Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ. «Στὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχὴ δὲν γίνεται λόγος γιὰ μιὰ ἐξωτερικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ γιὰ ἑνότητα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δόθηκε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς».
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 26 Μαΐου 2012
Προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἑνότητα
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
Ἐκδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 99-102
«Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου,
ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς»
( Ἰω. ιζ´ 11)
. Στὴν προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ, τμῆμα τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν-Χριστιανῶν. Ὁ Χριστὸς παρακαλεῖ τὸν Πατέρα Του νὰ τηρῆ τοὺς μαθητὰς ἐν τῷ ὀνόματί Του «ἵνα ὦσιν ἓν». Τὸ χωρίον αὐτὸ χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὶς περισσότερες φορές, ἂν ὄχι πάντοτε, κακοποιεῖται καὶ διαστρεβλώνεται. Διότι ἐδῶ ὁ Κύριος δὲν παρακαλεῖ γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ γιὰ τὴν ἑνότητα «ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Χριστοῦ», ποὺ δίδεται στοὺς ἁγίους καὶ εἶναι παροῦσα πραγματικότητα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ τὴν βαθειὰ σημασία τοῦ αἰτήματος τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ θὰ προσπαθήσουμε νὰ δοῦμε στὰ ἀμέσως ἑπόμενα.
Ἑρμηνεία τοῦ «ἵνα ὦσιν ἓν»
. Γιὰ νὰ μπορέση κανεὶς νὰ ἑρμηνεύση καλὰ τὸ χωρίο αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ δῆ μέσα στὰ πλαίσια ὁλόκληρης τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, ποὺ εὑρίσκεται στὸ δέκατο ἕβδομο (ιζ´) κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου. Παρατηρεῖ κανεὶς ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ φράση «ἵνα ὦσιν ἓν» συνδέεται ἀμέσως μὲ τὸ «καθὼς ἡμεῖς», μὲ τὸ «ἐν ἡμῖν», μὲ τὴν δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ σύνδεσι αὐτὴ μᾶς δίδει τὴν πραγματικὴ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ ποὺ μελετᾶμε.
. Συγκεκριμένα. Ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀληθινή, ὅταν συνδέεται μὲ τὸ «καθὼς ἡμεῖς», ὅταν δηλαδὴ εἶναι Τριαδική. Ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε ξεκάθαρα: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σὺ πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί». Στὴν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ἀγαπωμένων Προσώπων. Ὁ Πατὴρ ζεῖ μέσα στὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Υἱὸς μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Ὑπάρχει στὴν Ἁγία Τριάδα ἑνότητα Προσώπων, ἀγάπη καὶ διαφύλαξι τῆς ἐλευθερίας κάθε Προσώπου.
. Ἔτσι καὶ ἡ ἑνότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐξωτερική, μία σύνδεσι ἐξωτερικὴ τῶν σωμάτων, ἀλλὰ ἐσωτερική. Ἡ ὑπόστασι τοῦ ἑνὸς ἀπὸ ἀγάπη νὰ εἰσέρχεται στὴν ὑπόστασι τοῦ ἄλλου. Ἀκόμη ἡ ἑνότητα εἶναι ἀληθινή, ὅταν ὑπάρχει ἐν Χριστῷ. «Καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν», εἶπε ὁ Κύριος. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ ἐξασφαλίζει τὴν γνησιότητα τῆς ἀνθρωπίνης ἑνότητος. Ἐπίσης ἡ γνήσια ἑνότητα ὑπάρχει μὲ τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς ἵνα ὦσιν ἓν… θέλω ὅπου εἰμι ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμήν…».
. Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι βιώνουν τὴν δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὸν Χριστό, τότε εἶναι καὶ μεταξύ τους ἑνωμένοι.
. Ἑπομένως στὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχὴ δὲν γίνεται λόγος γιὰ μία ἐξωτερικὴ ἑνότητα, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξωτερικῶν προσπαθειῶν καὶ γνωρισμάτων καὶ ποὺ εἶναι προσδοκία τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ γιὰ ἑνότητα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δόθηκε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ εἶναι παροῦσα πραγματικότης.
Αὐτὴ τὴν ἑνότητα βίωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες
. Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ φυσικὰ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἀφοῦ καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς ἐνέργειες τῶν παθῶν, ἀφοῦ ἀπέβαλαν μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ τὴν σκότωση τοῦ νοῦ, ἔφθασαν στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Φθάσαντες δὲ στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ ἑνώθηκαν καὶ μεταξύ τους. Ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδας τοὺς περιέλαμψε, τοὺς ἠλλοίωσε, τοὺς μεταμόρφωσε, ὅποτε δὲν ἐνεργοῦσαν σὰν ἀτομικὲς ὑπάρξεις, ἀλλ’ ὡς ἐνεργήματα τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
. Ἔτσι ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν κοινὴ διδασκαλία, ἀφοῦ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀπέκτησαν κοινὴ ζωή. Εἶναι φορεῖς τῆς Παραδόσεως. Καὶ ξέρουμε καλὰ ὅτι ἡ Παράδοσι δὲν εἶναι μία «ἱστορικὴ γνῶσι» καὶ «ἱστορικὴ μνήμη», ἀλλὰ ἡ ἀδιάλειπτη ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲν παρέλαβαν κάπως ἐξωτερικὰ καὶ διανοητικὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους Πατέρας, οὔτε ἔμαθαν τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὶς συγγραφὲς τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς προηγουμένους αὐτῶν, ἐπειδὴ συμμετέχουν στὴν ἄκτιστη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τονίσαμε. Ἡ διδασκαλία τους δὲν εἶναι φιλοσοφικὸς στοχασμός, ἀλλὰ ἀποκάλυψι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ πρῶτοι, ὡς μὴ ἔχοντες θεωρία Θεοῦ, φιλοσοφοῦσαν, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, ὡς ἔχοντες θεωρία Θεοῦ, θεολογοῦσαν· μιλοῦσαν αὐθεντικά, ὡς φορεῖς τῆς Παραδόσεως. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας διατυπώνεται σὲ κάθε χρονικὴ περίοδο ἀπὸ τοὺς ἁγίους, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνεται καὶ χωρὶς νὰ διαφοροποιεῖται ἀπὸ ὅλη τὴν διδασκαλία τῶν προηγουμένων Πατέρων. Ὅταν ἔχουμε διαφοροποίησι, τότε ἔχουμε παρέκκλισι. Ἄρα αἵρεσι.
Ἕνωση τῶν «Ἐκκλησιῶν»
. Τονίσαμε προηγουμένως ὅτι τὸ αἴτημα αὐτὸ τοῦ Κυρίου χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν». Κατ’ ἀρχὰς ὁ λόγος γιὰ τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» εἶναι θεολογικὰ ἀδόκιμος, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, δὲν ἔχει ποτὲ σχισθῆ. Μόνον οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀποσχισθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Γιὰ τὴν κίνησι ὅμως μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ διατυπώσουμε δύο σημεῖα, ἐν σχέσει μὲ τὴν πραγματικὴ σημασία τοῦ χωρίου ποὺ μελετᾶμε.
. Τὸ πρῶτο σημεῖο εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος γιὰ μία ἁπλῆ ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνωσι μερικῶν συνεργαζομένων θρησκευτικῶν σωματείων, ἀλλὰ γιὰ ἑνότητα πίστεως, γιὰ ἑνότητα ἐν Χριστῷ. Ὅσοι μὲ τὴν ἄσκησι καὶ τὴν μετάνοια βιώνουν τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἑνώνονται καὶ μεταξύ τους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκεται καὶ ἡ δυσκολία. Διότι ξέρουμε καλὰ ὅτι οἱ Παπικοὶ ταυτίζουν τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι μετέχουν τῶν κτιστῶν ἐνεργειῶν. Ἐνῶ διδασκαλία ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, ἀπὸ τὴν πείρα τους, εἶναι ὅτι μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
. Τὸ δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι στὸν διάλογο γιὰ τὴν ἕνωσι πρέπει νὰ συμμετέχουν σύγχρονοι ἅγιοι Πατέρες, ποὺ θεωροῦν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχουν προσωπικὲς ἐμπειρίες θεώσεως, ποὺ ἔχουν ἔτσι κοινωνία μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους Πατέρας καὶ ἑπομένως ἐκφράζουν ἀλάνθαστα τὴν συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας.
. Αὐτὴν τὴν ἕνωσι καὶ αὐτὸν τὸν διάλογο ἡ Ὀρθοδοξία ὄχι μόνον δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ, ἀλλὰ τὴν ἔχει συνεχὲς αἴτημα προσευχῆς.
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ «Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ ἡ Ζωή μας».
