Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μετάνοια
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΣΦΑΛΜΑ
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ στὶς 18 Μαΐου 2012
ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Τὸ κατωτέρω γεροντικὸ ἀπόφθεγμα ἔχει μεγάλη σημασία. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ταλανίζει τοὺς Ἄρχοντες σήμερα στὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλο τὸν Λαό.
. «Τὸ μεγαλύτερο σφάλμα ποὺ μπορεῖς νὰ πράξεις, εἶναι τὸ νὰ μὴν παραδεχθεῖς τὸ σφάλμα σου» (Γέρων Γερμανός).
ΠΗΓΗ: https://twitter.com/#!/Apanthisma
«ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΑΣ» (ποὺ δὲν παραδέχονται ὅτι φταῖνε!)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΕΘΝΙΚΑ στὶς 17 Μαΐου 2012
«Αὐτὸ ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδας εἶναι μία πολὺ σκληρὴ περίοδος καὶ τὰ λάθη ποὺ διαπράχθηκαν στὸ παρελθὸν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς τὰ πληρώνουν τώρα πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν καμία σχέση, ποὺ δὲν ἔφταιξαν», δήλωσε ἡ γερμανίδα καγκελάριος.
ΠΗΓΗ: tovima.gr
. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: ΟΙ ΦΤΑΙΧΤΕΣ (μαζὶ μὲ ἕνα στενὸ κύκλο διαπλεκομένης πελατείας , πρβλ. «μαζὶ τὰ φάγαμε»!) φταῖνε ὄχι ἐπειδὴ «φταῖνε» ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν παραδέχονται ὅτι φταῖνε καὶ ἀπὸ πάνω ἔχουν τὴν ἀναίδεια καὶ τὸ θράσος νὰ φορτώνουν τὰ λάθη ΤΟΥΣ στὸν λαὸ καὶ μὲ ΑΜΕΤΑΝΟΗΣΙΑ νὰ ἐκτοξεύουν διλήμματα καὶ ἀπειλές. (βλ. σχετ. «Πῶς ἕνας λαὸς νὰ ἐμπιστευθεῖ τοὺς ΑΝΑΠΗΡΟΥΣ; Παντὶ τρόπῳ πρέπει νὰ ΠΕΙΣΘΟΥΝ οἱ μεγαλοδιαχειριστὲς τῆς ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΑΣ ὅτι ΕΧΟΥΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ, ΒΑΡΕΙΑ, ΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΤΗ ΚΑΙ –ΤΟ ΚΥΡΙΩΤΕΡΟ: ΑΝΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΗ, δηλ. ἀσυνειδητοποίητη καὶ συνεπῶς ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΗ μέχρι στιγμῆς- ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ. Ἡ ἔστω καὶ κατ᾽ ἀνάγκην ἐπαναβεβαίωση τῆς ἐμπιστοσύνης μας σ᾽ αὐτοὺς προεξοφλεῖ ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΠΟΤΑ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΔΕΙΞΕΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΣΗΜΑΔΙ ΓΝΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΚΡΙΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΤΟΥΣ ΠΡΕΠΕΙ ΕΠΙΤΙΜΙΟ!» http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/29/ὄχι-αὐτοαποκλεισμένοι-στὸ-ἱστορι/ καθὼς καὶ τὴν συνέντευξη τοῦ ΜΗΤΡ. ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ: «ΔΙΕΡΩΤΗΘΗΚΑ ΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΕΧΟΥΝ ΕΡΘΕΙ ΑΠΟ ΑΛΛΟ ΠΛΑΝΗΤΗ! Μιλοῦσαν σὰν παρατηρητὲς καὶ ὄχι σὰν οἱ κύριοι αἴτιοι γιὰ τὴν καταστροφή» http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/05/μητρ-σισανιου-παυλοσ-διερωτηθηκα-αν/)
. Ἡ ἔλλειψη ΕΙΛΙΚΡΙΝΟΥΣ μεταμελείας, ἡ ἀποφυγὴ τῆς δημοσίας συγγνώμης καὶ ἡ ἀληθινὴ μετάνοια ποτὲ δὲν γέννησαν τὴν λύτρωση! Καὶ συνεπῶς ὀ Λαὸς ἐμπεπλεγμένος σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδο γαϊτανάκι ΑΝΑΙΔΕΙΑΣ, ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ καὶ ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΟΣ καὶ ζαλισμένος ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις τῶν ἐκτοξευομένων ΨΕΥΔΩΝ καὶ ὀργισμένος ἀπὸ τὴν ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ τους θὰ προβεῖ -πλέον ἢ βέβαιον- σὲ αὐτοκαταστροφικὲς ἐπιλογὲς ποντάροντας στὸ …«ἄ-λογο». Ποντάροντας δηλ. στὶς δυνάμεις ποὺ κατηγορηματικῶς καὶ ἐπισήμως ἐπενδύουν στὴν ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ ΤΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΩΝ καὶ ΖΩΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΓΓΥΗΘΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΒΛΑΣΤΗΣΗ. Ἐν τέλει στὸν ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΜΑΣ.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[4] «“Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει.» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 9 Μαΐου 2012
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)
τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων
Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986.
Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/
Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/
Γ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/08/πορεία-πρὸς-ἐμμαούς3/
. Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴν λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἄγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ δι’ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴν σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.
. Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὸν ὑπερῶον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴν δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.
. Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε” καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴν δοκιμασία βγαίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἀγαλλίαση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μιὰ ζεστασιὰ καὶ μιὰ εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: “μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Ἄλλα σχόλια δὲν θέλουμε πιά. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει.
. Ὁ πόνος ἔχει νόημα, ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα. Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἡ ἀπεριόριστη, ἡ αἰώνια ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα ἱερουργεῖται καὶ ὑπάρχει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν μικρὴ τὴν ἐλάχιστη καὶ περιφρονημένη ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς… Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾶ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε.
ΠΗΓΗ: taxiarhes.blogspot.com
ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [2] «Ἡ ἁμαρτία, ὅταν γίνη συνήθεια, δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράλυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἁλυσίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ διάβολος δένει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας». (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ στὶς 6 Μαΐου 2012
Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου
«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Β´]
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 59 καὶ ἑξῆς.
Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/05/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου/
. Ἕνας διδάσκαλος παρομοιάζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ συνήθεια μίας ἁμαρτίας, μὲ ἕνα παιγνίδι ποὺ παίζουν τὰ παιδιά. Πιάνουν πολλὲς φορὲς κανένα ἄγριον πουλὶ καὶ τὸ δένουν ἀπὸ τὸ πόδι μὲ κλωστήν. Τὸ ἀφήνουν νὰ πετάξη, καὶ αὐτὸ πετᾶ στὸ ὕψος γιὰ νὰ φύγη, ἀλλὰ ἐκεῖνα τὸ σύρουν πάλι χαμηλά. Τὸ ἴδιο παιγνίδι φαίνεται πὼς κάμνει καὶ ὁ διάβολος μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας. Πολλὲς φορὲς τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, καὶ βλέπεις ὅτι, ἐνῶ εὑρίσκονται ἀκόμη μέσα στὰ πάθη, στὰ δεσμὰ τῶν προηγουμένων ἁμαρτιῶν, ἀρχίζουν νὰ ἐγκρατεύωνται, νὰ νηστεύουν, νὰ κατηγοροῦν τὴν ζωὴ ποὺ ἔκαμαν, νὰ ψέγουν τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἐπαινοῦν τὴν ἐλευθερία τῆς ἀρετῆς. Ὅμως, ἐνῶ κάμνουν αὐτὸ τὸ καλὸν προοίμιον τῆς ἀρετῆς, τοὺς βλέπεις πάλι νὰ κρημνίζωνται στὸ βάραθρον τῆς κακίας, ἐπειδὴ ὁ διάβολος τοὺς ἔχει δεμένους μὲ τὸ σχοινὶ τῆς συνηθείας, γι’ αὐτὸ τοὺς ἀφήνει νὰ πετάξουν λίγο μόνον στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς, πρὸς αἰσχύνην καὶ ὄνειδός τους, καὶ πρὸς ἡδονὴν καὶ χαρὰν ἰδικήν του, διότι ποτὲ δὲν ἐγνώρισεν ἄλλην ἀπόλαυσιν, ἄλλην ἡδονὴν ἀπὸ τότε ποὺ ἐξωρίσθη ἀπὸ τὰ κάλλη τοῦ οὐρανοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ ἐμπαίζη τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον μὲ τὴν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας.
