις ὁλοκάθαρες καὶ ἐπαναλαμβανόμενες δυσπιστοῦσαν.

«Οἱ μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως τῶν πιστῶν»
(Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)

.           Αὐτὲς λοιπὸν τὶς ἔνθεες καὶ μακάριες γυναῖκες, ἂς μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς μὲ ζέση. Καὶ ἄλλος μὲν ἂς ἐπιδεικνύει ζῆλο μιμούμενος τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ ὅσον ἀφορᾶ στὴν πράξη. Καὶ ὅπως ἐκείνη ὅλη τὴν νύκτα παρέμενε μὲ εὐχαρίστηση στὸν τάφο, ἐρευνώντας ἀπὸ κοντὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἔτσι κι ἐκεῖνος ἂς ἐπιζητεῖ σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ τὴν ἀνάσταση τοῦ λόγου ποὺ βρίσκεται μέσα του πεθαμένος. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θέλει νὰ μιμηθεῖ τὴν Μαρία τοῦ Ἰακώβου, ἂς προσηλώνει τὸν νοῦ του στὸ θεωρητικὸ μέρος. Αὐτὸς ἂς ἀσχοληθεῖ σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ μὲ τὴν μελέτη τῶν θείων ἐννοιῶν, καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ γνώση ἂς γεννήσει μέσα του τὸν λόγο καὶ ἂς καρπώνεται τὴν συγγένεια ποὺ ἔχουμε μὲ τὸν Θεὸ κατὰ χάρη. Γιατί ὁ Σωτήρας μας, μᾶς λέει· «Μητέρα καὶ ἀδελφοί μου εἶναι ὅσοι ἐφαρμόζουν τὸ θέλημά μου». Τέλος ἂς μιμηθεῖ τὴν Σαλώμη ἐκεῖνος ποὺ ὡς πρὸς τὴν ἀναζήτηση τοῦ καλοῦ ἀποδείχθηκε ράθυμος στὴν νεανική του ἡλικία, γιατί ἦταν βυθισμένος στὸν ὕπνο τῆς ραθυμίας. Αὐτὸς λοιπόν, ὅταν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, δηλαδὴ ὅταν θὰ τὸν φωτίσει τὸ θεῖο φῶς, ἂς ἀποδιώξει τὴν ραθυμία καὶ ἂς συγκαταριθμήσει τὸν ἑαυτό του στὴν χορεία ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἐντρυφήσει στὸ ἀγαθό. Τὸ ὄνομα Σαλώμη ἑρμηνεύεται «εἰρηνικὴ» καὶ δηλώνει τὴν ἀγαθὴ ψυχὴ ποὺ νίκησε τὰ πάθη καὶ εἰρηνεύει, ὅσο μπορεῖ. Αὐτὲς λοιπὸν ἀφοῦ μιμηθοῦμε σχετικὰ μὲ τὴν γνώση τοῦ λόγου, ἂς ζητήσουμε ὁλοπρόθυμα, ὅταν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὅταν φωτιστεῖ δηλαδὴ τὸ ἡγεμονικὸ τῆς ψυχῆς μας, καὶ διασκορπιστεῖ σὰν τὸ σκοτάδι ἡ ἄγνοια τῶν λογισμῶν. Ἐὰν λοιπὸν συμπεριφερθοῦμε ἔτσι, θὰ δοῦμε τὴν καρδιά μας νὰ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν σκλήρυνσή της, σὰν νὰ σηκώνεται μία πέτρα. Ὅταν δὲ μαλακώσει ἡ καρδιά μας, θὰ φανεῖ σὲ μᾶς ὁ ἄγγελος, ἡ κίνηση δηλαδὴ τῆς συνειδήσεως, ποὺ θὰ μᾶς ἀναγγέλλει τὴν ἀνάσταση τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶχε νεκρωθεῖ μέσα μας. Ἂς γίνουμε λοιπὸν στοὺς ἄλλους διδάσκαλοι τοῦ καλοῦ, σὲ ὅσων ἡ ἀκοὴ πείθεται στὴν ἀκρόαση τῶν θείων λόγων. Σὲ ὅσους ὅμως θεωροῦν ὅτι ἡ θεία διδασκαλία εἶναι ἀνοησίες, ἂς μὴν ποῦμε σὲ κανέναν τίποτα. Γιατί δὲν εἶναι θεμιτὸ νὰ ἀποκαλύπτουμε τὰ θεῖα μυστήρια στοὺς ἀπίστους, αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς ἀξιωθήκαμε νὰ δοῦμε. Ἔτσι θὰ ἀποφύγουμε καὶ ὁ λόγος νὰ εἶναι ἀνώφελος καὶ μεῖς νὰ γίνουμε γι’ αὐτοὺς αἴτιοι μεγαλύτερης καταδίκης. Καὶ ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, ποὺ μᾶς ζωοποίησε μὲ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, αὐτὸς ἂς μᾶς ἀναστήσει καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, κι ἂς μᾶς ἀξιώσει νὰ κληρονομήσουμε τὴν βασιλεία του. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΩΜΟΝ ΤΑΦΗΝ [2] «Ζητεῖτε ἐκεῖνον ποὺ ζητεῖ αὐτοὺς ποὺ τὸν ζητοῦν»

Λόγος Γρηγορίου, Πατριάρχου ντιοχείας,

«ες τς Μυροφόρους κα ες τν θεόσωμον ταφν το Κυρίου μν ησο Χριστοῦ,
κα ες τν ωσφ τν π ριμαθαίας
κα ες τν τριήμερον νάστασιν το Κυρίου μν ησο Χριστο
»

[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 
«Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 47 καὶ ἑξῆς.

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/28/εἰς-τὰς-μυροφόρους-καὶ-εἰς-τὴν-θεόσ/