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 20 Μαΐου 2012
Tὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
Ἐκδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 95-98
«ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος
καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ»
( Ἰω. ι´ 6)
. Ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος δὲν εἶχε ἁπλῶς μιὰ πάθησι στὰ μάτια ποὺ τοῦ στεροῦσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπη, ἀλλὰ ἦταν ἐκ γενετῆς τυφλός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἦταν ἀόμματος. Δηλαδὴ ὄχι μόνον δὲν εἶχε τὴν αἴσθησι τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχε καθόλου μάτια. Ἔτσι ὁ Κύριος ἔκανε καὶ τὰ δύο. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ δημιούργησε ὀφθαλμοὺς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἔδωσε τὴν δύναμι τῆς ὁράσεως.
. Ὁ τρόπος ὅμως τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Χριστοῦ στὴν προκειμένη περίπτωσι, δείχνει μερικὲς ἀλήθειες ποὺ θέλουμε νὰ ὑπογραμμίσουμε μὲ τὸ σημερινὸ σύντομο κήρυγμα.
. Διαβάζοντας τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μία
πράξη δημιουργίας
. ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ Πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος, εἶναι Θεὸς καὶ δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος θαυματούργησε, φανερώνει καθαρὰ τὸν τρόπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό.
. Κατὰ τὴν θεόπνευστη διήγησι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β´ 7). Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο βλέπουμε νὰ γίνεται στὴν παροῦσα περίπτωσι. «Ἔφτυσε χάμω μὲ τὸ σάλιο, ἔκαμε λάσπη κι ἔβαλε τὴν λάσπη ἐπάνω στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ». Μὲ τὸν πηλὸ ποὺ χρησιμοποίησε, ἔδειξε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδάμ.
. Ἔπειτα παρατηροῦμε ὅτι δὲν ἔπλασε μόνο τὰ μάτια ἢ δὲν τὰ ἄνοιξε, ἀλλὰ «καὶ τὸ ὁρᾶν ἐχαρίσατο». Καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν ὁ πηλὸς οὔτε τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, ποὺ τοῦ ἔδωσε τὴν ἱκανότητα τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ «ἡ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐξελθοῦσα δύναμις, αὐτὴ καὶ διέπλασε καὶ ἀνέῳξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ». (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
. Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύεται ἡ Θεότητά Του. Ὅτι δι’ Αὐτοῦ ἔγινε ὁ κόσμος. Αὐτὸ λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Πανάγιο: «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωάν. α´ 3-4).
. Ἐξ ἄλλου παρουσιάζεται ἡ μεγάλη ἀλήθεια ὅτι
τὸ σῶμα εἶναι ἄμεσον δημιούργημα τοῦ Θεοῦ
. καὶ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν γῆ. Ἑπομένως ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος βρίσκεται στὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀμέσου δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι μέσα του ἔχει τὴν ψυχή. Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι πηλός, χῶμα, ἀλλὰ χῶμα ποὺ ἔχει μέσα του τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἢ τοὺς λόγους, ὅπως τονίζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Αὐτοὶ οἱ λόγοι δίδουν ἀξία στὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἔτσι οἱ φωτιζόμενοι χριστιανοί, οἱ φθάσαντες στὴν κατάσταση τῆς θεωρίας, βλέπουν μέσα στὴν κτίση καὶ στὸν ἄνθρωπο τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ δὲν φθάνουν στὴν δυστυχία νὰ θεοποιήσουν τὰ δημιουργήματα ἢ νὰ σκανδαλισθοῦν ποικιλοτρόπως ἀπὸ αὐτά.
. Εἶναι ἀξιοσημείωτο νὰ τονισθῆ ὅτι
ἡ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιὰ νέα δημιουργία.
. Ὁ Κύριος ἐτόνισε τὴν ἀλήθεια: «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17). Κατὰ τοὺς Πατέρας δὲν ὑπάρχουν φυσικοὶ κτιστοὶ νόμοι ποὺ ἐνεργοῦν στὴν φύσι, ἀλλὰ πνευματικοὶ λόγοι. Δηλαδὴ ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ διευθύνει τὰ πάντα. Ἡ κτίσι ζεῖ «διὰ τῆς μετοχῆς τῆς δημιουργικῆς, προνοητικῆς καὶ ζωοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ». Διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐδημιούργησε τὸν Ἀδάμ, αὐτὸ τὸ ἴδιο χέρι «καὶ νῦν καὶ ἀεὶ τοὺς μετ’ ἐκεῖνον πάλιν πλάττει καὶ διασυνίστησι». Ἑπομένως ἡ γέννησι ἑνὸς νέου ἀνθρώπου εἶναι ἐπέκτασι τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα εἶναι ἐνέργεια τοῦ λόγου: «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν» (Γέν. α´ 28). Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια αὐτή. Π.χ. γιὰ τὴν προφήτιδα Ἄννα, τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, λέγεται ὅτι «καὶ Κύριος ἀπέκλεισε τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς… συνέκλεισε Κύριος τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς τοῦ μὴ δοῦναι αὐτῇ παιδίον» (Α´ Βασιλ. α´ 5-6). Καὶ ὅταν εὐδόκησε ὁ Θεὸς ἄνοιξε τὴν μήτρα της. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς ὅταν θέλει, ἀνοίγει τὴν μήτρα καὶ ὅταν θέλει, τὴν κλείνει. Αὐτὰ βέβαια γιὰ τοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀκατανόητα, ἀλλὰ ἐμεῖς πρέπει νὰ σκεπτόμαστε βιβλικοπατερικά. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «τὸ τεκεῖν ἄνωθεν ἔχει τὴν ἀρχήν, ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας καὶ οὔτε γυναικὸς φύσις, οὔτε συνουσία, οὔτε ἄλλο οὐδὲν αὔταρκες πρὸς τοῦτο ἐστίν». Γι’ αὐτὸ εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ὅταν ὁ Θεὸς δίδει τὴν εὐλογία σὲ μία γυναίκα νὰ φέρει παιδὶ στὸν κόσμο καὶ ἐκείνη ἀρνεῖται.. Ἐμποδίζει τὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
. Ἐπίσης τὸ θαῦμα τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ δείχνει καὶ
τὸν σκοπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο.
. Ἦλθε γιὰ νὰ ἀναδημιουργήσει καὶ νὰ ἀναπλάσει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν σάρκωσί Του δὲν ἔφερε τὸ φῶς στὸν κόσμο μόνο, ἀλλὰ «καὶ ὀφθαλμὸν κατεσκεύασε». Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλες οἱ αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος γίνονται αἰσθήσεις τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκτᾶ νόημα στὴν ζωή του. Ὅπως ὁ χρυσοχόος παίρνει ἕνα ἀκατέργαστο κομμάτι χρυσό, τὸ βάζει στὸ χωνευτήρι, ὅπου καθαρίζεται ἀπὸ τὶς προσμίξεις καὶ ἔπειτα τὸ τοποθετεῖ σὲ διάφορα καλούπια καὶ τοῦ δίδει μορφή, τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. «Ἡ ἀνείδεος καὶ ἀόριστος ἡμῶν ζωὴ» λαμβάνει «εἶδος καὶ ὅρον». (Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας).
. Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ ἡ Ζωή μας. Αὐτὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ζωή, μᾶς συντηρεῖ στὴν ζωή, καὶ μᾶς δίδει τὴν γεῦσι καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἡ τύφλωσί μας σταματᾶ, ὅταν ζοῦμε μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὅσοι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι τυφλοὶ καὶ ἀνήμποροι νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ θέματα τῆς ζωῆς. Οἱ Χριστιανοὶ εἶναι οἱ πραγματικὰ φωτισμένοι, ἀφοῦ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου» καὶ ἔχουν ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ βλέπουν τὸ αἰώνιο Φῶς.
ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ!
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ στὶς 8 Μαΐου 2012
Ἀπόσπασμα ἀπὸ «Τὸ πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ»
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Λίαν «ἐπίκαιρο»!
. Μπορεῖ νὰ φανῆ παράξενο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ στὴν συνέχεια. Ἡ προβολὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἡσυχασμοῦ, ποὺ ἔγινε τὸν 14ον αἰώνα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμά, ἦταν ἀρίστη προετοιμασία τοῦ λαοῦ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ ἀντιμετωπίση τὴν δυσκολία τῆς ὑποδουλώσεως στοὺς Τούρκους.
. Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἔχουμε τὴν ἐπάνοδο στὴν ἀσκητικὴ διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, στὴν βίωση τοῦ πολιτεύματος τοῦ Σταυροῦ, γι’ αὐτὸ στὴν πραγματικότητα ἡ ἡμέρα τῆς ὑποδουλώσεώς μας στοὺς Τούρκους μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ Κυριακή της Ὀρθοδοξίας. Τότε χάθηκαν τὰ ἐξωτερικὰ στηρίγματα, ἡ ἐξωτερικὴ περίλαμπρη ἐπιφάνεια καὶ ἄρχισε νὰ φαίνεται καὶ νὰ βιώνεται τὸ ἐσωτερικὸ μεγαλεῖο, δηλαδὴ ἄρχισε νὰ βιώνεται ἡ πτωχεία μὲ ὅλη τὴν ὀρθόδοξη σημασία τῆς λέξεως.