. Γράφουν οἱ Ἱστορικοὶ γιὰ τὸν Μιθριδάτην, ἐκεῖνον τὸν περιβόητον τύραννον, ὅτι μεταχειριζόμενος συχνὰ γιὰ τροφὴν τὸ δηλητήριο ποὺ λέγεται κώνειον, ἔφθασε σὲ τοιαύτην ἕξιν, ὥστε καὶ ἀναγκαζόμενος κάποτε νὰ θανατωθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην του δυστυχίαν, ἐζήτησε αὐτὸ τὸ δηλητήριο καὶ ἔφαγε πολύ. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἐνήργησε, δὲν τοῦ ἐπέφερε ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμοῦσε, δηλαδὴ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον ἐθεωροῦσε προτιμότερον ἀπὸ τὸ νὰ πέση στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του καὶ νὰ γίνη παιγνίδι ἰδικό τους. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλόν. Ἐπειδὴ ἡ καθημερινὴ μεταχείρισις τῆς ἁμαρτίας γίνεται γι’ αὐτὸν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρὶς ὄρεξη καὶ πόθο στὰ Μυστήρια. Ὅμως μὲ τὴν συχνὴ καταφρόνηση ποὺ κάμνει σ’ αὐτά, παρακινημένος ἀπὸ τὴν συνήθεια, τελικὰ τὰ εὑρίσκει ἀνενέργητα. Τοῦ συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθὼς σὲ ἕναν διαβάτην, ὁ ὁποῖος ἐρχόμενος νὰ περάση ἕνα ποταμόν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴ μία μικρὴ ξύλινη γέφυρα, ἀλλὰ τὴν καταφρονεῖ καὶ προχωρεῖ νομίζοντας ὅτι θὰ εὕρη ἄλλην μεγαλύτερη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει ὅμως πολὺ καὶ δὲν τὴν εὑρίσκει, γι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ γυρίση πίσω, γιὰ νὰ τὸν περάση τάχα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ξύλινη. Ὅμως μέχρι νὰ ἔλθη αὐτός, ὁ ποταμὸς αὐξάνει ἀπὸ τὴν βροχή, κατεβαίνει ρεῦμα πολύ, σκεπάζεται ἡ γέφυρα ἐκείνη ἡ ξύλινη, ὁπότε ὁ διαβάτης ἀπομένει στὴν ἐρημία καὶ ἀκολούθως στὸν θάνατο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ στὸν δυστυχισμένον ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος δεμένος μὲ τὴν συνήθεια στὴν ἁμαρτίαν, εὑρίσκει στὴν ἀρχὴν εὔκολο νὰ λυθῆ μὲ τὴν οὐράνιο γέφυρα τῆς μετανοίας. Ἐπειδὴ ὅμως στὴν ἀρχὴ τὴν καταφρονεῖ, παρακινεῖται ὕστερα νὰ τὴν ζητήση, ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρίσκει, ἐπειδὴ ἡ συνήθεια ἔχει κατεβάσει πολλὰ ρεύματα παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν, καὶ σκεπάζει τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, παχύνει τὸν νοῦ, ψυχραίνει τὴν θείαν ἀγάπην, ὁπότε δὲν ἀπομένει ἄλλο στὸν ταλαίπωρον ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τοῦ νὰ κρημνίζεται ἀπὸ τὸ μικρότερο βάραθρο τῆς ἁμαρτίας στὸ μεγαλύτερο, καὶ τελικῶς στὰ τάρταρα τοῦ ἅδου. Γιὰ νὰ πληροφορηθῆς αὐτὸ ποὺ σοῦ λέγω, γύρισε μίαν φορὰ τὸ βλέμμα σου στὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα. Θὰ ἰδῆς ἐκεῖ τὸν Πέτρον, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἠρωτήθη στὴν ἀρχὴ ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», καὶ πάλιν, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγην ὥραν ἠρωτήθη γιὰ δευτέρα φορά, κάμνει καὶ ὅρκον ὅτι δὲν γνωρίζει. Τὴν δὲ τρίτην φορὰ ποὺ ἠρωτήθη, προσθέτει καὶ ἀνάθεμα. «Τότε ἤρξατο καταναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Ὦ κατηραμένη συνήθεια, καὶ τί δὲν ἠμπορεῖς νὰ κάμης; Ποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ κρημνίσης; Ἂς ἀποφύγωμε λοιπόν, ὦ ἀγαπημένοι μου, τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἂς μὴν καταφρονήσωμε τὴν μικρὰ συνήθεια, γιὰ νὰ μὴν κυριευθοῦμε ἀπὸ τὴν μεγάλη. Ὁ Πέτρος, ἂν δὲν ἄφηνε νὰ χωρέση στὴν ψυχή του αὐτὴ ἡ παραμικρὴ πρότασις «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», δὲν θὰ ἔφθανε σὲ τόσην ἀνάγκη, ὥστε σ’ ἐκεῖνο τὸ «οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», νὰ προσθέση ὅρκον καὶ ἀνάθεμα. Εἶναι ἀξιέπαινον, ἂν καὶ φαίνεται ἀξιοκατάκριτον, τὸ ἔργον ποὺ ἔκαμε ὁ νέος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παίρνοντας οἱ δήμιοι γιὰ νὰ τὸν κρεμάσουν, ἐπειδὴ ἦταν κλέπτης, παρεκάλεσε τοὺς δημίους νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πλησιάση τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία ἦταν ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἔκλαιε. Ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ἄσπλαχνοι στὶς συμφορὲς τῶν ἄλλων, ὅμως τότε δὲν γνωρίζω πῶς, ἐφάνησαν συμπαθητικοὶ καὶ ἔδωσαν ἄδεια στὸν καταδικασμένον ἐκεῖνον νέο νὰ πάει κοντὰ στὴν μητέρα του, νομίζοντας ὅτι θέλει ἴσως νὰ τὴν ἀσπασθῆ καὶ νὰ τῆς εἰπῆ τὸ τελευταῖον «ὑγίαινε», ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρισθοῦν μὲ τοιοῦτον χωρισμόν. Ἄφησαν λοιπὸν οἱ δήμιοι τὸν νέον, ἂν καὶ δεμένον, καὶ ἐπλησίασε τὴν μητέρα του, καὶ ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε πὼς θέλει νὰ τῆς εἰπῆ ἕνα λόγον κρυφόν, αὐτὸς ἁρπάζει μὲ τὰ δόντια τὸ αὐτὶ τῆς μητέρας καὶ τὸ κόπτει. Αὐτὸ τὸ ἀσεβὲς ἔργον ἐτάραξε πολὺ τοὺς παρευρισκομένους ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἦταν ἄδικος ὄχι μόνον στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν μητέρα του. Ἐκεῖνος ὅμως ἀποκρίνεται «αὐτὴ εἶναι αἴτιος τούτου τοῦ θανάτου μου καὶ ὅλης τῆς ἄλλης μου κακίας. Διότι ἐὰν μοῦ ἔκοπτε τὴν συνήθεια ποὺ εἶχα στὴν νεότητά μου νὰ κλέπτω τὶς πλάκες ποὺ εἶχαν, γιὰ νὰ γράφουν, οἱ συμμαθηταί μου, δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ κλέψω καὶ τὴν Ὀκτώηχο ἐκείνη, καὶ ἀκολούθως τὰ μεγαλύτερα, καὶ ἔτσι νὰ ἔλθω σὲ αὐτὴν τὴν συμφορά.»