.         Ἔφθασε λοιπὸν γρήγορα στὸν δεσποτικὸν τάφον ὁ ἄγγελος. Δὲν ἐτόλμησε νὰ παρακούση τοῦ Κυρίου τὸ πρόσταγμα. Καὶ πρῶτα μέν, ὅταν ἔφθασε, ἐτίναξε συθέμελα τὴν γῆ γιὰ νὰ ξυπνήση τοὺς φύλακες, καὶ ἔχοντάς τους μάρτυρες νὰ τοὺς φανερώση τὴν αἰτία γιὰ τὴν ὁποίαν ἦλθε. Κατόπιν, καθὼς αὐτοὶ ἐκοιτοῦσαν, ἐκύλισε τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ μνημείου καὶ ἐκάθισε ἐπάνω της καταγελώντας τὶς σιδερένιες σφραγίδες, καὶ βλέποντας ἐπιτιμητικῶς τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐνεπιστεύθησαν στὴν πέτρα τὴν ἀσφάλεια. «Ἦν δὲ ἡ μορφὴ αὐτοῦ ὡς ἀστραπή». Πράγματι, ὅπου δὲν ὑπάρχει νέφος ἁμαρτίας γιὰ νὰ σκιάση, ἐκεῖ ἡ λαμπρότης τῆς μορφῆς εἶναι πολλή. «Καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιῶν». Διότι εἶχε τὴν μορφὴ καὶ τὴν στολὴν ἀνταξία τῶν γεγονότων ποὺ ἔμελλε νὰ διακηρύξη. Ἐπειδὴ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ χαρμοσύνου γεγονότος νὰ εἶναι σὲ ὅλα του χαροποιός. Ἀφοῦ κατέπληξε ἀπὸ τὸν πολὺ φόβο τοὺς φύλακες καὶ σχεδὸν ἐνέκρωσε ὅλους τους παρόντες Ἰουδαίους, «γιατί φοβεῖστε», τοὺς ἔλεγε, «Φαρισαῖοι, γιατί τρέμετε καὶ πέσατε ὅλοι μὲ τὰ πρόσωπα κάτω σὰν νεκροί; Σ’ ἐμένα τὸν δοῦλο νεκροὶ καὶ στὸν Δεσπότη τολμηροί; Ἐγὼ ὁ στρατιώτης σᾶς ἐφάνηκα φοβερός, καὶ ὁ Βασιλεὺς τῶν Οὐρανῶν εὐκαταφρόνητος; Τὴν παρουσία ἑνὸς ἀγγέλου δὲν τὴν ἀντέχετε, καὶ πῶς ἐφανταστήκατε ὅτι θὰ ἀποδυναμώσετε τὴν ἐνέργεια τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ἀγγέλων; Ἀφοῦ δὲν εἶστε σὲ θέση νὰ ἐμποδίσετε ἐμένα τὸν οὐράνιον ἐργάτη νὰ μετακινήσω τὴν πέτρα, πῶς θὰ ἠμπορούσατε νὰ ἐμποδίσετε τὸν τεχνίτη ὅλης τῆς κτίσεως ποὺ θέλει νὰ ἀνακαινίση τὸν ναὸ τοῦ σώματός του; Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐμποδίσετε τὸ δημιούργημα καὶ ἐπιχειρεῖτε νὰ ἀντισταθῆτε στὸν ποιητή; Ἀλλὰ σηκωθῆτε καὶ κοιτάξτε γύρω σας προσεκτικά: Μήπως ὁ Πέτρος εἶναι τώρα μαζί μου; Μήπως κάποιος ἀπὸ τοὺς ἁλιεῖς κλέβει μαζὶ μὲ ἐμένα τὸν νεκρό; Μήπως ἔχει ὁ Θεὸς ἀνάγκη βοηθοῦ; Μήπως χρειάζεται συνεργάτην ὁ Θεὸς Λόγος γιὰ τὴν ἀνάσταση τῆς ἰδικῆς του σαρκός;»
.         Αὐτὰ εἶπε στοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς φύλακες καί, ἀφήνοντάς τους νὰ σπαρταροῦν στὸ ἔδαφος, ἔστρεψε πρὸς τὶς γυναῖκες τὸ πρόσωπο. Καὶ πρῶτα μὲν τὶς ἄφησε νὰ ἀπολαύσουν ἕνα βλέμμα ἥμερο καὶ ἱλαρόν. Ἔπειτα ἀπέβαλε τὸν φόβο τῆς ψυχῆς τους φωνάζοντάς τους: «Μὴ φοβεῖσβε ὑμεῖς». Αὐτοὶ νὰ δειλιάσουν καὶ νὰ φοβηθοῦν, ἐπειδὴ εἶναι ἐχθροὶ καὶ πολεμοῦν. Σεῖς ὅμως μὴ φοβεῖσβε, ἀλλὰ νὰ σκιρτᾶτε καὶ νὰ χαίρετε, ἐπειδὴ οἱ πράξεις σας ἀξίζουν βραβεῖα. Σεῖς μὴ φοβεῖσθε. Ἀφοῦ σὲ μία Δεσποτείαν ἀνήκουμε, δοξάζουμε τὸν ἴδιο Κύριο. «Οδα τι ησον τν σταυρωμένον ζητετε». Δν επε «ησον τν νεκρόν». φο τότε δν ταν νεκρός, λλ «ησον τν σταυρωμένον», αὐτὸν ποὺ γιὰ σᾶς κατεφρόνησε τὴν αἰσχύνην τοῦ σταυροῦ. Ζητετε κενον πο ζητε ατος πο τν ζητον. «Ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν». Ζητεῖτε αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἐγγὺς τῶν ἐπικαλουμένων αὐτόν». Γνωρίζω ὅτι τὸν Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε. «Οὐκ ἔστιν ὧδε», δὲν εἶναι ἐκεῖ ποὺ νομίζετε. Δὲν εἶναι ἐκεῖ ὅπου τὸν εἶχαν τοποθετήσει.
.         Τί λέγεις, ἄγγελε; Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ Δεσπότης μας καὶ Κύριος; Δὲν εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῶν δακρύων μας ἐδῶ; Ματαίως τὸν ἐπενθήσαμε; Ματαίως τοῦ προσεφέραμε αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν στοὺς νεκρούς; Δὲν εἶναι ἐδῶ; Τὸν μετέφεραν πάλι κάπου ἀλλοῦ οἱ πονηροί; Ἐφθόνησαν καὶ τὴν ταφή του, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν φθονήσει τὴν ζωή του; Δὲν εἶναι ἐδῶ; Ἀλλὰ ποῦ εἶναι; Εἰπέ μας, σὲ παρακαλοῦμε, γρήγορα. Στήριξε τὶς ψυχές μας ποὺ τρέμουν. Μὴ προσθέσης πένθος ἄλλο στὸ πένθος μας. Δεῖξε μας τὸν τόπο τοῦ νεκροῦ ποὺ ἀναζητοῦμε, ὥστε τρέχοντας γρήγορα ἐκεῖ νὰ ἀφήσωμε τὴν λύπη νὰ ξεχυθῆ ἀπὸ τὰ μάτια μας.
.         Καὶ ὁ ἄγγελος εἶπε: «Θέλετε νὰ μάθετε ποῦ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀναζητεῖτε καὶ πῶς ἀνέστη; Θὰ σᾶς διηγηθῶ ἐγώ, ἐπειδὴ γι’ αὐτὸ μὲ ἔστειλε σὲ σᾶς ὁ ἴδιος ὁ νεκρὸς ποὺ ζητεῖτε, γιὰ νὰ σᾶς διδάξω τὴν Ἀνάσταση, καὶ νὰ θεραπεύσω τὶς ψυχές σας καὶ τὰ δάκρυα νὰ σταματήσω καὶ νὰ σᾶς τονώσω εὐφραίνοντάς σας μὲ τὴν διήγηση. «Ἠγέρθη, καθὼς εἶπε». Ἀλήθευσε καὶ τώρα, ὅπως συνήθως, ἡ Ἀλήθεια, καὶ αὐτὰ ποὺ εἶπε μὲ τὰ λόγια, τὰ ἐξεπλήρωσε μὲ τὰ ἔργα. Ἡ ἀθάνατος θεότης του δὲν ἔπαψε νὰ ζῆ. Καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου τῆς σάρκας, τὸ θνητόν του σῶμα, κλείνοντας τοὺς σωματικούς του ὀφθαλμούς, ἐδέχθη τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου. «Ἀναπεςὼν γὰρ ἐκοιμήθη ὡς λέων» βασιλικῶς, ἐξέφυγε ὅμως καὶ ἐξῆλθε ἀπὸ ἐδῶ θεοπρεπῶς. Δὲν ἀντελήφθησαν οἱ φύλακες τὴν διέλευση ἐκείνου ποὺ ἐφρουροῦσαν. Διότι δὲν ἦσαν ἄξιοι αὐτὸν τὸν ὁποῖον ἐπολεμοῦσαν νὰ τὸν ἰδοῦν ἀναστημένο. Δὲν ἐμπόδισε ὁ τάφος τὴν Ἀνάσταση τοῦ Παντοδυνάμου. Δὲν κατέστη δυνατὸν στὸν θάνατο νὰ δέση αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχουν δέσει οἱ ἁμαρτίες. Ὑπεχώρησε χωρὶς νὰ θέλη ὁ τύραννος στὸν Βασιλέα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅδης ἔτρεμε ἀπὸ τὸν φόβο του. Οἱ θυρωροὶ τοῦ Ἅδου, πετώντας τὰ κλειδιὰ καὶ ἀνοίγοντας τὶς πύλες, δὲν ἐτόλμησαν νὰ εἰποῦν τίποτε σὲ κανέναν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀνεστήθησαν μαζί του. Ἀνέστη, λοιπόν, καθὼς εἶπε. Πῶς νὰ σᾶς διηγηθῶ τὰ ἀνέκφραστα; Πῶς νὰ κηρύξω αὐτὰ ποὺ νικοῦν κάθε λόγο καὶ νοῦ; Πῶς νὰ ἐξηγήσω τῆς Δεσποτικῆς Ἀναστάσεως τὸ μυστήριον; Καὶ ὁ Σταυρὸς μυστήριον εἶναι. Καὶ ὁ τριήμερός του θάνατος μυστήριον. Καὶ ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τὸν Σωτήρα εἶναι μυστήρια. Διότι, πως γεννήθη «κεκλεισμένων τν θυρν» τς παρθενίας, τσι νέστη μ κλεισμένον τν τάφο. Κα πως γεννήθη πρωτότοκος π τν μητέρα μονογενς Υἱὸς το Θεο, τσι μ τν νάστασή του γινε πρωτότοκος τν νεκρν. πως, λοιπόν, δν λυσε τν παρθενία τς Παρθένου μητέρας μ τν γέννησή του, τσι δν λυσε τς σφραγίδες το μνήματος μ τν νάστασή του. Οὔτε λοιπὸν τὴν γέννησή του ἠμπορῶ σὲ λέξεις νὰ περιλάβω, οὔτε τὴν φυγὴ ἀπὸ τὸ μνῆμα νὰ καταλάβω. Βλέπω τὸν τόπο τῆς Ἀναστάσεως, καὶ προσκυνῶ τὴν Ἀνάσταση. Δν πολυεξετάζω τν νάσταση. Προσκυν τν τόπο το θαύματος, ν κα δν ντιλαμβάνομαι τν τρόπο το πράγματος. Αὐτὰ ποὺ βλέπω, ἐκεῖνα θέλω νὰ σᾶς ὑποδείξω. «Δετε, δετε τν τόπον που κειτο Κύριος». Γι’ ατ μετετόπισα τν λίθο. χι γι ν χαρίσω πύλη ξόδου στν ησο. Δν εχεν νάγκην π τν δική μου βοήθεια βοήθεια τν πάντων. πειδ κρογωνιαος λίθος, πρν ποκυλίσω τν λίθο, πως θέλησε, νεπήδησε. λλ τ καμα γι ν ξετάσετε σες τν τόπο, κα ν νυμνήσετε τν ναστημένο Χριστό. «Δετε δετε τν τόπο που κειτο Κύριος». δετε τώρα τν τόπον, κα σ λίγο θ δτε κα τν παράδοξο καρπ το τόπου. λτε ν δτε τν τόπον που διάβολος δέχθη τν καίρια πληγή. λτε ν δτε τν τόπο στν ποον γράφη τ συμβόλαιο τς δικς σας ναστάσεως. λτε ν δτε τν τόπο στν ποο πέθανεν θάνατος. λτε ν δτε τν τόπο στν ποον σπάρη σπορος κόκκος το σώματος κα βλάστησε τ πλούσιο στάχυ τς θανασίας. λτε ν δτε τν τόπο πο εναι πι εχάριστος π λους τοὺς παραδείσους. λτε ν δτε τν τόπο πο εναι λαμπρότερος π κάθε βασιλικ νυμφικ κοιτώνα. λτε ν δτε τν τάφο πο χωρς φων διακηρύττει το θαμμένου τν δύναμη. Σκύψετε ν δτε τ μνμα πο γινε πύλη τς φθάρτου ζως. Σκύψετε ν δτε τ σπήλαιον π τ ποο μεταφερθήκατε στν ορανό. Σταματῆστε τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα. Λέγετε στὸν θάνατο χορεύοντας: «Ποῦ σου θάνατε τὸ κεντρί; Ποῦ σου ἅδη τὸ νίκος;». «Καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε. Ἰδού, εἶπον ὑμῖν». Κοιτάξτε μὴν κρύψετε τὸ θαῦμα στὴν σιωπή. Δὲν εἶναι ἀκίνδυνος γιὰ τοὺς δούλους ἡ ἀποσιώπησις τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου. «Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης, ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ» ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν «καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν».
.         Τὶς γυναῖκες αὐτὲς προέτρεπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ τρέχουν πιὸ γρήγορα, λέγοντας μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου: «Γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπὸ θέας, δεῦτε. Οὐ γὰρ λαὸς ἔστιν ἔχων σύνεσιν». Καθὼς λοιπὸν ἔτρεχαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες μὲ φόβον καὶ πόθον πολύν, καὶ συνηγωνίζοντο μεταξύ τους γιὰ τὴν ταχύτητα τῆς ὁδοιπορίας, ἀφοῦ ἡ κάθε μία ἤθελε νὰ φθάση πρώτη καὶ νὰ φέρη στοὺς Ἀποστόλους τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ τοὺς ἐνεπιστεύθησαν, ἔξαφνα τοὺς παρουσιάσθη ὁ Σωτήρ, ἐπισφραγίζοντας τὰ λόγια τοῦ ἀγγέλου μὲ τὴν σφραγίδα τῆς μορφῆς του. Καὶ ἀνεπτέρωσε τὶς ψυχὲς τοὺς λέγοντάς τους «Χαίρετε…». Ἡ κατάκριτος Εὔα ἐδικαιώθη. Ὁ ἐξόριστος Ἀδὰμ ἀνεκλήθη. Ἡ ἀπόφασις ἔχει πλέον λυθῆ. Ὁ πονηρὸς ὄφις κατεπατήθη, ὁ διάβολος ἔχει πλέον καταπέσει, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου κατησχύνθησαν. Οἱ ἐχθροὶ κατετροπώθησαν. Οἱ Ἰουδαῖοι πενθοῦν ἀπαρηγόρητα. Οἱ Φαρισαῖοι θρηνοῦν γι’ αὐτὸ ποὺ ἐτόλμησαν. Ὁ σταυρὸς ἐφάνη συνήγορός μου. Ὁ τάφος ἔγινε μάρτυς τῆς δυνάμεώς μου. Ὁ θάνατος ὁμολογεῖ τὴν ἧττα του. Ὑπεγράφη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀθανασία. Μαζί μου ἀνεκαινίσθη ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων. Μαζὶ μὲ ἐμένα θὰ ξαναζήσουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀπέθαναν. Μαζὶ μὲ ἐμένα βασιλεύει αὐτὸς μὲ τὸν ὁποῖον ἔχω ἑνωθῆ. Στὸ πρόσωπό μου ἐστεφανώθη ἡ εἰκόνα μου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποὶ τῆς τριημέρου ταφῆς μου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ στέφανοι τῆς κατὰ τοῦ θανάτου νίκης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ βασιλικοὶ μαργαρίτες τῆς ἰδικῆς μου βασιλείας, τοὺς ὁποίους παίρνοντας ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου ἔφερα στοὺς ἐραστάς μου. Γιὰ ὅλα αὐτὰ λοιπὸν νὰ χαίρετε, νὰ χορεύετε, νὰ ἀγάλλεσθε, νὰ πανηγυρίζετε. Πηγαίνετε νὰ τὰ ἀναγγείλετε στοὺς ἀδελφούς μου. Βλέπετε πόσον ἀμνησίκακος εἶμαι καὶ φιλάνθρωπος. Ὀνομάζω ἀδελφοὺς ἐκείνους ποὺ μὲ ἐγκατέλειψαν ἐπάνω στὸν σταυρό. Ἐπειδὴ γνωρίζω νὰ μακροθυμῶ, ὅταν ὑβρίζωμαι. Γνωρίζω νὰ ὑπομένω τὴν ἀχαριστία. Γνωρίζω νὰ ἀνέχωμαι τὶς ἀδυναμίες τῶν φίλων μου. Γνωρίζω νὰ ἐλεῶ καὶ νὰ δέχωμαι ὅσους ἁμαρτάνουν καὶ δακρύζουν γι’ αὐτό. «Ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοίς μου, ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται». Ἀναγγείλατε στοὺς μαθητάς μου τὰ μυστήρια ποὺ εἴδατε σεῖς. Γίνετε πρῶτες διδάσκαλοι τῶν διδασκάλων. Ἂς μάθη ὁ Πέτρος, ποὺ μὲ ἠρνήθη, ὅτι ἠμπορῶ καὶ γυναῖκες νὰ ἀναδείξω ἀποστόλους. Ἂς πορευθοῦν καὶ στὴν ἄλλη Γαλιλαία νὰ ἰδοῦν τὴν πτωχὴ λίμνην ἀπὸ τὴν ὁποία τοὺς ἁλίευσα. Γιὰ νὰ ἁλιεύσουν τοὺς ἰχθῦς τοὺς λογικούς. Ἂς ἰδοῦν τὴν λίμνην ἀπὸ τὴν ὁποία τοὺς μετέθεσα στὴν ἀνθρώπινη θάλασσα.
.         Αὐτὰ ἔλεγε στὶς γυναῖκες ὁ Κύριος. Αὐτὸς καὶ τώρα παρίσταται ἀοράτως στὴν κολυμβήθρα γιὰ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν. Αὐτὸς ἀγκαλιάζει τοὺς νεοφωτίστους ὡς φίλους καὶ ἀδελφοὺς καὶ τοὺς λέγει: Χαίρετε. Αὐτὸς γεμίζει μὲ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές τους. Αὐτὸς ἀποπλύνει τοὺς ἀκαθάρτους μὲ τὸ ὕδωρ τῆς χάριτος. Αὐτὸς χρίει ἐκείνους ποὺ ἀναγεννῶνται μὲ τὸ μύρον τοῦ Πνεύματος. Αὐτὸς παρέχει στοὺς δούλους του τὸ πνευματικὸ συμπόσιον. Αὐτὸς λέγει πρὸς ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς: «Λάβετε, φάγετε τὸν οὐράνιον ἄρτον. Λάβετε τὴν πηγὴν τῆς πλευρᾶς μου, ποὺ ἀντλεῖται συνεχῶς καὶ ποτὲ δὲν ἐξαντλεῖται. Ὅσοι πεινᾶτε, χορτάσετε. Ὅσοι διψᾶτε, μεθύσετε σωτήριον καὶ σώφρονα μέθη.» Ἀλλ᾽ ὦ Βασιλεῦ τῶν Οὐρανῶν, ποὺ κάθεσαι στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης ἐκεῖ ὑψηλά, ὁ Κύριος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων, αὐτὸς ποὺ ὅπως θέλεις καθοδηγεῖς τὴν κτίση, ποὺ κυβερνᾶς μὲ καλωσύνη τὴν ἀνθρωπότητα, σὺ ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἡμέρα καὶ τὴν πανήγυριν αὐτή, ἐλέησόν μας, ὅπως ἐλέησες τὴν πόρνη, μὴ μᾶς ἀποδιώξης, ἐὰν μὲ τὸ θάρρος ποὺ ἔχουμε στὴν φιλανθρωπία σου τολμήσωμε μὲ χέρια ἁμαρτωλὰ νὰ κρατήσωμε τὸ ἅγιόν σου σῶμα ν παλι ποχ κα ο λαϊκο μεταλάμβαναν τ γιο σμα μ τ χέρια). Καὶ ὅπως δὲν ἀπεδίωξες ἐκείνην τὴν ἁμαρτωλόν, τὴν πόρνη ποὺ ἐκράτησε τὰ ἄχραντα πόδια σου, νὰ ἀνεχθῆς, σὲ παρακαλοῦμε, καὶ ἐμᾶς τοὺς ἀναξίους ποὺ σὲ κρατοῦμε, καὶ ὡς φιλάνθρωπος, περιποιήσου ὅλους ἐμᾶς, καὶ ὡς φιλάνθρωπος, σαγήνευσέ μας στὰ δίκτυα τοῦ φόβου σου. Ὅπως συνέλαβες τὸν τρισμακάριον Παῦλον ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν ἀνέδειξες Ἀπόστολο, ἀξίωσε καὶ ἐμᾶς νὰ ἐπιτελοῦμε μὲ καθαρὴ συνείδηση τὴν ἡμέρα τῆς τριημέρου καὶ ζωοποιοῦ Ἀναστάσεώς σου. Διότι σὺ εἶσαι ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν. «Καὶ σοὶ πρέπει ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία σὺν τῷ Παναχράντῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: orp.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΩΜΟΝ ΤΑΦΗΝ «Μήπως ὁ παράδοξος αὐτὸς νεκρὸς ἦλθε νὰ κατασκοπεύση τοὺς νεκρούς;»

Λόγος Γρηγορίου, Πατριάρχου ντιοχείας,

«ες τς Μυροφόρους κα ες τν θεόσωμον ταφν το Κυρίου μν ησο Χριστοῦ,
κα ες τν ωσφ τν π ριμαθαίας
κα ες τν τριήμερον νάστασιν το Κυρίου μν ησο Χριστο
»

[Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 
«Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 47 καὶ ἑξῆς.

.         Εἶναι ἐπαινετὸς καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μᾶς προετοιμάζει νὰ πανηγυρίζωμε τὴν ἀνάμνηση τοῦ ἀποθησαυρισμοῦ τοῦ Χριστοῦ στοὺς νεκρούς. Διότι ποῖος, ἀναλογιζόμενος τὸν ζωοποιὸν θάνατον τοῦ Σωτῆρος, δὲν θὰ θεωρήση ὅτι οἱ νεκροὶ μέσα στὶς θῆκες τους εἶναι ἐξαπλωμένοι σὰν σὲ σκηνές, περιμένοντας τὴν οὐράνιο σάλπιγγα, ἡ ὁποία θὰ καλῆ ὅλους μας πρὸς τὴν φοβερὰν ἡμέρα τῆς κρίσεως;
.         Ποῖος δέ, ἀποβλέποντας πρὸς ἐκεῖνον τὸν σωτήριο τάφο, δὲν πλησιάζει στοὺς τάφους σὰν σὲ θαλάμους ζωῆς; Ποῖος, πιστεύοντας ὅτι ὁ Κύριος ἔχει ἐγερθῆ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν συμπεριφέρεται μὲ τρόπο ποὺ φανερώνει ὅτι πρόκειται νὰ ἀναστηθῆ καὶ ὁ ἴδιος, ἐπιτυγχάνοντας τὴν ἀνάσταση διὰ μέσου Ἐκείνου;
.         Ἐπειδὴ λοιπόν, ὑπακούοντας στὸν καλὸ νόμο τῆς Ἐκκλησίας, σεῖς ποὺ εὑρίσκεσθε σὲ ἐγρήγορση, ἐτρέξατε πρὸς αὐτοὺς ποὺ κοιμοῦνται στοὺς τάφους, καὶ ὁ τόπος σᾶς στενοχωρεῖ, ὁ πόθος ὅμως σᾶς χαροποιεῖ, ἐπειδὴ εἶσθε τόσοι πολλοὶ καὶ ἔχετε συμπτυχθῆ σὰν τὸ σταφύλι, γι’ αὐτὸ ἀκοῦστε, ὅπως ποθεῖτε, γιὰ τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ κάποιος νὰ τὸ μάθη, κανεὶς ὅμως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κατέχη.
.         Ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενής, ἀπὸ ἰδικήν του πρωτοβουλία, χωρὶς νὰ ἀναγκασθῆ ἀπὸ κάποιον, ἀφοῦ ἀνέβη στὸν Σταυρό, καὶ ἁπλώνοντας τὰ χέρια, ἀπεκατέστησε τὴν δικαιοσύνη ὑπὲρ ὅλης τῆς κτίσεως, κατετρόπωσε δὲ ὅλες τὶς ἀόρατες καὶ πονηρὲς δυνάμεις μὲ τὸ Πάθος στὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ σῶμα του, ἠθέλησε νὰ γευθῆ ἡ ἁγία του σάρκα τὴν τριήμερο νέκρωση πρὸς χάριν ὅλης τῆς φύσεως, γιὰ νὰ χαρίση διὰ μέσου αὐτῆς στὸ νεκρωμένο γένος τὴν ἀθανασία. Καὶ μάλιστα, ἀφοῦ ἔγειρε τὴν ἁγία κεφαλή του, διέταξε σὰν δοῦλο τὸν θάνατο νὰ προσέλθη στὴν σάρκα. Ἔφθασε ἀμέσως ὡς δοῦλος ὁ θάνατος, ὑπηρετώντας τὸ δεσποτικὸν πρόσταγμα, ὡς καὶ ἐπερχόμενος ἐκράτησε τὸ σῶμα ποὺ τοῦ ἐπετράπη νὰ λάβη. Ὅταν δὲ ἐκρατήθη ἀπὸ τὸν θάνατο τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ φοβερὸ γιὰ τὰ Χερουβὶμ καὶ φρικτὸ γιὰ τὰ Σεραφίμ, ὅπως ἠθέλησε ὁ Κύριος τοῦ σώματος, ἔτρεξε ἡ ψυχὴ τοῦ Σωτῆρος νὰ εὐαγγελισθῆ στὶς ψυχὲς τὴν ἀπολύτρωσή τους. Ἡ δὲ Θεότης του ἔμενε καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, διότι δὲν ἐχωρίσθη κατ’ οὐδένα τόπο καὶ τρόπον ἡ θεότης ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα μετὰ τὴν ἕνωσή τους. Ἀλλὰ καὶ στοὺς οὐρανοὺς ἦταν καὶ στὸν τάφο παρευρίσκετο, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῆ καθόλου, διατηρώντας ἄφθαρτο τὴν περιβολήν της. Μετὰ τὴν φρικτὴν αὐτὴν οἰκονομία, κάποιος εὐγενὴς καὶ πλούσιος ἄνδρας, ὁ Ἰωσὴφ ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία καὶ εἶχε γίνει μαθητὴς τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀποδίδοντας τὸ τελευταῖο χρέος μετὰ τὴν τελευτὴ στὸν διδάσκαλό του, παρουσιάσθη στὸν Πιλάτο παρακαλώντας τον καὶ λέγοντας: γιὰ ἕναν νεκρὸ κάμω αὐτὴ τὴν παράκληση, ἀπὸ τοὺς μὲν ἐχθροὺς συκοφαντημένον, ἀπὸ δὲ τοὺς φίλους ἐγκαταλελειμμένον στὸν καιρὸ τοῦ πάθους. Γιὰ ἕνα νεκρὸν ἱκετεύω, ποὺ δὲν ἔχει ἀποκτήσει οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσήμι οὔτε στρατιῶτες οὔτε συμμάχους οὔτε σωματοφύλακες, παρὰ μόνον μία φτωχὴ μητέρα, ἡ ὁποία ἐπλούτισε μὲ τὸν τοκετό της. Γιὰ ἕνα νεκρὸ πρεσβεύω ποὺ μὲ τὴν θέλησή του ἀπέθανε. Ἐπειδὴ ἂν δὲν ἤθελε, δὲν θὰ εἶχε ἀποθάνει. Ἂς κατεβῆ λοιπὸν ἀπὸ τὸν σταυρὸ αὐτὸς ποὺ σὲ τίποτε κανέναν δὲν ἠδίκησε, ἀλλὰ ἀντιθέτως μυριάδες μὲ εὐεργεσίες εἶχε τιμήσει. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχεις καλύτερο. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο ποὺ θὰ κάνη εὐτυχῆ ἐμένα ποὺ θὰ τὸ δεχθῶ. Δώρησέ μου τοῦτον τὸν ζωοποιὸ νεκρό, καὶ ἐγὼ παίρνοντάς Τον, νὰ τὸν καλύψω στὴν γῆ. Δώρησέ μου τὸ τρισμακάριο σῶμα, τοῦ ὁποίου τὸν θάνατο ἐπένθησεν ἡ κτίσις. Δώρησέ μου τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχίσθηκαν οἱ πέτρες, ἐκδηλώνοντας μὲ τὸ ρῆγμα τὸ πένθος τους. Νὰ καταφιλήσω τὰ τραύματα τῶν ἁγίων χειρῶν, ἀπὸ τὰ ὁποία ἐθεραπεύθησαν τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς μας. Νὰ ψηλαφήσω ἐκείνην τὴν ἄχραντο πλευράν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπήγασεν αἷμα μυστικὸ καὶ ὕδωρ ἀναγεννήσεως. Νὰ ἐνταφιάσουν τὰ χέρια αὐτὰ ἐκεῖνον ποὺ πρόκειται νὰ λύση τοῦ θανάτου τὰ σπάργανα. Νὰ κηδεύσουν τὰ ἁμαρτωλὰ τοῦτα δάκτυλα ἐκεῖνον ποὺ ἔπραξε καὶ ἐδίδαξε κάθε δικαιοσύνην. Νὰ ἀγγίσω τὴν ἀναμάρτητο σάρκα, ποὺ τρισμακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ τὴν ἀγγίζει μὲ πίστη. Νὰ ὁδηγήσω στὸ μνῆμα αὐτὸν ποὺ θὰ ἀνοίξη τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν. Νὰ δώσω σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ζωή, τὴν πηγὴ τῆς Ἀναστάσεως. Νὰ ἀνάψω καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ κρατεῖ ὁ Ἅδης τὸν λύχνο τῆς Ἀναστάσεως.
.         Αὐτὰ ἔλεγε ὁ Ἰωσὴφ εὐσεβῶς, καὶ ὁ Πιλάτος ὑπήκουσεν εὐμενῶς, ἐπειδὴ ἡ θεία δύναμις τοῦ ζητουμένου νεκροῦ ἐνεργοῦσε στοὺς ἁρμοδίους θεοπρεπῶς, καὶ ἐμάλαξε τὴν ψυχὴ τοῦ Πιλάτου, ὥστε νὰ ὑπακούση. Καὶ ἀμέσως ὁ πρεσβευτὴς ἀπεδείχθη ἐνταφιαστής. Διότι παίρνοντας τὸ σῶμα ποὺ ἐποθοῦσε, τὸ ἐνηγκαλίζετο καὶ τὸ ἠσπάζετο, καὶ προσήρμοζε τὰ χείλη στὰ ἅγια μέλη, σκεπτόμενος μέσα του ὅτι «ἐὰν ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἀγγίζοντας τὸ ἱμάτιό του μὲ πίστη, κατεξήρανε τοῦ αἵματος τὴν πηγή, ἐγὼ ποὺ πιάνω αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ θεῖον σῶμα, δωρεὲς δὲν θὰ ἐπιτύχω;». Ἔπειτα, τυλίγοντας μὲ καθαρὰ σινδόνα τὸν καθαρὸ μαργαρίτη, τὸν ἀπέθεσε στὸ ἰδικό του καινούργιο μνῆμα, καὶ τοποθετώντας μία πέτρα στὸ στόμιο τοῦ τάφου, γεμάτος δάκρυα, ἐπέστρεψε, γυρίζοντας συχνὰ πυκνὰ πρὸς τὸν τάφο καὶ θρηνώντας τοῦ διδασκάλου τὴν στέρηση.
.         Ἀλλὰ ἔφθασε τοῦ Ἰωσὴφ τὴν εὐσέβεια τῶν Ἰουδαίων ἡ ἀσέβεια. Ἐπειδὴ πάλιν οἱ θεομάχοι συνεκεντρώθησαν τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, καὶ προσῆλθαν στὸν Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ὁ πλάνος ἐκεῖνος ἔτι ζῶν εἶπε: μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας. Μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτός, κλέψωσιν αὐτόν, καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν. Καὶ ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης». Τί λὲς ἐσὺ πλάνε καὶ παράνομε Ἰουδαῖε; Ἦταν πλάνος αὐτὸς ποὺ ἐθεράπευσε τοὺς ὁμοεθνεῖς σου λεπρούς; Ἦταν πλάνος αὐτὸς ποὺ ἀπήλλαξε τοὺς τυφλοὺς πατριῶτες σου ἀπὸ τὴν νύκτα ποὺ εἶχε γεννηθῆ μαζί τους; Πλάνος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐλευθέρωσε τοὺς δαιμονιζομένους ἀπὸ τὴν μανία τῶν δαιμόνων; Πλάνος ἦταν αὐτὸς ποὺ στὴν ἔρημο σοῦ προσέφερε γεῦμα χωρὶς καμμία καλλιέργεια; Πλάνος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐκάλεσε τὸν Λάζαρο νὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὸν τάφο, καὶ μὲ τὸν λόγο του ἐξύπνησε τὸν νεκρὸ σὰν νὰ κοιμόταν; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός; καὶ ποῖος ἄλλος εἶναι ἀληθινός; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός; Γιατί λοιπὸν φοβεῖσαι αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ πλάνος; Πλάνος ἦταν; Καὶ φοβεῖσαι τοῦ νεκροῦ τὴν φωνή; Ἀλήθεια, μήπως εἶπε κάτι γιὰ τὴν Ἀνάστασιν, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε; Μήπως πιστεύεις αὐτὰ ποὺ προεῖπε; Γιατί λοιπὸν ἀδίκως ταλαιπωρεῖσαι γιὰ τὴν ἔκβαση; Σὰν λοιπὸν δὲν ἀναστηθῆ ὁ νεκρός, γιὰ τὸν ὁποῖο μεριμνᾶς, τότε εἶναι πλάνος, ὅπως βλασφημεῖς.