. Σήμερα, δυστυχῶς, παρατηροῦμε, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς δὲν βιώνουμε τὸ πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ. Ἔχουμε θρησκειοποιήσει τὸν Χριστιανισμό, τὸν ἔχουμε ἐκκοσμικεύσει. Ὄχι μόνον ζητᾶμε προστασία ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλὰ χάσαμε τὴν ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ θεολογία, ἡ λατρευτικὴ ζωή, ὁ τρόπος ζωῆς μας δὲν εἶναι ἔκφραση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ ἔκφραση μιᾶς ἀντισταυρικῆς ζωῆς. Κυριαρχοῦν οἱ ἐξωτερικὲς αἰσθήσεις, ἡ λογική, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ θέλημα. Ἀπὸ ἐκεῖ προέρχονται ὅλα τὰ δεινά.
Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 28 Ἀπριλίου 2012
Ὁ Ἀναστὰς καὶ οἱ Μυροφόρες
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
Ἐκδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 83-86
«ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν»
(Μάρκ. ιϛ´ 1 )
. Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν Μυροφόρων γυναικῶν «λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς Σαββάτων» στὸ μνημεῖο, τὴν συνάντησι μὲ τὸν Ἄγγελο καὶ τὴν πληροφορία ὅτι «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε». Δὲν περιγράφεται ἐδῶ ἡ συνάντησι τῶν Μυροφόρων μὲ τὸν Κύριο, ὅμως γνωρίζουμε καλὰ ὅτι οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὄχι μόνο ἀξιώθηκαν τῆς ἀγγελικῆς ὀπτασίας καὶ πληροφορήθηκαν πρῶτες αὐτὲς τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν Ἀναστάντα Χριστό. Αὐτὸ ἀποτελεῖ γεγονὸς μεγάλης σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Γι’ αὐτὸ στὸ πρόσωπο τῶν Μυροφόρων τιμᾶται ἡ γυναικεία φύση καὶ γενικὰ ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι.
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες
. Προξενεῖ θαυμασμὸ ὅτι ἡ πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Νικητοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, καὶ τοῦ θανάτου, ἔγινε στὶς γυναῖκες καὶ ὄχι στοὺς μαθητάς. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει τὴν ἐξήγησί του.
. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἀναζώωσι, ἡ ἀνάπλασι καὶ ἡ πρὸς τὴν ζωὴ τὴν ἀθάνατη ἐπανέλευσι τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου εἶχε ἐπανέλθη στὴν γῆ. Ὅπως τὸν Ἀδὰμ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν δημιουργήθηκε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τότε ἄλλος, παρὰ μόνο ἡ Εὔα (πρώτη) μετὰ τὴν δημιουργία της, ἔτσι καὶ τώρα τὸν νέο Ἀδάμ, τὸν Χριστὸ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν ἀναστήθηκε. Μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του πρώτη τὸν εἶδε γυναίκα.
. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν ἄποψι αὐτὴ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πατερικὴ ἑρμηνεία, ποὺ βρίσκει συσχετισμὸ μεταξὺ τῆς Εὔας καὶ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Ἡ γυναίκα (Εὔα) ἀφοῦ συνομίλησε μὲ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἔπεσε καὶ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς πτώσεως στὸν Ἀδάμ. Τώρα οἱ γυναῖκες (Μυροφόρες) ἀφοῦ συνομίλησαν μὲ τὸν ἄγγελο καὶ κατόπιν εἶδαν τὸν Χριστό, ἔφεραν τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στοὺς ἄνδρας (στοὺς μαθητάς). Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἀποκατάστασι τῆς γυνακείας φύσεως. Καταργεῖται ἡ διαίρεσι καὶ ἡ ἀπόδοσι τῆς εὐθύνης στὴν γυναίκα γιὰ τὴν πτῶσι. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς γυναικείας φύσεως ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν γέννησί Του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, τὴν ὁποία περίμεναν ὅλοι οἱ αἰῶνες.
. Ἡ γυναίκα μέσα στὴν Ἐκκλησία παύει νὰ εἶναι μία ἁπλὴ βιολογικὴ ὕπαρξι καὶ γίνεται πρόσωπο, πνευματικὴ ὕπαρξι, ποὺ θεώνεται. Βέβαια ἀκόμη ὑπάρχει ἡ βιολογικὴ διαφορὰ τοῦ φύλου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ θὰ καταργηθῆ στὴν κοινὴ Ἀνάστασι. Τότε θὰ παραμείνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἑπομένως γιὰ τὴν σωτηρία δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». (Γαλ. γ´ 28). Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐπαναστατικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτό. Δημιουργεῖ μία μεγάλη ἐπανάστασι μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασι. Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἀνακαίνισε τὰ πάντα.
Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας
. Μὲ τὴν πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Ἀναστάντος στὶς γυναῖκες τιμήθηκε καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας. Οἱ Μυροφόρες δὲν ὑπελόγισαν τίποτε, οὔτε τὴν ἔχθρα τοῦ λαοῦ, οὔτε τὴν δύναμι τῶν στρατιωτῶν, οὔτε τὴν νύχτα. Ἔκαναν μία ἠρωϊκὴ ἔξοδο καὶ ἦλθαν στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ προσφέρουν ἀρώματα στὸν Χριστό. Στὸ πρόσωπό τους τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ὑγιὴς ἔκφρασι τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ ἐκδηλώνεται ὄχι μὲ βόμβες, ποὺ καταστρέφουν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη, ἱλαρότητα, πραότητα (μύρα καὶ δάκρυα) ποὺ οἰκοδομοῦν. Τύφλα νὰ ἔχουν οἱ σύγχρονοι ἀναρχικοὶ καὶ οἱ σύγχρονες φεμινίστριες μπροστὰ στὸ ἡρωϊκὸ παράδειγμα τῶν Μυροφόρων γυναικῶν.
. Οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ἡ ἀνδρεία εἶναι μία ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες ἀρετὲς (φρόνησι, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη) ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν συνάντησι μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν συμπλοκὴ «τοῦ θυμικοῦ πρὸς τὴν ὄσφρησιν» δηλαδὴ τὴν συμπλοκὴ τῆς βουλήσεως μὲ τὴν ἐσωτερικότητα, ἡ δὲ ἐναρμόνισι τῆς ἀνδρείας μὲ τὴν σωφροσύνη δημιουργεῖ τὴν ἀρετὴ τῆς πραότητος ποὺ ὀνομάζεται καὶ ἀπάθεια, διότι ἐναρμονίζει τὶς ἐνεργητικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μὲ τὶς ἀντίστοιχες αἰσθήσεις τοῦ σώματος καὶ τὶς ἐνέργειες τῶν αἰσθήσεων.
. Γενικώτερα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστι στὸν Θεό, τὴν ἀγάπη σ’ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεός Του. Καὶ αὐτὰ τὰ διαθέτει ἐκεῖνος ποὺ προχωρεῖ μὲ τὴν καρδιὰ καὶ ὄχι μὲ τὴν ψυχρὴ λογική. Ἡ λογικὴ ὑπολογίζει καὶ δειλιᾶ, ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ἡ καρδιὰ ἀγαπᾶ καὶ προχωρεῖ.
. Ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀπαραίτητη στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν μας καὶ μάλιστα στὸ νὰ ὑπομένομε σὲ κάθε ἔργο ἀγαθὸ καὶ στὸ νὰ νικοῦμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνδρεία δὲν φοβᾶται στὶς δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἀγῶνος. Ὅπως ἔχει λεχθῆ, καὶ ἂν ἀκόμη πέση στὴν ἁμαρτία καὶ ἂν ἀκόμη προσκυνήση τὸν διάβολο, δὲν χάνει τὸ θάρρος του, ἀλλὰ στρέφεται μὲ μετάνοια στὸν Θεὸ καὶ νικᾶ τοὺς ἐχθρούς του.
. Ἀντίθετα ἡ ἔλλειψι τῆς ἀνδρείας ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα δύο μεγάλες κακίες. Τὴν θρασύτητα, ποὺ στρέφεται ἐναντίον τοῦ πλησίον καὶ τὴν δειλία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Διότι ἡ δειλὴ ψυχὴ συγχύζεται, ἀπελπίζεται καὶ τελικὰ καταστρέφεται, χάνεται. Αὐτὸ παρατηροῦμε συχνὰ στοὺς σημερινοὺς Χριστιανούς. Εὔκολα τὰ χάνουν. Ἴσως γιατί δὲν ἔχουν βιώσει τὴν πρακτικὴ φιλοσοφία. Ἴσως γιατί παραθεωροῦν τὴν ἠθικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ βάσι τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Ἡ Μυροφόρος ἀνθρώπινη φύσι
. Ἡ συνάντησι μὲ τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο μερικῶν γυναικῶν. Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι δέχτηκε τὸν Χριστό, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Παναγίας Τριάδος. Στὸ Ἆσμα Ἀσμάτων λέγεται: «Μύρον ἀκένωτον ὄνομά σου» (α´ 3). Πρὶν τὴν ἐνανθρώπησι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ Μύρο, μετὰ τὴν ἐνανθρώπησι ἔγινε Χρίσμα καὶ ἔχρισε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Τῆς ἔδωσε τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν Χάρη. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν ἁμαρτία διεχώρισε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ὅμως ἡ σὰρξ θεώθηκε, τότε ἡ ἀνθρώπινη φύσι πῆρε σὰν ὑπόστασι τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸ τεῖχος ἔγινε μύρο.