. Βλέπει ὁ Πλάτων ἕνα φίλον του ποὺ ἔπαιζε κύβους, καὶ ἀρχίζει εὐθὺς νὰ τὸν κατηγορῆ δριμύτατα καὶ νὰ τὸν ὑβρίζη χωρὶς ἔλεος. Καὶ ἐκεῖνος ὁ φίλος τοῦ Πλάτωνος, ἀπορώντας γιὰ τὴν ὑπερβολικὴν ἀντίδρασή του, τὸ μόνο ποὺ ἀπήντησε ἦταν: «ὡς ἐπὶ μικροῖς» σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «ὦ σοφώτατε Πλάτων, γιὰ ἕνα τόσο μικρὸν ἁμάρτημά μου κάμεις τόσες ὕβρεις; Γιὰ τόσην ὀλίγην ἄνεσιν, ποὺ δίδω στὸ σῶμα μου μὲ τὸ ἀθῶον αὐτὸ παιγνίδι, μοῦ πλέκεις τόσους ὀνειδισμούς; Μοῦ δίδεις τόσες ὕβρεις; Τόσες πολλὲς κατηγορίες; Καὶ μάλιστα ἐμπρὸς σὲ τόσους πολλοὺς ἀνθρώπους; Μεγάλη ἀντίδρασις, γιὰ μικρὰ πράγματα. Μὲ ὑβρίζεις γιὰ τόσο μικρὸν πράγμα». Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται: «Ὅταν ὅμως θὰ γίνη συνήθεια, δὲν θὰ εἶναι μικρόν». Ἀκούεις λόγον ἀπὸ στόμα ἕλληνος, ἀκούεις διδασκαλίαν χρυσὴν εὐαγγελικήν; Μικρὸν εἶναι τὸ ἁμάρτημα ποὺ κάμεις, φίλε μου, ὅμως ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα, ἀλλὰ θανατηφόρον, τὸ ὁποῖο κάμνει πολλοὺς νὰ κλείνουν τοὺς ὀφθαλμούς, γιὰ νὰ μὴ ἰδοῦν τὸν ἰατρὸν τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὸ ἔχει θανατώσει καὶ καθημερινῶς θανατώνει πολλοὺς καὶ μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, ἡ ἁμαρτία, ὅταν γίνη συνήθεια, δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράλυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ἁλυσίδα μὲ τὴν ὁποίαν ὁ διάβολος δένει τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας. Δὲν εἶναι μικρὸν πράγμα ἡ συνήθεια, ἀλλὰ μέγα καὶ φοβερόν, ἐπειδὴ προξενεῖ στὸν ἄνθρωπον τὴν φοβερὰν ἐκείνην καὶ ἀπαρηγόρητον κόλασιν. Δὲν εἶναι κάτι μικρὸν ἡ συνήθεια, διότι εἶναι ἀνίατος σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι:
. Τὸ πρῶτον ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ κόψη τὶς ρίζες καὶ τὰ νεῦρα μιᾶς πονηρᾶς συνηθείας, δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀχρόνως καὶ ἀκόπως θεραπεύει αὐτὸ τὸ ἀνίατον πάθος, ὅπως κηρύττει ὁ σημερινὸς παράλυτος μὲ τὸν κράββατο στὸν ὦμο. Αὐτὴ ὅμως ἡ παντοδυναμία δὲν ἐνεργεῖ μόνη της. Ὄχι πὼς δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε πὼς δὲν θέλει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀναιρέση ἐκεῖνο ποὺ ἐχάρισεν ἅπαξ διὰ παντὸς στὸν ἄνθρωπο, τὸ προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπὸν πολλὰ ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἐνεργήση σ’ ἐμᾶς: τὴν ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, τὸ μίσος κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τὴν συντριβὴν τῆς καρδίας, τὴν ἱκανοποίησιν, τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας καὶ ἀληθινῆς ἐξομολογήσεως. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ κλίνη τὸν αὐχένα, καὶ μὲ θερμὰ δάκρυα νὰ ζητᾶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ λέγω γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὸν σημερινὸν παράλυτον. Ἐγνώριζεν ὁ καρδιογνώστης μας Χριστὸς καὶ τοὺς πολλοὺς χρόνους ποὺ τὸν εἶχεν ἡ ἀσθένεια δεμένον στὸν κράββατον ἐπάνω, ἐγνώριζεν ἐπίσης καὶ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρίαν τὴν πολλὴν ποὺ ὑπέμεινε. Δὲν ἀγνοοῦσε οὔτε τὴν ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχεν ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, οὔτε τὴν ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, οὔτε τὴν ἐρημία τῶν φίλων καὶ τῶν συγγενῶν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως τὸν ἐρωτᾶ: «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» γιὰ νὰ τοῦ δώση ἀφορμὴ νὰ τὸν ὁμολογήση Κύριον καὶ Παντοδύναμον, καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὁμολογία νὰ ζητήση καὶ τὴν θεραπείαν του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσει καὶ σ’ ἐσέ, ἄνθρωπε, νὰ καταλάβης πόσην δύναμη ἔχει ἡ πονηρὰ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ χρειάζεται τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὴν κόψη.