.         Τί τοὺς ἀπεκρίθη λοιπὸν ὁ Πιλάτος; «Ἔχετε κουστωδίαν. Ὑπάγετε, ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε». Ἐὰν γιὰ τὸν ἀντίθεο καὶ παράνομο, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖτε, τόσο πολὺ ἔχετε φρίξει. Ἐὰν ἐσεῖς οἱ ζωντανοὶ φοβῆσθε τόσο τὸν νεκρό, φρουρὰ ἔχετε, στρατιῶτες ἔχετε. Ἐκστρατεῦστε οἱ πολλοὶ κατὰ τοῦ ἑνός. Ἀσφαλίστε τὸν νεκρὸ ποὺ τόσο φοβεῖσθε, ὅπως γνωρίζετε. Θέλετε νὰ σφραγίσετε τὸν τάφο; Σφραγίστε τον. Θέλετε νὰ τὸν περιβάλετε μὲ σιδερένιες ἁλυσίδες; Κάντε το κι αὐτό. Μὴν εἰπῆτε ὕστερα: ἐὰν μᾶς ἄφηνες νὰ φρουρήσωμε τὸν τάφο δὲν θὰ ἐχάναμε τὸν νεκρό. Πηγαίνετε, ἀσφαλίστε τον, ὅπως γνωρίζετε. Ἂν φανῆ ἐκεῖ ὁ Πέτρος, θανατῶστε τον μὲ τὰ ὅπλα σας. Ἂν ἔλθη κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Ναζωραίου, σηκωθῆτε ἀμέσως καὶ σκοτῶστε τον. Ἐπιμείνετε νὰ τὸν φυλάσσετε μὲ προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια, μὴν κατορθώση κάποιος ὕποπτος νὰ κλέψη τὸν ἐχθρό σας.
.         Μὲ τέτοια λόγια καὶ ὅπλα καὶ στρατιῶτες ἐφοδιασμένοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Σωτῆρος, ἔφθασαν μὲ πολλὴν προθυμία καὶ μανία στὸν τάφο, καὶ βάζοντας σιδερένιες σφραγίδες στὸ μνῆμα ἐκάθισαν ἐκεῖ καὶ τὸν «φρουροῦσαν ἐπὶ τόσον χρόνον ὅσον ἠθέλησε ὁ φυλαττόμενος ἀπὸ αὐτούς. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασε ἡ δεύτερη ἡμέρα. Καὶ τὴν μὲν πρώτην ἡμέρα ὁ θάνατος ἀναμασοῦσε τὸ θήραμά του, καὶ θέλοντας νὰ τὸ δαγκώση μὲ τὰ δόντια τῆς διαφθορᾶς του, ἐστάθη ἀδύνατον. Καὶ πάλι τὴν δεύτερη ἡμέρα ἠθέλησε νὰ τὸ φάγη, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε. Ἀποροῦσε λοιπὸν μόνος του καὶ ὅπως ἦταν φυσικό, τοιαῦτα διελογίζετο μέσα του: «Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ἀκαταμάχητος καὶ παράδοξος νεκρός; Ποῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐνεκρώθη σύμφωνα μὲ τὸν φυσικὸ νόμο καὶ μένει ἄφθαρτος ξεπερνώντας τὸν νόμο; Θεὸς δὲν εἶναι, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἀπέθαινε, ἀφοῦ θὰ ἦταν ἀσώματος. Ἄγγελος δὲν εἶναι, ἀφοῦ ἔχει ἀνθρώπινη μορφή. Ὑπέκυψε σὲ μένα, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀλλὰ δὲν ὑποκύπτει ὅπως ὁ Ἀδὰμ στὴν φθορά. Σὰν ἄνθρωπος ὑπεχώρησε ἐνώπιόν μου, ἀλλὰ δὲν ἀνέχεται νὰ πάθη ὅσα παθαίνουν οἱ θνητοί. Ἡ σάρκα του ἀποδεικνύεται ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν διαφθορά. Κανένας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς στοὺς ὁποίους ἔχω βασιλεύσει τόσους αἰῶνες, δὲν ἐφάνη ἐδῶ μὲ σῶμα ὅπως αὐτό. Ἄραγε μήπως τὸ σῶμα αὐτὸ εἶναι ἔνδυμα τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ μασήσω; Ἄραγε μήπως αὐτὴ εἶναι ἡ σκηνὴ τοῦ Λόγου; Ἄραγε μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ ναὸς ἐκείνου ποὺ εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν»; Ἄραγε μήπως τὸ νὰ μένη ἀδιάφθορος σημαίνη ὅτι πρόκειται νὰ ἀναστηθῆ; Ἄραγε μήπως παράδοξος ατς νεκρς λθε ν κατασκοπεύση τος νεκρούς; Ἄραγε μήπως λάβη καὶ τοὺς νεκροὺς ποὺ ἀπὸ παλαιὰ ἔχω καταπιεῖ καὶ τοὺς ἀνεβάση ἐκεῖ ἐπάνω μαζί του; Ἄραγε μήπως, ὅπως ὁ Ἰωνᾶς στὴν κοιλία τοῦ κήτους ἔζησε χωρὶς νὰ κινδυνεύση, ἔτσι καὶ αὐτὸς μένη ἐδῶ σὲ μένα περιμένοντας τὴν τρίτην ἡμέρα, γιὰ νὰ ἀναστηθῆ πρῶτος αὐτὸς καὶ νὰ ἀνοίξη καὶ στοὺς ἄλλους νεκροὺς τὸν δρόμο; Αὐτὰ ἔλεγε ὁ θάνατος, ὄχι μὲ λόγια, ἀφοῦ ὁμιλοῦσαν τὰ γεγονότα.
.         Ἐνῶ συνέβαιναν αὐτά, καὶ οἱ φύλακες τῶν Ἰουδαίων ἦσαν καθισμένοι κοντὰ στὸ μνῆμα, «ὀψὲ Σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν Σαββάτων», ξημερώνοντας Κυριακή, «ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον». Ὢ παράξενα καὶ παράδοξα θαύματα! Ὁ Πέτρος, ὁ πρῶτος στρατηγὸς τοῦ Χριστοῦ, ἐφοβήθη τὴν γλώσσα τῆς παιδίσκης καὶ ἠρνήθη ζωντανὸν τὸν Κύριόν του, καὶ γυναῖκες τόσο ἀδύνατες καὶ δειλὲς ἦλθαν νὰ τιμήσουν νεκρὸ τὸν διδάσκαλό τους. Ἦλθαν νὰ ἰδοῦν τὸν τάφο. Διότι δὲν εἶχαν ἀκόμη πιστεύσει ὅτι θὰ ἀναστηθῆ. Ἦλθαν νὰ ἰδοῦν τὸν τάφο, ὥστε νὰ παρηγορήσουν λίγο τὴν λύπη τους μὲ τὴν θέα τοῦ μνήματος. Διότι τάφος γνωρίζει ν παρηγορ τς πονεμένες ψυχς μ τὴν θέα του, καθς κα τ δάκρυ ταν ρχεται. Ἦλθαν νὰ ἰδοῦν τὸν τάφο, καὶ πλησίαζαν μέν, ὄχι ὅμως ὅσο ἐποθοῦσαν, γιὰ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Πότε πότε ἐπλησίαζαν κοντύτερα καὶ κρυφά. Ἔρραιναν τὸν τάφο μὲ μύρα καὶ πάλιν ἀναχωροῦσαν χωρὶς νὰ γίνουν ἀντιληπτές. Ἐστέκοντο ἔτσι ἀπὸ μακρυά, καὶ ἀτενίζοντας τὸν τάφο μὲ μάτια δακρυσμένα, μὲ στεναγμοὺς καὶ ὀδυρμούς, ἐνόμιζαν ὅτι ὑπηρετοῦν τὸν Κύριο. Κάπου κάπου κατηγοροῦσαν καὶ τοὺς Ἰουδαίους μὲ σιγανὴ φωνή, λέγοντας ἡ μία στὴν ἄλλη, ὅπως εἶναι φυσικό: «Πῶς ἐτόλμησαν αὐτὰ τὰ πράγματα ἐναντίον τοιούτου Δεσπότου, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμία δικαία κατηγορίαν ἐναντίον του; Πῶς δὲν ἔφριξαν καρφώνοντάς τον στὸν Σταυρό; Αὐτὸν τὸν ὁποῖο βλέποντας ὁ ἥλιος νὰ σταυρώνεται ἔφυγε; Πῶς δὲν ἐφοβήθησαν νὰ παραδώσουν στὸν θάνατο αὐτὸν ποὺ τίποτε ἄξιον θανάτου δὲν ἔπραξε; Πῶς δὲν ἐχόρτασαν τὴν ὠμότητά τους οὔτε μετὰ τὸν θάνατο, ποὺ μάταια τὸν προεκάλεσαν; Ἔστω, τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε, τὸν εἶχαν τόση μανία. Γιατί ὅμως καὶ μετὰ τὸν θάνατο προσεδρεύουν στὸ μνῆμα, ἐμποδίζοντας καὶ τοὺς εὐεργετημένους νὰ εἰσέλθουν καὶ μὲ θάρρος νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο, καὶ νὰ τοῦ ἀποδώσουν μὲ τὰ δάκρυα μικρὰν ἀμοιβὴ γιὰ τὴν χάρη ποὺ ὁ καθένας ἔλαβε;»
.         Μὲ παρομοίους ὀδυρμοὺς ἐπενθοῦσαν οἱ γυναῖκες σὰν νεκρὸ τὸν Χριστόν, ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ πενθούμενος Δεσπότης, διαφεύγοντας τὴν προσοχὴ τῶν φυλάκων καὶ ἀφήνοντας τὸν τάφο σφραγισμένο, μὲ ἕνα ἅλμα εὑρέθη ἔξω ἀπ’ αὐτόν, ὅπως μόνος Αὐτὸς γνωρίζει, καὶ ἔστειλε ἕναν ἄγγελο λέγοντάς του: «πήγαινε σ’ αὐτὲς τὶς γυναῖκες τὶς ἀνδρεῖες καὶ πιστές, ποὺ πενθοῦν καὶ μὲ νομίζουν ἀκόμη νεκρό, καὶ πληροφόρησά τες ὅτι ἐνίκησα τὸν θάνατο καί, ὅπως βλέπεις, ζῶ. Μετάβαλε τὴν σκυθρωπότητά τους σὲ φαιδρότητα. Μετακίνησε μὲ τὸ χέρι σου τὸν λίθο, τὸν ὁποῖον ἠσφάλισαν πολλὰ χέρια μαζί. Πεῖσε τες πόσα ἠμπορεῖ ἕνας νόμιμος στρατιώτης νομίμου Βασιλέως, ἐναντίον πολλῶν ἀνόμων στρατιωτῶν ἑνὸς τυράννου. Εἰσάγαγε τὶς γυναῖκες στὸν θάλαμο τοῦ τάφου, ὥστε ἐρευνώντας τὸν τόπο ὅπου μὲ τὴν θέλησή μου εἶχα τοποθετηθῆ νεκρός, νὰ ἀνυμνήσουν τὴν δύναμή μου. Νὰ φανῆς καὶ στοὺς φύλακες τοῦ μνήματος φοβερός, καὶ κατάπληξέ τους ὅλους μὲ τὴν ὄψη σου, γιὰ νὰ μάθουν ἀπὸ τὴν δύναμή σου ὅτι ὄχι ἀπὸ ἀδυναμία, ἀλλὰ ἀπὸ φιλανθρωπίαν ὑπέμεινα τὸ θράσος τους. Σὺ νὰ προπορευθῆς ἀναγγέλλοντας τὸν βασιλικὸ θρίαμβο, καὶ ἐγώ, ἐρχόμενος μαζί σου, θὰ σαλεύσω πάλι τὴν γῆ, γιὰ νὰ γίνη ὁ σεισμὸς συνήγορος τῆς ἀναγγελίας σου.»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