. Ἔτσι μυροφόροι δὲν εἶναι μόνο οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες, ποὺ πῆγαν στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ μὲ μύρα, ἀλλὰ εἶναι ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν Ἀνάστασι καὶ Ἀνάληψι καὶ ἰδιαιτέρως ὅσοι ζοῦν μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτοὶ δὲν κρατοῦν ἁπλῶς στὰ χέρια τους τὰ μύρα, ἀλλὰ ἔχουν μέσα στὴν καρδιά τους τὸ μύρο τὸ ἀκένωτο, τὸν Χριστό. Δὲν ἔχουν ἁπλῶς τὶς ἀρετὲς τῆς καλωσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Καλωσύνη, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀλήθεια. Ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιά τους ξεχύνεται καὶ στὸ σῶμα, ὥστε δὲν εἶναι ἁπλὰ μυροδοχεῖα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ σώματά τους μεταμορφώνονται σὲ μύρα.
. Μυροφόροι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ποὺ καθαρίσθηκαν διὰ τοῦ λόγου τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶναι ἄκακη καὶ γονιμώτατη στὶς ἀρετές, ποὺ ἀπέβαλε κάθε πάθος μὲ τὴν πραότητα καὶ εἶναι θερμὴ στὸ νὰ γεννᾶ πνευματικὰ νοήματα μὲ διάκρισι (Νικήτας Στηθάτος). Μυροφόρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐσωτερικὴ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τέτοιοι ἦταν καὶ εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι.
. Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐμύρωσε καὶ ἔχρισε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Ὅλοι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τὸ προνόμιο νὰ γίνουμε μυροφόροι Χριστοῦ.
ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ;
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 18 Ἀπριλίου 2012
Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν ἐμφανίστηκε σὲ ὅλους μετὰ τὴν Ἀνάσταση
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου:
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές» [Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ]
. Μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστὸς ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες γυναῖκες καὶ στοὺς Μαθητάς Του. Μερικοὶ διερωτῶνται γιατί ὁ Χριστὸς δὲν ἐμφανίστηκε σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα στοὺς σταυρωτές Του καὶ τοὺς ἀρνητὲς τῆς Ἀναστάσεώς Του, γιὰ νὰ τοὺς κάνη νὰ πιστεύσουν σὲ Αὐτόν.
. Ὅταν κανεὶς γνωρίζη τὴν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τέτοια ἐρωτήματα, γιατί γνωρίζει σαφῶς ὅτι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ δὲν γίνεται ποτὲ γιὰ θεαματικοὺς λόγους καὶ γιὰ ἐξαναγκασμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ἔχει ἕναν ὁρισμένο σκοπὸ καὶ μία βαθειὰ αἰτία.
. Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν θέλει νὰ ἐξαναγκάση κανέναν νὰ πιστεύση. Ἔπειτα, ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἕνα κρίσιμο σημεῖο γιὰ τὴν ζωή του. Στὴν ἄλλη ζωή, κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὅλοι θὰ τὸν δοῦν, ἀλλὰ γιὰ τοὺς προετοιμασμένους καὶ καθαρθέντας ὁ Θεὸς θὰ γίνη φῶς, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀκαθάρτους θὰ γίνη κόλαση. Αὐτὸ θὰ συνέβαινε καὶ στὴν περίπτωση αὐτή. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία δὲν ἐμφανίστηκε στοὺς ἀρνητὰς καὶ σταυρωτάς Του.
. Ἡ φανέρωση τοῦ Χριστοῦ ἐν δόξῃ γίνεται μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ὁδηγήση αὐτοὺς ποὺ ἔχουν προετοιμασθῆ κατάλληλα πρὸς τὴν θέωση καὶ τὸν δοξασμό. Οἱ Μαθητὲς εἶχαν προετοιμασθῆ, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος εἶπε: “ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν” (Ἰω. ιε´ 3). Οἱ Μαθητὲς τρία χρόνια, ἀκούοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ μαθητευόμενοι στὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκδιώκοντας δαιμόνια, περνοῦσαν τὴν διαδικασία τῆς καθάρσεως. Ὁπότε, ἔγιναν κατάλληλοι γιὰ τὴν θέωση καὶ χωρητικοὶ τῆς μεθέξεως τῆς Χάριτος τῆς Ἀναστάσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλι, ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ κάτω, καὶ μὲ τὴν ἐμφάνισή Του μετὰ τὴν Ἀνάσταση, τοὺς προετοιμάζει γιὰ τὴν εἴσοδό τους στὸν μεγάλο βαθμὸ τῆς θεώσεως καὶ θεωρίας ποὺ θὰ γινόταν τὴν Πεντηκοστή.
. Ἡ φανέρωση ὅμως τοῦ Χριστοῦ στοὺς Μαθητάς Του, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, δὲν ἦταν ἕνα γεγονὸς μόνο γι’ αὐτούς, ἀφοῦ γνωρίζουμε ὅτι ὅσοι περνοῦν ἕναν ἀνάλογο βαθμὸ θεραπείας καὶ καθάρσεως, ἀξιώνονται νὰ μεθέξουν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ δοῦν τὸν Ἀναστάντα Χριστό. Μὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ δοῦμε καὶ τὴν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν βεβαιότητα ὅτι καὶ σὲ αὐτὸν ἐμφανίστηκε ὁ Ἀναστὰς Χριστός. “Ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοὶ” (Α´ Κορ. ιε´8). Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κατὰ τὸν καιρὸ τῆς Ἀναστάσεως, ἦταν ζηλωτὴς Ἰουδαῖος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ὁπότε ἀναφέρεται στὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν Πεντηκοστή.
. Ἡ περίπτωση αὐτὴ φανερώνει ὅτι ἡ θέα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ δὲν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ βέβαια, ὅτι αὐτὸ συνεχίζεται σὲ ὁλόκληρη τὴν ζωὴ τῆς ἀνθρωπότητος. Πάντοτε διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὑπάρχουν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Η ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ΚΑΙ Η ΝΕΚΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΥ ΕΟΡΤΗΣ («γιατὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἰκονογραφεῖται μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη»)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 16 Ἀπριλίου 2012
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου:
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»)
. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη θρησκεία. Οἱ ἄλλες θρησκεῖες ἔχουν ἀρχηγοὺς θνητούς, ἐνῶ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἀναστημένος Χριστός. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀνανέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ βίωση τῆς ἐσχατολογικῆς πραγματικότητος. Ὅταν μιλοῦμε γιὰ τὴν Ἀνάσταση δὲν τὴν ξεχωρίζουμε ἀπὸ τὸν Σταυρό, ἀφοῦ Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση εἶναι οἱ δύο πόλοι τοῦ λυτρωτικοῦ βιώματος, ὅπως προσευχόμαστε στὴν Ἐκκλησία, “διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον ὑμνοῦμεν τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ”, ἢ ὅπως ψάλλουμε, “τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν”.
. Στὴν Ἐκκλησία κάνουμε διαρκῶς λόγο γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Δὲν πιστεύουμε σὲ κοινωνικὲς ἐπαναστάσεις, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο καλὸ στὴν Οἰκουμένη προῆλθε ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια ἀνθρώπινη κοινωνικὴ ἐπανάσταση. Κι ἂν συσχετίσουμε τὴν Ἀνάσταση μὲ τὴν ἀληθινὴ ἐπανάσταση, τότε βρισκόμαστε στὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι διὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐπανῆλθε στὴν ἀρχική του θέση καὶ ἀνέβηκε ἀκόμη ψηλότερα. Ἡ λέξη ἐπανάσταση προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ἐπανίστημι, ποὺ σημαίνει ἐπανέρχομαι στὴν προηγούμενη θέση. Αὐτὴ ἡ ἐπανόρθωση, ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σαφῶς διακηρύσσει: “Εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α´ Κορ. ιε´ 17). Ἡ ἀληθινότητα καὶ ἡ δυναμικότητα τῆς πίστεως ὀφείλεται στὸ λαμπρὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρὶς αὐτὴν οἱ Χριστιανοὶ εἶναι “ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων” (Α´Κορ. ιε´ 19).
Α. Γιατὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἰκονογραφεῖται μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη
. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς καταβάσεώς Του στὸν Ἅδη, ὅπου ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Ἔτσι τὴν πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας. Στὰ λειτουργικὰ κείμενα φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ πανηγυρισμὸς τῆς Ἀναστάσεως ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Μ. Παρασκευή, ὅπως τὸ βλέπουμε στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου, ὅπου γίνεται καὶ ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου. Καὶ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων κατὰ τὴν Μ. Παρασκευὴ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀναστάσιμες καὶ νικητήριες.
. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἁγιογραφία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νὰ θεωρῆται ὡς πραγματικὴ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη. Βέβαια, ὑπάρχουν καὶ εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως ποὺ περιγράφουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες καὶ τοὺς Μαθητάς, ἀλλὰ ἡ κατ’ ἐξοχὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ θανάτου, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὅταν ἡ ψυχὴ μαζὶ μὲ τὴν θεότητα κατῆλθε στὸν Ἅδη καὶ ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ τὸν περίμεναν ὡς Λυτρωτή.
. Ἡ εἰκονογράφηση τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη γίνεται γιὰ πολλοὺς καὶ σοβαροὺς θεολογικοὺς λόγους. Πρῶτον, γιατί κανεὶς δὲν εἶδε τὸν Χριστὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν τάφο “ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος”. Ὁ σεισμὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἡ κάθοδος τοῦ ἀγγέλου ποὺ σήκωσε τὴν πλάκα τοῦ τάφου, ἔγιναν γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστός. Δεύτερον, γιατί, ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνωμένη μὲ τὴν θεότητα κατῆλθε στὸν Ἅδη, συνέτριψε τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ μὲ τὸν δικό Του θάνατο νίκησε τὸν θάνατο. Φαίνεται καθαρὰ στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅτι μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καταργήθηκε ὁλοκληρωτικὰ τὸ κράτος τοῦ θανάτου. Ἄλλωστε, ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία: “Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας…”. Ἡ θριαμβευτικὴ νίκη Του ἐναντίον τοῦ θανάτου ἔγινε ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνωμένη μὲ τὴν θεότητα κατήργησε τὸν θάνατο. Τρίτον, ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη ἐλευθέρωσε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἔτσι, ὅπως διὰ τοῦ Ἀδὰμ προῆλθε ἡ πτώση ὁλοκλήρου του ἀνθρωπίνου γένους, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ γενάρχης μας, ἔτσι διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἀδὰμ γευόμαστε τοὺς καρποὺς τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς σωτηρίας. Λόγῳ τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὅ,τι ἔγινε στὸν προπάτορα ἔγινε σὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση.
. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ χαρακτηριστικότερη εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖται ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη, ἀφοῦ, ἄλλωστε, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ στὰ ἑπόμενα, ἡ οὐσία τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου καὶ ἡ κατάργηση τοῦ διαβόλου: “Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τὴν καθαίρεσιν”, ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία. Ἡ καθαίρεση τοῦ Ἅδου καὶ ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἀναστασίμου ἑορτῆς.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ (καὶ πῶς ὁ Ἅδης ἀνεγνώρισε τὰ τραύματα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε σῶμα, ἀλλὰ μόνο ψυχή)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 13 Ἀπριλίου 2012
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ
(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου:
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»)
. Τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὸν Ἅδη καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτόν; Ὑπάρχουν πολλὰ χωρία τόσο στὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ ἀναφέρονται στὸν Ἅδη. […] Ἡ λέξη Ἅδης στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν Ἑβραϊκὴ λέξη «Σεὼλ» ποὺ ἑρμηνεύεται ὡς ἄντρο, βάραθρο, ἄβυσσος, καὶ δηλώνει τὸ σκοτεινὸ καὶ ἀόρατο βασίλειο τῶν νεκρῶν, δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκονται τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν.
. Ἡ λέξη Ἅδης προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία. Εἶναι ὁ Ἁΐδης καὶ Ἁϊδωνεύς, ὁ Υἱὸς τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας, […] Ὁ Ἅδης ἔλαβε τὴν κυριαρχία τοῦ κάτω κόσμου, τοῦ κόσμου τῶν νεκρῶν, ὅπου ὑπάρχει πυκνὸ σκοτάδι. Ἐκεῖ δέχεται τοὺς νεκρούς, τοὺς ὁποίους ἐξουσιάζει. Φυσικά, τόσο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅσο καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη δὲν δέχονται αὐτὲς τὶς θεωρίες γιὰ τὸν Ἅδη. Δὲν θεωροῦν ὅτι εἶναι κάποιος Θεὸς ἀλλὰ ὅτι εἶναι τὸ κράτος καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου […] Δεδομένου μάλιστα ὅτι οἱ ψυχὲς δὲν εἶναι ὑλικές, ἀλλὰ ἄϋλες, δὲν μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τὸν Ἅδη ὡς ἕναν ἰδιαίτερο τόπο.
. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἅδου χρησιμοποιεῖται συμβολικὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ δηλωθῆ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. […] Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση ὁ Ἅδης δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἰδιαίτερος τόπος, ἀλλὰ ἡ κυριαρχία τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ βρίσκονται στὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου, λέμε ὅτι βρίσκονται στὸν Ἅδη. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὅτι, δηλαδή, ὁ Χριστὸς μπῆκε στὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δέχθηκε νὰ πεθάνη, ὁπότε μὲ τὴν δύναμη τῆς θεότητός Του νίκησε τὸν θάνατο, τὸν κατέστησε ἐντελῶς ἀνίσχυρο καὶ ἀδύναμο, καὶ ἔδωσε τὴν δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, μὲ τὴν δική Του δύναμη καὶ ἐξουσία, νὰ ἀποφεύγη τὴν κυριαρχία, τὴν ἐξουσία καὶ τὴν δύναμη τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου.
. Γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη ἔχουμε μαρτυρία ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στὴν ὁποία λέγεται: «Χριστὸς ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθεὶς δὲ πνεύματι, ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν…» (Α´ Πέτρ. γ´ 18-19). Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ Χριστός, μὲ τὴν θεότητά Του, κατέβηκε στὴν φυλακὴ τῶν πνευμάτων, δηλαδὴ τῶν ψυχῶν, καὶ κήρυξε μετάνοια. Τὸ ἴδιο λέγει καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο στὴν ἴδια ἐπιστολή: «εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη…» (Α´ Πέτρ. δ´ 6).
. Στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἰσῆλθε μέσα στὸ κράτος καὶ τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου. Εἶναι συνταρακτικὰ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλονται κατὰ τὸν ἑσπερινὸ τοῦ Πάσχα, τὰ ὁποῖα ἀρχίζουν μὲ τὴν φράση “σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ”. Παρουσιάζουν, δηλαδή, τὸν Ἅδη νὰ φωνάζη μὲ στεναγμό. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει ὅτι κατελύθη ἡ ἐξουσία του, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἐλευθέρωσε ὅλους αὐτοὺς ποὺ κατεῖχε ἀπὸ αἰώνων. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια: “κατεπόθη μου τὸ κράτος, ὁ ποιμὴν ἐσταυρώθη καὶ τὸν Ἀδὰμ ἀνέστησεν, ὧνπερ ἐβασίλευον ἐστέρημαι, καὶ οὓς κατέπιον ἰσχύσας πάντας ἐξήμεσα, ἐκκένωσε τοὺς τάφους ὁ σταυρωθείς, οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τὸ κράτος”.
. Πολὺ σημαντικὸς γιὰ τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι καὶ ὁ Κατηχητικὸς Λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ διαβάζουμε κατὰ τὴν θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης, ὅταν συνάντησε τὸν Χριστό, “ἐπικράνθη… κατηργήθη… ἐνεπαίχθη… ἐνεκρώθη… καθηρέθη… ἐδεσμεύθη”. Στὴν συνέχεια λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης, μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρό, ἔλαβε θνητὸ σῶμα καὶ βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔλαβε γῆ-χῶμα καὶ συνάντησε οὐρανό, ἔλαβε αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, δηλαδὴ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀνθρώπινη φύση, καὶ νικήθηκε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔβλεπε, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν θεότητα.
. Τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη περιέγραψε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σὲ ἕνα γνωστότατο τροπάριο τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα: “Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ, καὶ τριήμερος, ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς ἐξανέστης τοῦ τάφου”.
. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Κύπρου, σὲ σχετική του ὁμιλία κάνει μία θαυμάσια περιγραφὴ τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτήν, ἑρμηνεύοντας σχετικὸ ψαλμὸ τοῦ Δαυὶδ (κγ´ 7-10). Μὲ παραστατικὸ λόγο λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν Ἅδη “θεοπρεπῶς, πολεμικῶς… δεσποτικῶς”, συνοδευόμενος ὄχι ἀπὸ δώδεκα λεγεῶνες ἀγγέλων, ἀλλὰ ἀπὸ μύριες, μυριάδες καὶ χίλιες χιλιάδες ἀγγέλους. Προέφθασε ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριὴλ γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλη τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἄλλωστε αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ εὐηγγελίσθη τὴν Παναγία. Εἶπε: “Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν”. Στὴν συνέχεια φώναξε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ: “καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι”. Οἱ δυνάμεις τῶν ἀγγέλων εἶπαν: “ἀπόστητε, πυλωροί, οἱ παράνομοι”. Καὶ οἱ ἄλλες ἐξουσίες: “συντρίβητε αἱ ἁλύσεις οἱ ἄλυτοι… Φοβήθητε, τύραννοι οἱ παράνομοι”. Ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς καὶ προξένησε μεγάλο φόβο, ταραχὴ καὶ φρίκη. Ὁπότε οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἅδου φώναξαν δυνατά: “τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;” Τότε ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν φώναξαν: “Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ… Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης” (Ψαλμ. κγ´, 7-10).
. Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος περιγράφει θαυμάσια τὴν συνομιλία τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Ἀδὰμ ἄκουσε τὰ βήματα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐρχόταν, ὅπως τὰ ἄκουσε τότε στὸν Παράδεισο μετὰ τὴν παράβαση καὶ τὴν παρακοή. Τότε αἰσθανόταν ταραχὴ καὶ φόβο, τώρα ὅμως χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Μετανοημένος ὁ Ἀδὰμ φώναξε σὲ ὅλες τὶς ψυχές: “Ὁ κύριός μου μετὰ πάντων”. Καὶ ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: “Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου”. Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔπιασε τὸ χέρι, τὸν ἀνέστησε, ἀναφέροντάς του τί ἔκανε γιὰ τὴν σωτηρία του, καθὼς ἐπίσης γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν Ἅδη, εἰσῆλθε μέσα στὸ κράτος τοῦ διαβόλου μὲ σκοπὸ νὰ συντρίψη τὶς πύλες τοῦ Ἅδου, στὴν πραγματικότητα γιὰ νὰ καταργήση τὸν θάνατο καὶ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου[…] γιὰ νὰ κυριεύση καὶ νὰ ὑποδουλώση τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν ἄρχοντας τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδου. […] γιὰ νὰ γεμίση τὰ πάντα μὲ τὸ φῶς τῆς θεότητός Του[…] γιὰ νὰ ἐπαναληφθοῦν καὶ νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖ ὅσα ἔγιναν στὴν γῆ. Ὅπως στὴν γῆ κήρυξε τὴν εἰρήνη, ἔδωσε ἄφεση ἁμαρτιῶν ἔγινε αἰτία σωτηρίας γιὰ ὅσους πίστευσαν, ἀλλὰ καὶ ἔλεγχος ἀπιστίας γιὰ ὅσους ἀπείθησαν, τὸ ἴδιο ἔπρεπε νὰ γίνη καὶ στὸν Ἅδη[…]
. Πῶς ὅμως ὁ Ἅδης ἀναγνώρισε τὰ τραύματα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε σῶμα, ἀλλὰ μόνο ψυχή; Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ τίθεται γιατί σὲ ἕνα τροπάριο τοῦ Μ. Σαββάτου λέγεται ὅτι ὁ Ἅδης ἐπικράνθη βλέποντας ἄνθρωπο θνητὸ ποὺ εἶχε θεωθῆ καὶ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὶς πληγὲς τοῦ Σταυροῦ. “Ὁ Ἅδης, Λόγε, συναντήσας σοι, ἐπικράνθη, βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργόν, τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δὲ διαπεφώνηκεν”. Δηλαδή, ὁ Χριστός, καίτοι ἦταν γεμάτος ἀπὸ πληγές, ταυτόχρονα ἦταν παντοδύναμος.
. Στὸν Ἅδη κατέβηκε ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τὴν θεότητα, ὁπότε, οἱ πληγὲς ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς ἦταν ἢ πληγὲς τῆς ψυχῆς ἢ πληγὲς τῆς θεότητος. Τὸ δεύτερο ἀποκλείεται, ὁπότε πρέπει νὰ ὁμολογηθῆ ὅτι ἦταν πληγὲς τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ πληγὲς τοῦ σώματος, ποὺ ἔγιναν πάνω στὸν Σταυρὸ νὰ θεωρηθοῦν καὶ πληγὲς τῆς ψυχῆς;
. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Πάθους, ὅταν ἔπασχε τὸ σῶμα, δὲν συνέπασχε ἡ θεότητα, ἀλλὰ παρέμεινε ἀπαθής. Ὅμως, μαζὶ μὲ τὸ σῶμα συνέπασχε καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ἐξηγεῖ ὅτι ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς ἐνεργοῦν χωρὶς τὴν συνέργεια τοῦ σώματος, ὅπως ὁ νοῦς, ἡ διάνοια ποὺ ἐνεργοῦν καὶ ὅταν ἠρεμῆ τὸ σῶμα, καὶ ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, ὅπως ἡ φαντασία καὶ ἡ αἴσθηση δὲν μποροῦν νὰ ἐνεργοῦν χωρὶς τὸ σῶμα. Ἔτσι, ὅταν μαστιγωνόταν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε οἱ τύποι καὶ οἱ ἀμυδρὲς φαντασίες τῶν μαστίγων καὶ τῶν παθῶν χαράσσονταν καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, τὰ σημάδια τοῦ σώματος διαβιβάστηκαν καὶ στὴν ψυχή, καὶ αὐτὰ εἶδε ὁ Ἅδης. Ἄλλωστε, αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἔπραξαν τὰ φαῦλα καὶ πονηρὰ θὰ ἀναστηθοῦν εἰς ὀνειδισμὸν καὶ αἰσχύνην “ἐνορῶντες ἐν ἑαυτοῖς τὸ αἶσχος καὶ τοὺς τύπους τῶν ἡμαρτημένων”… Πάντοτε θὰ ὑπάρχουν στὴν μνήμη τῆς ψυχῆς τὰ ἴχνη τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔγιναν μὲ τὸ σῶμα τους, σὰν μία βαφὴ ποὺ δὲν ξεπλένεται καὶ δὲν ξεβάφει ποτέ.
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 5 («Τὰ προοίμια τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ μεγαλύτερη εἴδηση στὴν ζωή μας»)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 25 Μαρτίου 2012
Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (1995)
[5]
Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός/
Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός-2/
Γ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/25/ὁ-εὐαγγελισμός-3/
Δ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/25/ὁ-εὐαγγελισμός-4/
Ι´
. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, μιλώντας γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, προχωρεῖ καὶ σὲ μία προσωπικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ προσέγγιση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Γιατί, δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ ἑορτάζουμε ἐξωτερικὰ τὰ γεγονότα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἀλλὰ νὰ τὰ πλησιάζουμε ὑπαρξιακὰ καὶ πνευματικά. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο συνέλεξε πολλὰ χωρία ἁγίων, στὰ ὁποῖα γίνεται λόγος γι’ αὐτὴν τὴν ὑπαρξιακὴ προσέγγιση.
. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου: «Δία τὸν φόβον σου, Κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν, πνεῦμα σωτηρίας σου ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἡσ. κϛ´18). Κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ μήτρα εἶναι ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Διὰ τῆς πίστεως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σπείρεται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν καθιστᾶ ἔγκυο ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ τὸν φόβο νὰ μὴ μείνη ὁ ἄνθρωπος μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Διὰ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἀρχίζει ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ποὺ ὁμοιάζει μὲ πόνο, ὠδίνες τοκετοῦ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο γεννιέται τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας, ποὺ εἶναι ἡ θέωση καὶ ὁ ἁγιασμός.
. Ἡ μόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέσα μας γίνεται μὲ πνευματικὲς ὠδίνες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ. δ´ 19). Ὠδίνες εἶναι ὁ ἀσκητικὸς ἀγώνας, καὶ μόρφωση εἶναι ἡ θέωση καὶ ὁ ἁγιασμός.
. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας (ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἅγιο Μάξιμο Ὁμολογητή, ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο Θεολόγο, ὅσιο Νικήτα τὸν Στηθάτο κλπ.), αὐτὸ ποὺ συνέβη σωματικὰ στὴν Παναγία, αὐτὸ γίνεται πνευματικὰ σὲ κάθε ἕναν τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ παρθενεύει, δηλαδὴ καθαρίζεται ἀπὸ τὰ πάθη. Ὁ Χριστός, ποὺ μία φορὰ γεννήθηκε κατὰ σάρκα, θέλει νὰ γεννᾶται πάντα κατὰ πνεῦμα, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θέλουν, καὶ ἔτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τὸν ἑαυτό του μέσα σ’ ἐκείνους διὰ τῶν ἀρετῶν.
Ἡ πνευματικὴ σύλληψη καὶ γέννηση γίνεται ἀντιληπτὴ ἀπὸ τὸ ὅτι σταματᾶ ἡ ρύση τοῦ αἵματος, δηλαδὴ παύουν νὰ ὑπάρχουν ἐπιθυμίες γιὰ τὴν διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, δὲν ἐνεργοῦν τὰ πάθη στὸν ἄνθρωπο, μισεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτία καὶ θέλει διαρκῶς νὰ πράττη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ δὲ ἡ σύλληψη καὶ γέννηση ἀποκτᾶται μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν θείων ἐντολῶν, κυρίως μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νοὸς στὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ναὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
. Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου εἶναι εὐαγγελισμὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, πληροφορία ὅτι ἐνηνθρώπησε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ παγκόσμια ἑορτὴ πρέπει νὰ συντελέση στὴν προσωπικὴ ἑορτή, στὸν προσωπικὸ εὐαγγελισμό. Πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὰ προοίμια τῆς σωτηρίας μας, ποὺ εἶναι ἡ μεγαλύτερη εἴδηση στὴν ζωή μας.