Ὁ Ἀναστὰς καὶ οἱ Μυροφόρες

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 83-86

 «ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν»
(Μάρκ. ιϛ´ 1 )

.            Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν Μυροφόρων γυναικῶν «λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς Σαββάτων» στὸ μνημεῖο, τὴν συνάντησι μὲ τὸν Ἄγγελο καὶ τὴν πληροφορία ὅτι «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε». Δὲν περιγράφεται ἐδῶ ἡ συνάντησι τῶν Μυροφόρων μὲ τὸν Κύριο, ὅμως γνωρίζουμε καλὰ ὅτι οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὄχι μόνο ἀξιώθηκαν τῆς ἀγγελικῆς ὀπτασίας καὶ πληροφορήθηκαν πρῶτες αὐτὲς τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν Ἀναστάντα Χριστό. Αὐτὸ ἀποτελεῖ γεγονὸς μεγάλης σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Γι’ αὐτὸ στὸ πρόσωπο τῶν Μυροφόρων τιμᾶται ἡ γυναικεία φύση καὶ γενικὰ ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες

.            Προξενεῖ θαυμασμὸ ὅτι ἡ πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Νικητοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, καὶ τοῦ θανάτου, ἔγινε στὶς γυναῖκες καὶ ὄχι στοὺς μαθητάς. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει τὴν ἐξήγησί του.
.            Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἀναζώωσι, ἡ ἀνάπλασι καὶ ἡ πρὸς τὴν ζωὴ τὴν ἀθάνατη ἐπανέλευσι τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου εἶχε ἐπανέλθη στὴν γῆ. Ὅπως τὸν Ἀδὰμ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν δημιουργήθηκε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τότε ἄλλος, παρὰ μόνο ἡ Εὔα (πρώτη) μετὰ τὴν δημιουργία της, ἔτσι καὶ τώρα τὸν νέο Ἀδάμ, τὸν Χριστὸ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν ἀναστήθηκε. Μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του πρώτη τὸν εἶδε γυναίκα.
.            Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν ἄποψι αὐτὴ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πατερικὴ ἑρμηνεία, ποὺ βρίσκει συσχετισμὸ μεταξὺ τῆς Εὔας καὶ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Ἡ γυναίκα (Εὔα) ἀφοῦ συνομίλησε μὲ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἔπεσε καὶ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς πτώσεως στὸν Ἀδάμ. Τώρα οἱ γυναῖκες (Μυροφόρες) ἀφοῦ συνομίλησαν μὲ τὸν ἄγγελο καὶ κατόπιν εἶδαν τὸν Χριστό, ἔφεραν τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στοὺς ἄνδρας (στοὺς μαθητάς). Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἀποκατάστασι τῆς γυνακείας φύσεως. Καταργεῖται ἡ διαίρεσι καὶ ἡ ἀπόδοσι τῆς εὐθύνης στὴν γυναίκα γιὰ τὴν πτῶσι. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς γυναικείας φύσεως ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν γέννησί Του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, τὴν ὁποία περίμεναν ὅλοι οἱ αἰῶνες.
.            Ἡ γυναίκα μέσα στὴν Ἐκκλησία παύει νὰ εἶναι μία ἁπλὴ βιολογικὴ ὕπαρξι καὶ γίνεται πρόσωπο, πνευματικὴ ὕπαρξι, ποὺ θεώνεται. Βέβαια ἀκόμη ὑπάρχει ἡ βιολογικὴ διαφορὰ τοῦ φύλου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ θὰ καταργηθῆ στὴν κοινὴ Ἀνάστασι. Τότε θὰ παραμείνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἑπομένως γιὰ τὴν σωτηρία δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». (Γαλ. γ´ 28). Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐπαναστατικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτό. Δημιουργεῖ μία μεγάλη ἐπανάστασι μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασι. Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἀνακαίνισε τὰ πάντα.

Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας

.            Μὲ τὴν πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Ἀναστάντος στὶς γυναῖκες τιμήθηκε καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας. Οἱ Μυροφόρες δὲν ὑπελόγισαν τίποτε, οὔτε τὴν ἔχθρα τοῦ λαοῦ, οὔτε τὴν δύναμι τῶν στρατιωτῶν, οὔτε τὴν νύχτα. Ἔκαναν μία ἠρωϊκὴ ἔξοδο καὶ ἦλθαν στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ προσφέρουν ἀρώματα στὸν Χριστό. Στὸ πρόσωπό τους τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ὑγιὴς ἔκφρασι τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ ἐκδηλώνεται ὄχι μὲ βόμβες, ποὺ καταστρέφουν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη, ἱλαρότητα, πραότητα (μύρα καὶ δάκρυα) ποὺ οἰκοδομοῦν. Τύφλα ν χουν ο σύγχρονοι ναρχικο κα ο σύγχρονες φεμινίστριες μπροστ στ ρωϊκ παράδειγμα τν Μυροφόρων γυναικῶν.
.            Οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ἡ ἀνδρεία εἶναι μία ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες ἀρετὲς (φρόνησι, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη) ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν συνάντησι μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν συμπλοκὴ «τοῦ θυμικοῦ πρὸς τὴν ὄσφρησιν» δηλαδὴ τὴν συμπλοκὴ τῆς βουλήσεως μὲ τὴν ἐσωτερικότητα, ἡ δὲ ἐναρμόνισι τῆς ἀνδρείας μὲ τὴν σωφροσύνη δημιουργεῖ τὴν ἀρετὴ τῆς πραότητος ποὺ ὀνομάζεται καὶ ἀπάθεια, διότι ἐναρμονίζει τὶς ἐνεργητικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μὲ τὶς ἀντίστοιχες αἰσθήσεις τοῦ σώματος καὶ τὶς ἐνέργειες τῶν αἰσθήσεων.
.            Γενικώτερα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστι στὸν Θεό, τὴν ἀγάπη σ’ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεός Του. Καὶ ατ τ διαθέτει κενος πο προχωρε μ τν καρδι κα χι μ τν ψυχρ λογική. λογικ πολογίζει κα δειλι, πως γινε μ τος ποστόλους. καρδι γαπ κα προχωρε.
.            Ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀπαραίτητη στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν μας καὶ μάλιστα στὸ νὰ ὑπομένομε σὲ κάθε ἔργο ἀγαθὸ καὶ στὸ νὰ νικοῦμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνδρεία δὲν φοβᾶται στὶς δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἀγῶνος. Ὅπως ἔχει λεχθῆ, καὶ ἂν ἀκόμη πέση στὴν ἁμαρτία καὶ ἂν ἀκόμη προσκυνήση τὸν διάβολο, δὲν χάνει τὸ θάρρος του, ἀλλὰ στρέφεται μὲ μετάνοια στὸν Θεὸ καὶ νικᾶ τοὺς ἐχθρούς του.
.            Ἀντίθετα ἡ ἔλλειψι τῆς ἀνδρείας ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα δύο μεγάλες κακίες. Τὴν θρασύτητα, ποὺ στρέφεται ἐναντίον τοῦ πλησίον καὶ τὴν δειλία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Διότι ἡ δειλὴ ψυχὴ συγχύζεται, ἀπελπίζεται καὶ τελικὰ καταστρέφεται, χάνεται. Αὐτὸ παρατηροῦμε συχνὰ στοὺς σημερινοὺς Χριστιανούς. Εὔκολα τὰ χάνουν. Ἴσως γιατί δὲν ἔχουν βιώσει τὴν πρακτικὴ φιλοσοφία. Ἴσως γιατί παραθεωροῦν τὴν ἠθικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ βάσι τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ Μυροφόρος ἀνθρώπινη φύσι

.            Ἡ συνάντησι μὲ τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο μερικῶν γυναικῶν. Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι δέχτηκε τὸν Χριστό, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Παναγίας Τριάδος. Στὸ Ἆσμα Ἀσμάτων λέγεται: «Μύρον ἀκένωτον ὄνομά σου» (α´ 3). Πρὶν τὴν ἐνανθρώπησι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ Μύρο, μετὰ τὴν ἐνανθρώπησι ἔγινε Χρίσμα καὶ ἔχρισε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Τῆς ἔδωσε τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν Χάρη. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν ἁμαρτία διεχώρισε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ὅμως ἡ σὰρξ θεώθηκε, τότε ἡ ἀνθρώπινη φύσι πῆρε σὰν ὑπόστασι τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸ τεῖχος ἔγινε μύρο.
.            Ἔτσι μυροφόροι δὲν εἶναι μόνο οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες, ποὺ πῆγαν στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ μὲ μύρα, ἀλλὰ εἶναι ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν Ἀνάστασι καὶ Ἀνάληψι καὶ ἰδιαιτέρως ὅσοι ζοῦν μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτοὶ δὲν κρατοῦν ἁπλῶς στὰ χέρια τους τὰ μύρα, ἀλλὰ ἔχουν μέσα στὴν καρδιά τους τὸ μύρο τὸ ἀκένωτο, τὸν Χριστό. Δὲν ἔχουν ἁπλῶς τὶς ἀρετὲς τῆς καλωσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Καλωσύνη, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀλήθεια. Ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιά τους ξεχύνεται καὶ στὸ σῶμα, ὥστε δὲν εἶναι ἁπλὰ μυροδοχεῖα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ σώματά τους μεταμορφώνονται σὲ μύρα.
.            Μυροφόροι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ποὺ καθαρίσθηκαν διὰ τοῦ λόγου τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶναι ἄκακη καὶ γονιμώτατη στὶς ἀρετές, ποὺ ἀπέβαλε κάθε πάθος μὲ τὴν πραότητα καὶ εἶναι θερμὴ στὸ νὰ γεννᾶ πνευματικὰ νοήματα μὲ διάκρισι (Νικήτας Στηθάτος). Μυροφόρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐσωτερικὴ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τέτοιοι ἦταν καὶ εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι.
.            Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐμύρωσε καὶ ἔχρισε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Ὅλοι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τὸ προνόμιο νὰ γίνουμε μυροφόροι Χριστοῦ.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

νάσταση το Χριστο στν Παλαι Διαθήκη

ἀπὸ τὸ περιοδ. «Ἁπλὴ Κατήχηση»,
Ἱ. Μ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως

.       Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι θεμελιῶδες δόγμα τῆς πίστεώς μας, γιατί ἀποδεικνύει περίτρανα τὴν θεότητά του καὶ διακηρύττει δυνατὰ τὴν ἥττα τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, γιατί ἀπὸ τὴν ἁμαρτία προῆλθε ὁ θάνατος. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ λοιπὸν εἶναι ἡ ἀπολύτρωσή μας ἀπὸ τὴν φθορά.
.       Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως προφητεύθηκε ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι προφητεύθηκε καὶ προτυπώθηκε καὶ ἡ Ἀνάστασή του ἐκ τῶν νεκρῶν. Θὰ ἀναφέρουμε δύο-τρεῖς μαρτυρίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀναφερόμενες, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
.          Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος σὲ μία ὡραία του ὁμιλία «Περὶ μὴ ἀπογνώσεως καὶ προσευχῆς κατὰ ἐχθρῶν» ὁμιλεῖ γιὰ τὴν στείρα γυναίκα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ γιὰ τὶς στεῖρες γυναῖκες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καὶ λέγει ὅτι οἱ γυναῖκες αὐτὲς πού, ἂν καὶ στεῖρες, ἔτεκαν, διαλαλοῦν τὸ θαῦμα τῆς θαυμαστῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο. Καὶ συμβουλεύει τοὺς Χριστιανοὺς ὁ ἱερὸς Πατέρας: «Ὅταν σὲ ἐρωτάει ὁ Ἰουδαῖος, πῶς ἔτεκε ἡ Μαρία; ἐσὺ νὰ τοῦ ἁπαντᾶς· πῶς ἔτεκε ἡ Σάρρα καὶ ἡ Ρεβέκκα καὶ ἡ Ραχήλ;» Τὴν ἴδια ἰδέα ὁ ἅγιος Χρυσόστομος τὴν λέγει καὶ στὴν ἄλλη του ὡραία ὁμιλία «Περὶ τοῦ μὴ δημοσιεύειν τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν», ὅπου λέγει σαφῶς ὅτι «προοδοποιεῖ τὴν Παρθένιο ἡ στείρα… Διὰ τοῦτο αἱ στεῖραι προέλαβον, ἴνα πιστευθῇ τῆς Παρθένου ὁ τόκος» (εἰς ΑΑΠ 20. 349DΕ). Καὶ στὴν ὁμιλία ποὺ μελετοῦμε, «Περὶ μὴ ἀπογνώσεως καὶ προσευχῆς κατὰ ἐχθρῶν», λέγει ὁ Χρυσόστομος ὅτι τὰ θαυμαστὰ καὶ μεγάλα τῆς Καινῆς Διαθήκης τὰ προετοιμάζουν οἱ τύποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ὅταν μέλλῃ τι θαυμαστὸν καὶ μέγα γίνεσθαι θαῦμα, πολλοὶ προτρέχουσι τύποι». Καὶ ἀναφέρει ἕνα ὡραῖο παράδειγμα ὁ ἅγιος Πατέρας: «Καθάπερ βασιλέως εἰσιόντος, προτρέχουσι στρατιῶται, ὥστε μὴ ἀθρόον ἀπαρασκευάστως (= ξαφνικὰ καὶ ἀπροετοίμαστοι) δέξασθαι τὸν βασιλέα, οὕτω καὶ θαύματος μέλλοντος γίνεσθαι παραδόξου, προτρέχουσι τύποι». Καὶ ἐξηγεῖ τὸ γιατί ὁ ἑρμηνευτὴς Πατήρ: «Ὥστε ἡμᾶς προμελετήσαντες (ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς προεῖπε μὲ τὶς προφητεῖες της καὶ τοὺς τύπους της ἡ Παλαιὰ Διαθήκη) μὴ ἐκπλαγῆναι ἀθρόον, μηδὲ ἐκστῆναι τῷ παραδόξῳ τοῦ γινομένου» (εἰς ΑΑΠ 20, 349ΑΒ).