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 4 («Ὁ Χριστὸς ἐννέα ὁλόκληρους μῆνες, μέρα καὶ νύχτα, ἔτρεφε μὲ τὸ ἁγιασμένο αἷμα Του τὴν Παναγία)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 25 Μαρτίου 2012
Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (1995)
[4]
Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός/
Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός-2/
Γ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/25/ὁ-εὐαγγελισμός-3/
Η´
. Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου ἔγινε ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα δημιουργικῶς καὶ ὄχι σπερματικῶς, γιατί ἔπρεπε νὰ ἀναλάβη ὁ Χριστὸς τὴν καθαρὰ φύση ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ πρὸ τῆς παραβάσεως. Βέβαια, ὁ Χριστὸς προσέλαβε σάρκα παθητὴ καὶ θνητή, ὅπως αὐτὴ ἔγινε μετὰ τὴν παράβαση τοῦ Ἀδάμ, γιὰ νὰ νικήση τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ἀλλ’ ὅμως ἦταν ἄκρως καθαρὰ καὶ ἀμίαντος, ὅπως ἦταν πρὸ τῆς παραβάσεως. Ἔτσι, ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἀπόψεως καθαρότητος ἦταν ὅπως τὸ πρὸ τῆς παραβάσεως σῶμα τοῦ Ἀδάμ, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ θνητότητος καὶ φθαρτότητος ἦταν τὸ μετὰ τὴν παράβαση σῶμα τοῦ Ἀδάμ.
. Ἑπομένως, ἡ σύλληψη ἔγινε διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο γεννᾶται σήμερα ὁ ἄνθρωπος (διὰ τοῦ σπέρματος) εἶναι μετὰ τὴν παράβαση. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἡ κίνηση τῆς σαρκὸς πρὸς γέννηση δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη τελείως τῆς ἁμαρτίας, γιατί, ἐνῶ ὁ νοῦς ἔχει ταχθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἡγεμονεύη τὸν ἄνθρωπο, συμπεριφέρεται «ἀνυποτάκτως» κατὰ τὴν διάρκεια τῆς κινήσεως τῆς σαρκός. Ἔτσι, ἡ καθαρὰ φύση τοῦ Χριστοῦ ἔχει σχέση μὲ τὴν δημιουργικὴ καὶ ὄχι σπερματικὴ σύλληψη.
. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ γεγονὸς συνδέεται στενώτατα μὲ τὸ ὅτι ἡ σύλληψη, κυοφορία καὶ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παναγία ἦταν ἀνήδονος, ἄκοπος καὶ ἀνώδινος. Ὁ Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ὡς βρέφος καὶ γεννήθηκε ἀνηδόνως, ἀκόπως, ἀνωδίνως. Συνελήφθη ἀσπόρως γιὰ δύο βασικοὺς λόγους. Πρῶτον, γιὰ νὰ ἀναλάβη τὴν καθαρὰ ἀνθρώπινη φύση, καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ γεννηθῆ ἀφθόρως καὶ ἀνωδίνως.
. Ἡ Παναγία ὅπως συνέλαβε τὸν Χριστὸ ἀνηδόνως, χωρὶς ἡδονή, τὸ ἴδιο καὶ τὸν κράτησε ἐννέα μῆνες στὴν κοιλία τῆς ἀκόπως καὶ ἀβάρως. Δὲν αἰσθανόταν βάρος, παρὰ τὸ ὅτι τὸ θεῖο βρέφος ἀναπτυσσόταν φυσιολογικὰ καὶ εἶχε τὸ βάρος ἑνὸς ἀναπτυσσομένου ἐμβρύου. Ἐφαρμόσθηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ Προφήτου Ἠσαΐου: «Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης» (Ἡσ. ιθ´ 1). Μὲ τὸν ὄρο «νεφέλη κούφη» ἐννοεῖται ἡ ἀνθρώπινη σάρκα, ποὺ ἦταν τόσο πολὺ ἐλαφρά, ὥστε δὲν προξένησε κανένα βάρος καὶ κόπο στὴν Παναγία, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐννεαμήνου κυοφορίας.
. Ἡ ἄσπορη καὶ ἀνήδονη σύλληψη τῆς Παναγίας καὶ ἡ ἄκοπη κυοφορία συνδέεται στενὰ μὲ τὴν ἄφθορη καὶ ἀνώδινη γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ὑπάρχει στενὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης, ἀφοῦ κάθε ἡδονὴ ἔχει συνημμένο καὶ τὸν πόνο. Ὁ Ἀδὰμ αἰσθάνθηκε ἡδονὴ καὶ ἀκολούθησε ὁ πόνος σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι καὶ τώρα διὰ τῆς ἐλευθερώσεως ἀπὸ τὴν ἡδονὴ προέρχεται χαρὰ στὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔφθειρε τὴν παρθενία τῆς Θεοτόκου, ὅπως ἀκριβῶς ἡ σύλληψη δὲν ἔγινε μὲ ἡδονή, καὶ ἡ κυοφορία μὲ βάρος καὶ κόπο. Ἐκεῖ ποὺ ἐνεργεῖ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα «νικᾶται φύσεως τάξις».
Θ´
. Ἡ διάρκεια τῆς κυοφορίας τῆς Παναγίας εἶναι προτύπωση τῆς ἀδιαλείπτου κοινωνίας ποὺ θὰ ἔχουν οἱ ἅγιοι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
. Εἶναι γνωστὸ καὶ δεδομένο ὅτι ἡ μητέρα ποὺ ἔχει κυοφορούμενο βρέφος ἔχει στενὴ καὶ ὀργανικὴ σχέση μαζί του. Σύγχρονοι ἐπιστήμονες ἔχουν ἀποδείξει ὅτι τὸ βρέφος ἐπηρεάζεται πάρα πολὺ ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν σωματικὴ κατάσταση τῆς μητέρας του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ψυχολογική της συγκρότηση. Καὶ ἐπειδὴ τὸ θεῖο βρέφος συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἀλλὰ μεγάλωσε κατὰ τὸν φυσικὸ τρόπο, δηλαδὴ εἶχε κοινωνία μὲ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας, γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει στενὴ σχέση μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου. Φυσικά, αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ δοῦμε ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ἡ Παναγία δίνει τὸ αἷμα της στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν Χάρη καὶ εὐλογία Του σὲ αὐτήν. Κυοφορούμενος ὁ Χριστὸς δὲν ἔπαυσε νὰ βρίσκεται ταυτόχρονα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα Του καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκε μὲ τὴν θεία φύση ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως, ἀμέσως ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρώτη ἡ Παναγία γεύθηκε τὰ ἀγαθὰ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τὴν θέωση. Αὐτὸ ποὺ οἱ Μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ γεύθηκαν κατὰ τὴν Πεντηκοστή, καὶ ἐμεῖς μετὰ τὸ Βάπτισμα, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅταν κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸ ποὺ θὰ ζοῦν οἱ ἅγιοι στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὸ ζοῦσε ἡ Παναγία ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς συλλήψεως καὶ κυοφορίας.
. Ἑπομένως, ὁ Χριστὸς ἐννέα ὁλόκληρους μῆνες, μέρα καὶ νύχτα, ἔτρεφε μὲ τὸ ἁγιασμένο αἷμα Του τὴν Παναγία. Αὐτὸ εἶναι προτύπωση τῆς ἀδιαλείπτου θείας Κοινωνίας καὶ τῆς ἀδιαλείπτου σχέσεως καὶ κοινωνίας τῶν ἁγίων μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ θὰ γίνη κυρίως στὴν ἄλλη ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία εἶναι προτύπωση τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα εἶναι Παράδεισος.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 3 («θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 25 Μαρτίου 2012
Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (1995)
[3]
Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός/
Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός-2/
Ε´
. Κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔχουμε ἄμεση σύλληψη τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν δύναμη καὶ ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ἕνα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Τοῦ Γαβριὴλ φθεγξαμένου σοι Παρθένε τὸ χαῖρε σὺν τῇ φωνῇ ἐσαρκοῦτο ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν παρενεβλήθησαν μερικὲς ὧρες καὶ ἡμέρες γιὰ νὰ γίνη ἡ σύλληψη, ἀλλὰ ἔγινε ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν στιγμή.
. Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπε στὸν Ἰωσήφ, τὸν μνήστορα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου: «Μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου» (Ματθ. α´ 20). Ἡ Παναγία γέννησε κατὰ ἄνθρωπο τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ σύλληψη ἔγινε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ὁ Μ. Βασίλειος, ἑρμηνεύοντας αὐτὴν τὴν φράση, καὶ κυρίως τὸ «γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἁγίου», λέγει ὅτι κάθε πράγμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ κάτι ἄλλο, δηλώνεται μὲ τρεῖς λέξεις. Ἡ μία εἶναι τὸ «δημιουργικῶς», ὅπως ὁλόκληρη ἡ κτίση δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐνέργειά Του. Ἡ ἄλλη εἶναι τὸ «γεννητῶς», ὅπως ὁ Υἱὸς γεννήθηκε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ τρίτη εἶναι τὸ «φυσικῶς», ὅπως ἡ ἐνέργεια βγαίνει ἀπὸ κάθε φύση, ἤτοι ἡ λαμπρότητα ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ γενικότερα ἡ ἐνέργεια ἀπὸ τὸν ἐνεργοῦντα. Γιὰ τὴν σύλληψη τοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἡ ἀληθινὴ ἔκφραση εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς συνελήφθη μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «δημιουργικῶς», καὶ ὄχι γεννητῶς καὶ φυσικῶς.
. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διδάσκει ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ συνέπηξε γιὰ τὸν Ἑαυτό του, μὲ τὰ ἁγνὰ καὶ καθαρώτατα αἵματα τῆς Θεοτόκου, σάρκα ποὺ εἶναι ἐμψυχωμένη ἀπὸ λογικὴ καὶ νοερὰ ψυχή, ὄχι σπερματικῶς, ἀλλὰ δημιουργικῶς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βέβαια, ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὴν γαστέρα τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν δύναμη καὶ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν πρέπει νὰ ἀπομονώνουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν πατερικὴ διδασκαλία ὅτι κοινὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου ἔγινε καὶ γίνεται μὲ τὴν κοινὴ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ὄχι μόνον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐδημιούργησε τὸ δεσποτικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, δηλαδὴ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας εἶναι ὅτι ὁ Πατὴρ εὐδόκησε τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ αὐτούργησε τὴν σάρκωσή Του καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὴν ἐτελεσιούργησε.
. Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου ἔγινε μὲ ἡσυχία καὶ κρυφιότητα καὶ ὄχι μὲ κρότο καὶ ταραχή. Κανείς, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μπόρεσε νὰ καταλάβη ἐκείνη τὴν στιγμὴ αὐτὰ τὰ μεγάλα ποὺ ἐπετελέσθησαν. Ὁ Προφητάναξ Δαυὶδ προφήτευσε αὐτὸ τὸ γεγονὸς λέγοντας: «Καταβήσεται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, ὡσεὶ σταγὼν ἡ στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν» (Ψαλμ. Οα´ 6). Ὅπως ἡ βροχὴ ποὺ πέφτει ἐπάνω σ’ ἕνα ποκάρι ἀπὸ μαλλὶ δὲν προκαλεῖ θόρυβο, οὔτε καὶ καμμιὰ φθορά, τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ κατὰ τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν σύλληψη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν σύλληψή Του δὲν προκάλεσε θόρυβο οὔτε καὶ καμμιὰ φθορὰ στὴν παρθενία τῆς Παναγίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία ἦταν καὶ ἔμεινε Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, κατὰ τὸν τόκο καὶ μετὰ τὸν τόκο. Εἶναι τὰ τρία ἀστέρια τὰ ὁποῖα ὁ ἁγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στὸ μέτωπο καὶ στοὺς δύο ὤμους τῆς Παναγίας.
Ϛ´
. Ἡ ἕνωση τῆς θείας μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, μέσα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου, συνιστᾶ τὴν ἄμεση θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἑνώθηκε ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑπάρχει θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «ἅμα σάρξ, ἅμα Θεοῦ Λόγου σάρξ». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν παρενεβλήθη ἕνα διάστημα μετὰ ἀπὸ τὴν σύλληψη γιὰ νὰ θεωθῆ τὸ ἀνθρώπινο προσλημμα, ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως κατὰ τὴν ὥρα τῆς συλλήψεως.
. Συνέπεια καὶ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ὅτι ἡ Παναγία πρέπει νὰ λέγεται Θεοτόκος, ἀφοῦ αὐτὴ γέννησε πραγματικὰ τὸν Θεό, τὸν Ὁποῖο κυοφόρησε ἐννέα μῆνες στὴν κοιλία της, καὶ ὄχι ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία λέγεται Θεοτόκος καὶ ὄχι Χριστοτόκος. Τὸ χριστολογικὸ δόγμα ἔχει συνέπεια καὶ στὸ θεοτοκολογικό. Ἡ Παναγία εἶναι Θεοτόκος, ἀκριβῶς γιατί συνέλαβε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Χριστό.
. Αὐτὸ πρέπει νὰ τονισθῆ, γιατί παλαιὰ ἔγινε μεγάλη θεολογικὴ συζήτηση γιὰ τὸ ἂν ἡ Παναγία πρέπει νὰ λέγεται Θεοτόκος, λόγῳ ὑπάρξεως αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, ἡ δὲ τελικὴ κατοχύρωση τῆς διδασκαλίας ὅτι ἡ Παναγία ἐγέννησε Θεό, καὶ ὅτι ἀμέσως μὲ τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπάρχει θέωσή της, ἔγινε στὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικοὺς ὅρους καὶ ἀνθρώπινο στοχασμό, ὑποστήριζε ὅτι ἡ Παναγία ἦταν ἄνθρωπος καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἦταν ἀδύνατο νὰ γεννήση τὸν Θεό. Τὸ βρέφος ποὺ ὑπῆρχε μέσα της δὲν ἦταν Θεός, ἀλλὰ ἄνθρωπος. Ἁπλῶς ὁ Θεὸς «παρῆλθεν» ἢ «συμπαρῆλθεν» διὰ τῆς Θεοτόκου. Βέβαια, ὑπῆρχε πρόβλημα στὴν θεολογία του γιὰ τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό. Ὁ Νεστόριος πίστευε ὅτι ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἁπλῶς συνημμένη μὲ τὴν φύση τῆς θεότητος. Ὁ Λόγος ἦταν Θεός, ἀλλὰ ἦταν συνημμένος μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ κατοικοῦσε μέσα του. Μὲ τέτοιες προϋποθέσεις ὀνόμαζε τὴν Παναγία Χριστοτόκο καὶ ὄχι Θεοτόκο. Ὅμως, ὁ Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ἡ κάθε φύση ἐνεργοῦσε «μετὰ τῆς θἀτέρου κοινωνίας» στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Τὸ θέμα αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε ὅταν θὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση θεώθηκε ἀμέσως μὲ τὴν ἕνωσή της μὲ τὴν θεία φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, μέσα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου. Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία εἶναι καὶ λέγεται Θεοτόκος, ἀφοῦ γέννησε κατὰ ἄνθρωπον τὸν Θεό.
Ζ´
. Ἡ ἄμεση θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπὸ τὴν θεία φύση τοῦ Λόγου δὲν σημαίνει ὅτι καταργοῦνται τὰ ἰδιώματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ σύλληψη καὶ κυοφορία, ἀλλὰ καὶ ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε κατὰ φύσιν καὶ ὑπὲρ φύσιν. Ὑπὲρ φύσιν, γιατί ἔγινε δημιουργικῶς ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα καὶ ὄχι σπερματικῶς. Κατὰ φύσιν, γιατί ἡ κυοφορία ἔγινε κατὰ τὸν τρόπο ποὺ κυοφορεῖται τὸ βρέφος.
. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ. Σὲ κάθε βρέφος ὑπάρχουν μερικὰ στάδια, ἕως ὅτου ἔλθη ἡ ὥρα νὰ γεννηθῆ. Κατ’ ἀρχὰς γίνεται ἡ σύλληψη, στὴν συνέχεια μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα ὁ ἐξεικονισμὸς τῶν μελῶν τοῦ σώματός του, ἔπειτα ἀναπτύσσεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καὶ κατὰ τὸν βαθμὸ τῆς ἀναπτύξεώς του ἀκολουθεῖ ἡ κίνηση, καὶ τέλος, ὅταν ὁλοκληρωθῆ, ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μητέρας του. Ἐνῶ στὸ θεῖο βρέφος ἔχουμε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αὔξηση, ἐν τούτοις δὲν παρενεβλήθη διάστημα μεταξὺ συλλήψεως καὶ ἐξεικονισμοῦ τῶν μελῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ρητῶς: «εὐθὺς γὰρ τέλειον ἦν τῇ σαρκὶ τὸ κυοφορούμενον, οὐ ταῖς κατὰ μικρὸν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ δοῦμε ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ἐξεικονίσθησαν τὰ μέλη τοῦ σώματός Του ἀμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅμως δὲν βρέθηκε ἀμέσως στὴν διάπλαση τῶν ἐννέα μηνῶν. Ἀναπτυσσόταν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἐνῶ εἶχε ἀπαρτισθῆ τὸ σῶμα Του ἀπὸ τὴν ἀρχή.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