.        1. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν θάνατο, λέγει στὴν συνέχεια ὁ ἅγιος Χρυσόστομος. Ἡ Καινὴ Διαθήκη ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἥττα τοῦ θανάτου μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μέγα καὶ φοβερὸ τὸ γεγονὸς αὐτό· γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προετοιμάζει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ διαφόρους τύπους καὶ προφητεῖες, ὥστε, ὅταν θὰ συμβεῖ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, νὰ γίνει πιστευτή. Ἕνας τέτοιος τύπος εἶναι αὐτὸ ποὺ συνέβη μὲ τὸν Ἰωνᾶ. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰωνᾶ ἀναφέρθηκε καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλώντας γιὰ τὴν Ἀνάστασή του (βλ. Ματθ. ιβ´ 39. 40. Ιϛ´4. «Προέδραμεν Ἰωνᾶς καὶ ἐγύμνασεν ἡμῶν τὴν διάνοιαν», λέγει ὁ Χρυσόστομος. Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς τὸ κῆτος ἐξέβαλε τὸν Ἰωνᾶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, ἔτσι καὶ τὸ μνῆμα ἔδωκε τὸν Χριστό, μὴ βρίσκοντας σ’ αὐτὸν ὁ θάνατος, λέγει ὁ Χρυσόστομος, τὴν κατάλληλη τροφή. Καὶ κατάλληλη τροφὴ γιὰ τὸν θάνατο εἶναι ἡ ἁμαρτία. «Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γεννήθηκε, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ριζοβόλησε καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τρέφεται ὁ θάνατος», λέγει ὁ Χρυσόστομος. Καὶ ἀναφέρει στὴν συνέχεια ἕνα ὡραῖο παράδειγμα, ὁ ἅγιος Πατέρας. Ὅπως σὲ κάποιον, λέγει, πού, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, καταπιεῖ ἕνα βαρὺ πράγμα γιὰ τὸ στομάχι του, ἕνα λίθο γιὰ παράδειγμα, τότε ἀρχικὰ μὲν προσπαθεῖ τὸ στομάχι του νὰ τὸ χωνέψει, ἀλλὰ μετά, ἐπειδὴ ἡ βαρειὰ αὐτὴ οὐσία εἶναι ξένη τροφή, γι’ αὐτό, τὴν ἀποβάλλει καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἀποβάλλει καὶ ὅλες τὶς προηγούμενες τροφές· τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν θάνατο: Κατέπιε, λέγει ὁ Χρυσόστομος, ὁ θάνατος τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο, τὸν Χριστό, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν χωνέψει· γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ βασίλειό του καὶ μαζὶ μὲ Αὐτὸν ἀπέβαλε καὶ ὅλους τους θανόντες.

.           2. Ἀλλὰ ὁμιλοῦσε γιὰ τὴν στείρα Σάρρα καὶ γιὰ τὶς στεῖρες γυναῖκες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ Χρυσόστομος. Καὶ ἡ στείρωση τῶν γυναικῶν αὐτῶν, λέγει τώρα ὁ Πατήρ, ἦταν τύπος τοῦ θανάτου. Προσέχετε, λέγει ὁ Χρυσόστομος στὸ ἀκροατήριό του, γιατί αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ εἶναι λεπτὸ θεολογικὸ θέμα. Θὰ τοὺς πεῖ ὅτι ἡ στειρωθεῖσα μήτρα τῆς Σάρρας καθοδηγεῖ στὴν πίστη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γιατί, ὅπως αὐτή, ἐνῶ ἦταν νεκρά, ἀναζωογονήθηκε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἐβλάστησε τὸ ζωντανὸ σῶμα τοῦ Ἰσαάκ, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ἐνῶ ἀπέθανε, ἀναστήθηκε μὲ τὴν δική του δύναμη. Καὶ γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Χρυσόστομος εἶναι δικό του «βεβιασμένο» νόημα, ἀναφέρει γιὰ μαρτυρία τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὁ Ἀπόστολος, ὅταν στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του εἶπε γιὰ τὸν Ἀβραὰμ «οὐκ ἐνενόησε τὴν νέκρωσιν τῆς μήτρας Σάρρας, ἀλλ’ ἐνεδυναμώθη τῇ πίστει, δοὺς δόξαν τῷ Θεῷ, καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ὃ ἐπήγγελται δυνατός ἐστι καὶ ποιῆσαι» (Ρωμ. δ´ 19-21), ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ νεκρὰ σώματα θὰ κάμει νὰ γεννηθεῖ ζωντανὸς υἱός, μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ νόημα ὁ Ἀπόστολος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν πίστη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γιατί λέγει ὁ Ἀπόστολος στὴν συνέχεια: «Οὐκ ἐγράφη δι’ ἐκεῖνον μόνον ὅτι ἐλογίσθη αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ δι’ ἡμᾶς». Γιατί; «Οἷς μέλλει», λέγει, «λογίζεσθαι τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ τὸν ἐγείραντα Ἰησοῦν τὸν Κύριον ἠμῶν ἐκ νεκρῶν» (Ρωμ. δ´ 23-24). Δηλαδή, σὰν νὰ λέγει ὁ Ἀπόστολος: Ὁ Θεὸς ἔφερε στὴν ζωὴ τὸν Ἰσαὰκ ἀπὸ τὸ νεκρὸ σῶμα τῆς Σάρρας, ἀπὸ τὴν στείρα μήτρα της, δηλαδή. Ἔτσι ἀνέστησε καὶ τὸν Ἰησοῦ ἐκ νεκρῶν,

.          3. Ἀλλὰ καὶ ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ ὁμιλεῖ γιὰ τὸν θάνατο καὶ γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εὐλογώντας ὁ γέροντας πατριάρχης τὸν υἱό του Ἰούδα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ προέλθει κατὰ σάρκα ὁ Μεσσίας, τοῦ εἶπε: «Ἐκ βλαστοῦ υἱέ μου, ἀνέβης» (Γέν. μθ´ 9). Ὡς «βλαστὸ» ἐννοεῖ τὴν Παρθένο καὶ ὑποδηλώνει μὲ αὐτὴ τὴν ἔκφραση τὴν ἁγνότητα τῆς Μαρίας, λέγει ὁ Χρυσόστομος. Ἔπειτα, ὑπαινισσόμενος ὁ πατριάρχης τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, λέγει: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος λέοντος, τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» Μὲ τὸ «ἐκοιμήθης» παριστάνει τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὡς ὕπνο. «Τὸν γὰρ θάνατον αὐτοῦ κοίμησιν ἐκάλεσε καὶ ὕπνον», λέγει ὁ Χρυσόστομος. Ἀλλὰ μὲ τὸν θάνατο συνδυάζει ὁ πατριάρχης καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ λέγει: «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;». Σὰν νὰ θέλει νὰ πεῖ ὅτι κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ ἐγείρει τὸν Ἰησοῦ Χριστό, παρὰ μόνον ὁ Ἴδιος θὰ ἐγείρει τὸν Ἑαυτό Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἔλεγε: «Ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐξουσίαν ἔχω λαβεῖν αὐτὴν» (Ἰω. ι´ 18). Καὶ ἄλλοτε πάλι ὁ Χριστὸς εἶπε: «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτὸν» (Ἰω. β´ 19). Ἀλλὰ τί σημαίνει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ πατριάρχης μιλώντας προφητικῶς γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Μεσσία «ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων»; Ὡραῖα τὸ ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος: Ὅπως ὁ λέοντας ὄχι μόνο ὅταν εἶναι ξύπνιος, ἀλλὰ καὶ ὅταν κοιμᾶται εἶναι φοβερός, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ὄχι μόνο πρὶν ἀπὸ τὸν σταυρό, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν σταυρὸ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν θάνατό Του ἦταν φοβερὸς καὶ ἔκανε τόσο μεγάλα θαύματα. Ἔκανε, γιὰ παράδειγμα νὰ στρέψει τὴν τροχιά του ὁ ἥλιος, νὰ σχιστοῦν οἱ βράχοι, νὰ κλονιστεῖ ἡ γῆ, νὰ σχισθεῖ τὸ καταπέτασμα, νὰ τρομάξει ἡ γυναίκα τοῦ Πιλάτου καὶ νὰ προκληθεῖ κρίση συνειδήσεως στὸν Ἰούδα. Τότε, κατὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, τὸ σκότος ἐτύλιξε τὴν οἰκουμένη καὶ φάνηκε ἡ νύχτα κατὰ τὴν μεσημβρία. Τότε καταλύθηκε ἡ τυραννίδα τοῦ θανάτου καὶ ἀναστήθηκαν πολλὰ σώματα ἁγίων νεκρῶν (βλ. Ματθ. κζ´ 51-53). Αὐτὰ τὰ προεῖπε ἀπὸ παλαιὰ ὁ πατριάρχης καὶ ἔδειξε ὅτι καὶ κατὰ τὴν σταύρωσή Του ὁ Χριστὸς θὰ εἶναι φοβερός. «Ἀναπεσών», λέγει, «ἐκοιμήθης ὡς λέων» (βλ. Ὁμιλία εἰς τὸ «Πάτερ εἰ δυνατόν…», εἰς ΑΑΠ 29,160 ἐξ., σελ. 197 ἐξ.).

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: pemptousia.gr

, , ,

Σχολιάστε

″ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ″ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ: «Ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη» (Ἅγ. Ἰουστ. Πόποβιτς)

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

.        Oἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούςδιά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίαςδιά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του. Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.      Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
.         Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένοςδιά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους.

.           Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.           Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα.

- Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. θ´ 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.
.           Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; – Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν.
.           Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.

.           Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης.

.          Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.

.           Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;1

.           Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. κϛ´ 24).

.           Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου – ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν!

.           Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.

.           Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! – Ἀληθῶς Ἀνέστη!… Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
.           Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, – καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ – τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν – ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον.πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν.πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς.
.           Πρός τούτοις, δέν ὑπάρχει ἕνα γεγονός ὄχι μόνον εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά οὔτε εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ὁποῖον νά εἶναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον ἀπρόσβλητον, τόσον ἀναντίρρητον, ὅσον ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμός εἰς ὅλην του τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, τήν ἱστορικήν του δύναμιν καί παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἐπί τῆς αἰωνίως ζώσης Ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί περί τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καί πάντοτε θαυματουργική ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.   Διότι ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύνατο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά γεγονότα, ἀπό τήν ζωήν τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τό γεγονός τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Εὐαγγελικαί ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμη, ἐάν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα Εὐαγγελικόν θαῦμα εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε τό θαῦμα τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόνον ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφές καί τό πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καί τό ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τήν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τά λόγιά Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

.           Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περί τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά μετά τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκε περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτόν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ἐνίκησε τόν θάνατον καί ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τούς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τήν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν Ἀνάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ἀληθινός Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τούς ἀνθρωπίνους κόσμους.
.           Καί κάτι ἀκόμη: ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δέν δύναται νά ἐξηγηθῇ οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τό μαρτύριον τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν Ἁγίων οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν Ἀσκητῶν οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων οὔτε ἡ ἐλπίς τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων οὔτε οἱαδήποτε χριστιανική ἀρετή ἤ ἄσκησις. Ἐάν ὁ Κύριος δέν εἶχεν ἀναστῆ καί ὡς Ἀναστάς δέν εἶχε γεμίσει τούς μαθητάς Του μέ τήν ζωοποιόν δύναμιν καί τήν θαυματουργικήν σοφίαν, ποῖος θά ἠδύνατο αὐτούς τούς φοβισμένους καί δραπέτας νά τούς συγκεντρώσῃ καί νά τούς δώσῃ τό θάρρος καί τήν δύναμιν καί τήν σοφίαν διά νά ἠμπορέσουν τόσον ἄφοβα καί μέ τόσην δύναμιν καί σοφίαν νά κηρύττουν καί νά ὁμολογοῦν τόν Ἀναστάντα Κύριον καί νά πηγαίνουν μέ τόσην χαράν εἰς τόν θάνατον δι᾽ Αὐτόν; Καί ἄν ὁ Ἀναστάς Σωτήρ δέν τούς εἶχε γεμίσει μέ τήν θείαν δύναμίν Του καί σοφίαν, πῶς θά ἠμποροῦσαν νά ἀνάψουν μέσα εἰς τόν κόσμον τήν ἄσβεστον πυρκαϊάν τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοί οἱ ἁπλοϊκοί ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καί πτωχοί ἄνθρωποι; Ἐάν ἡ Χριστιανική πίστις δέν ἦτο ἡ πίστις τοῦ Ἀναστάντος καί κατά συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καί ζωοποιοῦντος Κυρίου, ποῖος θά ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς Μάρτυρας εἰς τόν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου, καί τούς Ὁμολογητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καί τούς Ἀσκητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως, καί τούς Ἀναργύρους εις τόν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καί τούς Νηστευτάς εἰς τόν ἆθλον τῆς νηστείας καί ἐγκρατείας, καί ὁποιονδήποτε Χριστιανόν εἰς ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικόν ἆθλον;
.           Ὅλα αὐτά εἶναι λοιπόν ἀληθινά καί πραγματικά καί δι᾽ ἐμέ καί διά σέ καί διά κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Διότι ὁ θαυμαστός καί γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξις ὑπό τόν οὐρανόν μέ τήν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τήν γῆν νά νικήσῃ καί τόν θάνατον καί τήν ἁμαρτίαν καί τόν διάβολον, καί νά καταστῇ μακάριος καί ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τήν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ… Διά τοῦτο, διά τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ Ἀναστάς Κύριος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τούς κόσμους: ὅ,τι τό Ὡραῖον, τό Καλόν, τό Ἀληθές, τό Προσφιλές, τό Χαρμόσυνον, τό Θεῖον, τό Σοφόν, τό Αἰώνιον. Αὐτός εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τό Ἀγαθόν μας ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωή εἰς ὅλας τάς θείας αἰωνιότητας καί ἀπεραντοσύνας.

- Διά τοῦτο καί πάλιν, καί πολλάκις, καί ἀναρίθμητες φορές: Χριστός Ἀνέστη!

Ὑποσημειώσεις:

1. Πρβλ. Ἰ. Χρυσοστόμου, εἰς Α´ Κορ. ὁμ. 39, 2. PG 61, 334: «Εἰ δ᾽ οὐκ ἐγείρονται (τά σώματα), διά τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διά τί ἦλθε; διά τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μή ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γάρ ἐδεῖτο αὐτός, ἀλλά δι᾽ ἡμᾶς».

2. Λόγος εἰς τό Πάσχα, PG 35, 397. Πρβλ. καί Κανών τοῦ Πάσχα, ὠδή γ´.

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ («Διασπείρουν μὲ ποικίλους τρόπους στὸν λαὸ τὴν ἀντιχριστιανικὴ ἀντίληψη ὅτι, τόσο αὐτὸ καθαυτὸ τὸ πασχάλιο μυστήριο τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ χριστιανικὴ ἔκδοση ἀνάλογων προχριστιανικῶν μύθων καὶ μυστηρίων»)

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Ἕνα παράδειγμα ἐκχριστιανισμοῦ τῶν ἐθνικῶν μυστηρίων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ  π. Δημητρίου Τζέρπου, Δρ. Θ.
ἀν. καθηγ.  Παν.  Ἀθηνῶν
«ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ»
-Δοκίμια λειτουργικῆς ἀγωγῆς κλήρου καὶ λαοῦ
Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
Ἀθῆναι 2001, σελ. 166-176

 .          1. Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρὸς Διονύσιος Ψαριανός, στὴν μνήμη τοῦ ὁποίου ἀφιερώνεται μὲ υἱϊκὴ εὐγνωμοσύνη τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, ἔλεγε χαρακτηριστικά, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους κινδύνους, ποὺ ἀπειλοῦν σήμερα τὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ Λαογραφία. Ἐννοοῦσε δὲ ὁ σοφὸς ἱεράρχης τὴν τάση ὁρισμένων ἐκπροσώπων τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς νὰ παραθεωροῦν τὴν ὀργανικὴ σχέση τῆς Θείας Λατρείας πρὸς τὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα καὶ κυρίως ἐκφράζει καὶ νὰ τὴν θεωροῦν ἀδιακρίτως, μαζὶ μὲ τὶς λαϊκὲς συνήθειες, τὶς δεισιδαιμονίες, τὶς προλήψεις κ.λπ., ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπιμέρους στοιχεῖα αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε γενικὰ λαϊκὸς βίος καὶ πολιτισμός.

.          Πρόκειται γιὰ μιὰ φολκλορικὴ προσέγγιση τῆς Θείας Λατρείας, τὶς ποιμαντικὲς συνέπειες τῆς ὁποίας διαπιστώνουμε ἰδιαίτερα κατ’ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ποὺ μέσα στὴν εὔκρατη ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀνοιξιάτικου τοπίου καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καλούμαστε νὰ γιορτάσουμε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὴν ἑορτὴ τῆς καινούργιας ζωῆς, ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς μὲ  τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή του στὸν κόσμο. Διότι αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς ἡμέρες ἐπιλέγουν καὶ διάφοροι ἄλλοι φορεῖς γιὰ νὰ διασπείρουν μὲ ποικίλους τρόπους στὸν λαὸ τὴν ἀντιχριστιανικἀντίληψη ὅτι, τόσο αὐτὸ καθαυτὸ τὸ πασχάλιο μυστήριο τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τἑορτάζει Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρχριστιανικἔκδοση ἀνάλογων προχριστιανικῶν μύθων καὶ μυστηρίων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων καὶ προσπαθεἀνέκαθεν ἄνθρωπος νὰ δώσει μία ἀπάντηση στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου ποὺ τὸν περιβάλλει.
.          Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς σχέσεως τῶν χριστιανικῶν μυστηρίων πρὸς τὰ ἀντίστοιχα ἐθνικὰ ἐντάσσεται στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῶν φυσιολογικῶν ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων ποὺ δέχτηκε ἡ χριστιανικὴ λατρεία κατὰ τὴn μακροχρόνια ἐξέλιξή της, ἀπὸ τὴν πολιὰ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα ὣς τὶς ἡμέρες μας [1]. Ἡ θεολογικὴ δὲ ἔρευνα ἔδειξε μὲ σαφήνεια ὅτι ὅσο νέα καὶ διάφορη εἶναι ἡ χριστιανικὴ πίστη σὲ σχέση μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη προχριστιανικὴ ἢ ἐξωχριστιανικὴ θρησκευτικὴ ἀντίληψη καὶ ἰδεολογία, ἄλλο τόσο νέα καὶ διάφορη εἶναι καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία ποὺ τὴν ἐκφράζει. Ὅμως παρότι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἀπὸ ἄποψη οὐσίας λυμένο ὁριστικά, οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔπαυσαν ποτὲ νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν σὰν ὅπλο, κάθε φορὰ ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ πλήξουν τὴν μοναδικότητα τοῦ χριστιανικοῦ εὐαγγελίου μέσα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.Ἔτσι κατὰ τὸν προηγούμενο αἰώνα ἡ συγκρητιστικὴ ἐξίσωση χριστιανικῶν καὶ ἐθνικῶν μυστηρίων ἀποτέλεσε τὴν αἰχμὴ τοῦ δόρατος τῆς λεγόμενης ἀρνητικῆς κριτικῆς στὴν πολεμική της κατὰ τῆς Ἐκκλησίας [2]. Ὡς πρόσφατο δὲ παράδειγμα ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρουμε τὴν μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐμφάνισης τοῦ νεοπαγανισμοῦ[3] προσπάθεια ἀναβίωσης τῶν ἀρχαίων  ἑλληνικῶν μυστηρίων, ὡς ἀντίποδα τῶν χριστιανικῶν, ἐν ὄψει μάλιστα καὶ τῶν εὐνοϊκῶν συνθηκῶν ποὺ θὰ δημιουργήσει πρὸς τοῦτο ἡ προσεχὴς διοργάνωση τῶν ὀλυμπιακῶν ἀγώνων στὴν Ἀθήνα.

.         2.  Ὅλα αὐτὰ σημαίνουν ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπίλυση τῶν θεολογικῶν προβλημάτων σὲ ἀκαδημαϊκὸ μόνο ἐπίπεδο, ἀλλὰ παραμένει πάντοτε σὲ διαρκῆ ἐκκρεμότητα καὶ ἡ ποιμαντικὴ καὶ ἱεραποστολική τους ἀντιμετώπιση. Σὲ σχέση δὲ μὲ τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ εἶναι χρήσιμη γιὰ τὴ σύγχρονη προσέγγισή του ἡ γνώση τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἀντιμετώπισε πρώτη ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία. Συνοψίζεται δὲ αὐτὸς στὰ ἑξῆς δύο βασικὰ σημεῖα:

   α) Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐμφάνισής της στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶχε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴ ἀπάντηση στὸ μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ἐπὶ γῆς βιοτῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος. Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν πίστη της αὐτὴ ὑπαρξιακὸς ἀπεγκλωβισμὸς τοἀνθρώπου ἀπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὅρια τοῦ παρόντος θνητοῦ κόσμου δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλιῶς παρὰ μόνο μέσα ἀπὸ τἱερὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐπὶ μέρους τρόπους ἐν Χριστἴασης τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπὸ τὴν θανατηφόρο ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας καὶ κατὰ χάριν ἕνωσή της μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λύτρωσης καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ εὐδαιμονίας. Ἡ χριστοκεντρικότητα αὐτὴ τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας[4], ὅπως καὶ ἡ ἐχθρικότητα τοῦ περιβάλλοντος μέσα στὸ ὁποῖο γενικὰ ζοῦσε, εἶναι οἱ δύο κύριοι λόγοι, ποὺ ἐξηγοῦν τὴν σφοδρὴ πολεμικὴ μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τὰ ἐθνικὰ μυστήρια κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Διότι τὰ λεγόμενα αὐτὰ μυστήρια δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ συνέχεια τῆς λατρείας τῶν ἀρχαίων γεωργικῶν λαῶν[5]. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶχαν ὡς πρώτη καὶ κύρια πηγὴ ἔμπνευσή τους τὸ φυσικὸ φαινόμενο τῆς κατὰ τὴν ἄνοιξη ζωοποιήσεως τῆς φύσεως, ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσα χειμέρια νέκρωσή της, μὲ τὴν ἀκμὴ τῆς ἀνθοφορίας καὶ τῆς καρποφορίας τῶν δένδρων καὶ τῶν ἄλλων βλαστῶν τῆς γῆς[6]. Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν φυσιολατρικὴ-πανθεϊστικὴ βάση, οἱ πάτρωνες θεοὶ τῶν μυστηρίων αὐτῶν καὶ οἱ μυθολογούμενες νεκραναστάσεις τους, δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ μία προσωποποίηση αὐτῆς τῆς αἰώνια νοσταλγούμενης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νίκης τῆς ζωῆς πάνω στὸν θάνατο. Ὅμως ἡ ἔλλειψη μιᾶς σταθερῆς καὶ συγκροτημένης διδασκαλίας ἀπὸ τὰ μυστήρια αὐτὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο τὴν συνεχῆ μετατροπὴ καὶ προσαρμογὴ τῶν τελουμένων πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἑκάστοτε δραματοποιουμένου μύθου, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπερτονισμὸ τοῦ τελετουργικοῦ στοιχείου ἔναντι τοῦ ἴδιου τοῦ μύθου[7]. Ἔτσι ἡ μύηση σ’ αὐτὰ δὲν ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τὸν μύστη τήρηση ὁρισμένων θρησκευτικῶν κανόνων γιὰ τὴν ἀνάβασή του σ’ ἕνα ὑψηλότερο ἐπίπεδο ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλ’ ἁπλὴ ἐξωτερικὴ συμμετοχὴ στὴν τελετουργικὴ ἀναπαράσταση τῆς ἱστορίας τοῦ θνήσκοντος καὶ ἀνισταμένου Θεοῦ, πρὸς τὴν ὁποία ὁ μύστης ἐπεδίωκε νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὁμοιοπαθητικῆς-πραγματιστικῆς μαγείας[8]. Τὸ γεγονὸς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παραμένει οὐσιαστικὰ ἀγεφύρωτη ἡ μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ σώζοντος θείου ἀπόσταση καὶ ἡ προσδοκώμενη ἀπὸ τὴν ζεύξη αὐτὴ λύτρωση νὰ βιώνεται τελικὰ μόνο σὰν μία ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία καὶ νοσταλγία.

     β) Σὲ ἀντίθεση τώρα μὲ τὴν προηγούμενη περίοδο ἡ μετὰ τὴν κατάπαυση τῶν  διωγμῶν ἔκλειψη τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἡ ἀνάπτυξη τῆς χριστιανικῆς θεολογίας καὶ ἰδιαίτερα ἡ ἀνάγκη ποιμαντικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ μεγάλου προβλήματος τῶν εἰδωλολατρικῶν συνηθειῶν καὶ ἀντιλήψεων, ποὺ ἀναπόφευκτα ἔφερναν μαζί τους οἱ μαζικὰ πλέον μεταστρεφόμενοι  στὸν χριστιανισμὸ ἐθνικοὶ διαμόρφωσαν προϋποθέσεις, ποὺ ἐπέβαλλαν στὴν Ἐκκλησία μιὰ καινούργια θεώρηση τοῦ θέματος αὐτοῦ. Προσπάθησε, δηλαδή, ὅπου καὶ ὅταν αὐτὸ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀξιοποιήσει ἱεραποστολικὰ τὶς μεταξύ τους εἰδολογικὲς προσομοιότητες καὶ νὰ διακηρύξει μέσα καὶ ἀπ’ αὐτὲς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. [9] Καὶ τὸ πέτυχε αὐτὸ ἀπόλυτα θεωρώντας ὅτι τὰ ἐθνικὰ μυστήρια- μαζὺ μὲ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία – ἔπαιξαν γιὰ τοὺς ἄλλους προχριστιανικοὺς λαοὺς τὸν ἴδιο παιδαγωγικὸ ρόλο ποὺ  ἔπαιξε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ὁ μωσαϊκὸς νόμος καὶ ἡ λατρεία τῆς συναγωγῆς. Καλλιέργησαν, δηλαδή, μέσα στὶς ψυχὲς τῶν εἰδωλολατρῶν τὴ νοσταλγία γιὰ τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνία καὶ τοὺς προπαρασκεύασαν πνευματικὰ γιὰ νὰ δεχθοῦν στὸ πλήρωμά τους τὴν ἐν Χριστῷ ἀληθινὴ ψυχικὴ λύτρωση καὶ θεογνωσία[10]. Ἀντιπροσωπευτικὸ δὲ πρὸς τοῦτο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ κατὰ τὴν ἄνοιξη καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μὲ τὴν ὁποία ὄχι μόνο ἐκχριστιανίζονται οἱ διάφορες ἐπὶ μέρους ἐθνικὲς ἡ ἰουδαϊκὲς ἀγροτικὲς ἑορτὲς τῆς ἀνοίξεως, ἀλλὰ καὶ ἀνακεφαλαιώνεται οὐσιαστικὰ ὁλόκληρη ἡ φυσικὴ  καὶ θρησκευτικὴ ἱστορία τοῦ κόσμου. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Τὰ πάντα συντρέχουν στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὴ χαρὰ τῆς γιορτῆς. Ἡ βασίλισσα τῶν ἐποχῶν γιορτάζει τὴ βασίλισσα τῶν ἡμερῶν καὶ τῆς προσφέρει ὅ,τι πιὸ ὡραῖο καὶ πιὸ τερπνὸ ἔχει. Ὁ οὐρανὸς εἶναι πιὸ καθαρός, ὁ ἥλιος πιὸ ψηλὰ καὶ πιὸ φωτεινός. Ἡ τροχιὰ τῆς σελήνης λαμπρότερη καὶ ἡ συνοδεία τῶν ἄστρων πιὸ καθαρὴ καὶ πιὸ ἁγνή. Οἱ πηγὲς ρέουν πεντακάθαρες, οἱ ποταμοὶ ἀφθονότεροι, ἐλεύθεροι πιὰ ἀπὸ τὰ ἐμπόδια του πάγου. Τὰ λειβάδια μοσχοβολοῦν, ἡ βλάστηση ἀφθονεῖ καὶ τὰ πρόβατα χοροπηδοῦν στὰ πράσινα βοσκοτόπια[11]. Τὸν ἴδιο συλλογισμὸ συνεχίζει ὁ ἅγιος Κυριλλος Ἀλεξανδρείας λέγοντας: Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀπὸ ὄλα πιὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ ὅτι μαζὶ μὲ τὰ χόρτα καὶ τὰ φυτὰ ἀναζωογονήθηκε τὸ πλάσμα ποὺ κυριαρχεῖ σὲ ὅ,τι ὑπάρχει πάνω στὴν γῆ, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος. Πράγματι ἡ ἐποχὴ τῆς ἄνοιξης, φέρνει τὴν ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα, μὲ τὴν ὁποία ὅλα ἀναμορφώθηκαν στὴν κοινότητα τῆς ζωῆς, διαφεύγοντας ἔτσι τὴ ξένη φθορὰ τοῦ θανάτου. Θὰ ἦταν πραγματικὰ ἀκατανόητο τὰ εἴδη τῶν φυτῶν νὰ ξανάβρουν τὴ πρώτη τους μορφή, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ζωογονεῖ τὰ πάντα  καὶ νὰ μείνει  χωρὶς πνοή, χωρὶς καμμιὰ βοήθεια  ἀπὸ ψηλά, αὐτός, χάρη τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε ὁ φυσικὸς κόσμος, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος[12]. Καὶ συμπεραίνει ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας: «Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα βρίσκουν τὴν ἐκπλήρωσή τους στὴ γιορτὴ τῆς σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ ἀμνὸς τοῦ ὁποίου τὸ σῶμα τεντώθηκε ἐπάνω στὸν σταυρό. Ἀλλὰ ἦταν ὁ ἴδιος ἐπίσης ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἡ θεία ἄνοιξη καὶ ἡ σωτήρια ἀλλαγὴ ἔκανε νὰ περάσει ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ καλό. Τὰ πνεύματα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τοὺς λαοὺς ἔπαυσαν νὰ δροῦν μαζὺ μὲ τὰ κακά του χειμώνα καὶ ἡ ἀφθονία τῶν νέων καρπῶν στεφανώνει τὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἀγροί, τοὺς ὁποίους ὁ Λόγος καλλιέργησε μὲ πνευματικὴ ἐργασία, φέρνουν τὰ ὡραῖα ἄνθη τῆς ἁγιότητας καὶ ἀπελευθερωμένοι πιὰ ἀπὸ τὴν συμφορὰ τοῦ σκότους, γίναμε ἀντάξιοι τοῦ φωτὸς τῆς γνώσεως τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου»[13].

.         3. Σήμερα ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ἀποκαθάρουν τὸν χριστιανισμὸ ἀπὸ κάθε εἴδους τέτοια ἐθνικὰ ἢ ἰουδαϊκὰ κατάλοιπα καὶ νὰ πετάξουν στὴν φωτιὰ  μαζὶ μὲ τὸ χριστουγεννιάτικο δένδρο καὶ τὰ κόκκινα πασχαλινὰ αὐγά. Ἀλλὰ τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ἐπετύγχαναν μὲ τὴν πράξη τους αὐτὴ θὰ ἦταν νὰ ἀδικήσουν καὶ νὰ ἀπογοητεύσουν τὰ παιδιά[14]. Διότι ὅπως γιὰ τοὺς πρωτογόνους λαούς, ἔτσι καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ  ἡ φύση καὶ ὅσα συμβαίνουν μέσα σ’ αὐτὴν εἶναι τὸ προπαιδευτικὸ ἐκεῖνο σχολεῖο, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου καὶ ἀνάγονται προοδευτικὰ στὴν ἔννοια τοῦ δημιουργοῦ καὶ λυτρωτὴ Θεοῦ. Ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματός της ἡ ἀρχαία θέα Δήμητρα ἀποτελοῦσε εἰκόνα καὶ προσωποποίηση τῆς μητέρας γῆς (Γῆ+μήτηρ=Γημήτηρ, Δημήτηρ, Δήμητρα). Ὅμως καρποὶ αὐτῆς τῆς ἴδιας μητέρας γῆς εἶναι καὶ ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ποὺ μεταβάλλονται κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ καὶ ποὺ οἱ χριστιανοὶ προσφέρουν μετ’ εὐχαριστίας (Α´ Τιμ. δ´ 3) πρὸς τὸν Θεό, ὡς ἔκφραση τῆς εὐγνωμοσύνης τους γιὰ ὅλες τὶς δωρεὲς ποὺ τοὺς χαρίζει. Πλεῖστα δὲ ἀκόμη φυσικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὸ νερὸ καὶ τὸ ἔλαιο, τὸ φῶς καὶ οἱ φυσικὲς μονάδες μέτρησης τοῦ χρόνου χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ διερμηνεύσουν μὲ τὴν φυσικὴ ἐκφραστική τους δύναμη τὴν θρησκευτικὴ πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. Γιὰ τὸν συνδυασμὸ δὲ αὐτῶν τῶν χριστιανικῶν καὶ φυσιολατρικῶν στοιχείων στὴν ἔκφραση τῆς μεγάλης χαρᾶς τῆς Λαμπρῆς εἶναι ἐνδεικτικὴ ἡ παρατήρηση τοῦ λαογράφου καθηγητῆ Δ. Λουκάτου[15]: «Ἡ ἴδια ἡ βλάστηση καὶ ἡ ἔξοδος τῶν πανηγυριστῶν στὸ ὕπαιθρο πλαισιώνει τὸ χριστιανικὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης μὲ τὸ φυσικὸ τῆς Ἄνοιξης. ἡ ἀνθοφορία τοῦ Λαζάρου, τῶν Βαΐων καὶ τοῦ Ἐπιταφίου εἶναι προανάκρουσμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς πλάσης. Ἀναβλαστικὰ εἶναι καὶ μερικὰ ἔθιμα λαϊκῶν (παιδικῶν) παραστάσεων μὲ νεκραναστάσεις καὶ ὅλοι οἱ τελκλετουργικοὶ χοροὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα καὶ τοῦ Ἅϊ –Γιωργιοῦ. Τὰ κόκκινα αὐγὰ ἔχουν ἐπίσης συμβολικὴ ἔννοια. Κατ᾽ ἐξοχὴν ζωϊκὰ προϊόντα γίνονται ἐξαίρετα σύμβολα τάφου, ἀπ᾽ ὅπου ξαναπηδᾶ ἠ ζωή, βαμμένα μάλιστα μὲ τὸ χρῶμα τοῦ αἵματος, πρώτιστου στοιχείου ζωῆς καὶ ὑγείας…».
.          Προέκταση καὶ περαιτέρω ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς νέας θεώρησης εἶναι καὶ ἡ μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἀναπαραστατικῆς λατρείας[16] δραματοποίηση τοῦ θείου πάθους, μὲ τὶς κατανυκτικὲς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, διὰ μέσου τῶν ὁποίων καὶ ἐκκλησιοποιήθηκε  τὸ θρησκευτικὸ θέατρο τῶν βυζαντινῶν[17]. σο δ κα ν λλοχεύει δ κίνδυνος διολίσθησης ατς τς μυστηριολογικο τύπου πνευματικότητας πρς μία ξωτερικ θρησκευτικότητα, ο ερο μνογράφοι δν διστάζουν ν καλέσουν ατς τς μέρες κα τν πεπτωκυῖα φύση ν συμμετάσχει μ τν ναστεναγμό της (Ρωμ. η´ 22) στὸ θεῖο πάθος[18]. Διότι γνωρίζουν ὅτι τὸ δόγμα τῆς ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἀναστάσιμο ἦθος αὐτῶν ποὺ συμμετέχουν στὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο εἶναι ἐκεῖνα, πάνω στὰ ὁποῖα ἑδράζεται ἡ βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν σωτηριολογικὴ  σημασία τῆς παλαιοχριστιανικῆς πρόσκλησης, ποὺ ἀπευθύνει διαχρονικὰ πρὸς κάθε καλοπραίρετο ἀναζητητὴ τῆς ἀλήθειας: «Ἔλθετε πρὸς ἠμᾶς· ἠμεῖς ἔχομεν τὰ ἀληθῆ μυστήρια»[19].

_______

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. σχετικὰ ΕΥ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Μαθήματα Λειτουργικῆς Α´, Ἀθῆναι 1975 , σ.  314 -325 . ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν ἐπιδράσεων ἐπὶ τῆς χριστιανικῆς λατρείας. ΘΕΟΛΟΓΙΑ 53 (1982), σ. 833-849.

[2] Βλ. ἰδιαίτερα P.M.S. LAGRANGE, Introduction a l’ etude du  Nouveau Testament, IV, Critique Historique 1, Les mysteres: l’ Orphisme. Paris, Lecotte- Gabalda, 1937. Πρβλ. ΑΛ. ΣΜΕΜΑΝ , Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη. Εἰσαγωγὴ στὴ Λειτουργικὴ Θεολογία (Ἀπόδοση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ π. Δημήτριος Τζέρπος), Ἀκρίτας 1991, σ. 120-127.

[3] Γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ νεοπαγανισμοῦ στὴν Ἑλλάδα τὰ τελευταία χρόνια βλ. ἰδιαίτερα Β. ΞΥΔΙΑΣ , Οἱ Ἕλληνες ξανάρχονται, Περιοδικὸ «Σύναξη», τ. 69 (1999), σ. 5-2.

[4] Βλ. σχετικὰ Β. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Ὁ μυστικισμὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ αἱ θρησκευτικαὶ ἰδέαι καὶ τάσεις τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, Ἀθῆναι 1936, σ. 83 ἐξ.

[5] Λ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Πρωτογόνων θρησκευτικὴ ζωή, Ἀθῆναι 1964, σ. 80.

[6] Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, Μυστηριακαὶ Θρησκεῖαι καὶ Χριστιανισμός, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ἡ Ζωή», Ἀθῆναι 1932, σ. 25. Λ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Ἱστορία τῆς Ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐξ ἐπόψεως παγκοσμίου καὶ πανθρησκειακῆς, Ἀθῆναι 1958, σ. 194-205.

[7] ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, μν. ἔργ., σ. 23. ΑΛ.ΣΜΕΜΑΝ, μν. ἔργ.,  σ. 1241-125.

[8]  ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Πρωτογόνων θρησκευτικὴ ζωή, σ. 60-65.

[9] Bλ. H RAHNER, Griechische Mythen in christlicher Deutung, Zurich 1945, σελ. 141 -149

[10] ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Ἱστορία τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὄπ. πάρ.

[11] Εἰς τὴν καινὴν Κυριακήν. ΒΕΠΕΣ 60,184. Πρβλ. J.DANIELOU, Ἁγία Γραφὴ καὶ λειτουργία. Ἡ βιβλικὴ θεολογία τῶν μυστηρίων καὶ τῶν ἑορτῶν κατὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Κέντρο βιβλικῶν μελετῶν Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1981, σ. 306, ἀπ’ ὅπου καὶ ἡ μετάφραση τοῦ χωρίου.

[12] PG  LXX , 581 D. Πρβλ. J.DANIELOU, Ἁγία Γραφὴ καὶ λειτουργία, σ. 307.

[13] PG ΧΧΙΙΙ, 697 BC.

[14] I. DANIELOU, Mythes paiens mystere chretien. Fayard (Je sais – Je crois), Paris  1966, σ. 22-25. Πρβλ. Θ. ΖΗΣΗΣ, (Πρωτοπρεσβύτερος), Τὸ χριστουγεννιάτικο δένδρο, ξενόφερτο καὶ ἀντιχριστιανικό, Θεοδρομία 3 (1999), σ. 66-81.

[15] Εἰσαγωγή στήν ἑλληνική Λαογραφία. Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθῆναι 1978, σελ. 263-264.

[16] Βλ. σχετικὰ ΑΛ. ΣΜΕΜΑΝ, μν. ἔργ., σ. 127 ἐξ.

[17] ΑΛ. ΣΟΛΩΜΟΣ, Ὁ ἅγιος Βάκχος ἢ τὰ ἄγνωστα χρόνια τοῦ ἑλληνικοῦ Θεάτρου, ἐκδ. Κεραμεικός, Ἀθῆναι 1964, σελ. 143-196.

[18] Πρβλ. τοὺς γνωστοὺς ὕμνους τῆς Μ. Ἑβδομάδας : Ὦ γλυκύ μου ἔαρ… – : Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι… – Πᾶσα ἡ κτίσις ἠλλοιοῦτο φόβῳ….

[19] J. A. JUNGMAN,Liturgie der chrislichen Fruhzeit bis auf Gregor den Grossen, Freiburg 1967, σελ. 142, 145. Πρβλ. ΕΥΑΓ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν ἐπιδράσεων, σελ. 843.

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 31 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.