. Δεύτερον θεραπευτικὸ μέσον εἶναι ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἀντιθέτων τῆς ἁμαρτίας, πράγμα ποὺ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸν ὁρισμὸν ποὺ δίδουν οἱ ἰατροί, «τὰ ἐναντία τοῖς ἐναντίοις ἰάματα». Θέλεις λοιπὸν νὰ κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς μέθης καὶ τῆς πολυφαγίας; Βάλε σὰν δραστικὸ βότανον ἐπάνω στὸ πάθος τὴν ἀγάπην καὶ ἐπιθυμίαν τῆς νηστείας. Σὲ κυριεύει πάθος σαρκικόν, εἶσαι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς κτηνώδους πορνείας καὶ μοιχείας; Ἀγάπησε, ζήτα νὰ ἀποκτήσης τὴν καθαρότητα καὶ τὴν παρθενίαν τῶν Ἀγγέλων, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐπαινετὴν καὶ ἁγίαν ὄρεξιν, κόπτεις τὴν πρώτην, τὴν βδελυκτὴν καὶ βρωμεράν. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς μνησικακίας καὶ ἔχθρας; Ἀγάπησε τὴν ἀμνησικακίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Εὐαγγελικῆς ζωῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κόπτεις ἐκείνην τὴν συνήθεια. Σὲ κυριεύει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἀσπλαχνίας; Ἀγάπησε τὴν Εὐαγγελικὴν αὐτάρκεια καὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τοῦ οὐρανίου σου Πατρός, καὶ τοιουτοτρόπως κόπτεις ἐκεῖνο τὸ πάθος τῆς Ἰουδαϊκῆς ἀναισθησίας. Σὲ κυριεύει ἡ διαβολικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια; Ἀγάπησε τὴν ταπεινοφροσύνην τοῦ Δεσπότου σου, καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἰατρεύεις τὰ πονηρὰ μαθήματα τοῦ ἑωσφόρου.
. Τρίτον θεραπευτικὸ μέσον εἶναι ἡ πλήρης ὑποταγὴ τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὸ νικήσης μὲ ἄλλον τρόπο ἀπὸ αὐτὸν ποὺ σοῦ ἔδειξεν ὁ ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς ἐπάνω στὸν Γολγοθά, καὶ μὲ ὅλον τὸ παράδειγμα τῆς παναγίας ζωῆς του. Καθώς, λοιπόν, ἐκεῖνος παρέδωσε τὴν παναγίαν του σάρκα στὸ πικρότατον ἐκεῖνο πέλαγος τῶν φρικτῶν παθῶν, μὲ τὸν ἴδιο τρόπον καὶ σὺ μὴ λυπηθῆς τὴν σάρκα, γιὰ νὰ κερδίσης τὴν ψυχήν. Γνώρισε πὼς αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι δοῦλος, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι κύριός του. Μὴ λυπῆσαι τὸν δοῦλο μήπως πεινάση, μὴν ἱδρώση καὶ κοπιάσει, καὶ θὰ τιμηθῆ ἔτσι ὁ κύριός του. Μὴ λυπηθῆς τὸν δοῦλον, τὴν σάρκα σου, ἂν καταφρονηθῆ καὶ γυμνωθῆ προσκαίρως, διότι ἔτσι θὰ ἐνδυθῆ μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀθωότητος καὶ θὰ δοξασθῆ αἰωνίως ἡ ψυχή.
. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ κόψη τὰ νεῦρα κάθε πονηρᾶς συνηθείας. Στοχάσου, ἄνθρωπε, καὶ τὴν εὐκολίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ποὺ ἔχουν αὐτά. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἀποστραφῆς, γνώριζε ὅτι εἶσαι ἕνας παράλυτος, ὁ ὁποῖος καὶ ἄνθρωπον ἔχει γιὰ νὰ τὸν βοηθήση νὰ εἰσέλθη στὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας, καὶ θεραπευτικὰ μέσα γιὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀξιοδάκρυτον πάθος, καὶ μὲ τὸ ἰδικόν του θέλημα τὸν ἀποστρέφεται. Σὺ εἶσαι ποὺ μὲ τὸ ἴδιο τὸ χέρι σου ὑπογράφεις στὴν διαθήκην τοῦ οὐρανίου Πατρὸς νὰ εἶσαι ἀπόκληρος τῆς Βασιλείας Του.
. Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «πολιτικά» του, πὼς στοὺς Σκύθες ὑπῆρχε νόμος ποὺ ὅριζε νὰ μὴν ἔχη δικαίωμα στὶς πανηγύρεις νὰ χρησιμοποιῆ τὸ ποτήρι μὲ τὸ ὁποῖον ἔπιναν ὅλοι ὅποιος δὲν ἔχει θανατώσει ἔστω ἕναν ἐχθρόν της πόλεως. Αὐτὸ γνώριζε, ἄνθρωπε, ὅτι θὰ συμβῆ καὶ σ’ ἐσέ, ἂν δὲν θανατώσης, ἂν δὲν κόψης τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῆς ἁμαρτίας, στὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι δεμένος ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὴν συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ σου διαβόλου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀξιωθῆς ποτὲ νὰ πίης τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ποτήριον ἐκεῖνο τῆς οὐρανίου ζωῆς, τὴν κληρονομία τῆς ἄνω δόξης. Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυστυχίαν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμφοράν, ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῆ ἢ νὰ ἐννοηθῆ ἄλλη μεγαλυτέρα;
. Λοιπόν, ἐσὺ ταλαίπωρε ἄνθρωπε, τὸ ὑποφέρεις γιὰ μίαν κακὴν συνήθεια νὰ χάσης τὴν οὐράνιο Βασιλείαν; Εἶναι τοῦτο ἔργο ψυχῆς λογικῆς, νὰ πωλῆ γιὰ τόσο λίγο, γιὰ μίαν πρόσκαιρον ἡδονήν, τὴν δόξαν, τὴν παρρησίαν, τὴν ἀγάπην τῆς τρισυποστάτου Θεότητος; Εἶναι τοῦτο ἔργον φρονίμου ἀνδρός, νὰ ἀφήση τὴν συντροφίαν τῶν Ἀγγέλων, τὴν συνοδείαν τῶν Ἀποστόλων, τὴν χαρὰν τῶν Προφητῶν, τὶς σκηνὲς τῶν δικαίων, γιὰ μίαν συνήθειαν κακὴν καὶ διεστραμμένην; Μή, παρακαλῶ, ἂς μὴν εὑρεθῆ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς τόσον ἀνόητος, ἀλλὰ ὅλοι, μὲ τὰ θεραπευτικὰ μέσα ποὺ εἶπα, ἂς κόψωμε κάθε πονηρὰν συνήθεια, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν ἐπηγγελμένων ἡμῖν ἀγαθῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr (ἀπὸ orp.gr)
ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ [1] «Ὦ κατηραμένη συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν δύναμη ποὺ ἔχεις καὶ δὲν θὰ ἀναστενάξη» (Ἅγ. Μακάριος ὁ Πάτμιος)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ στὶς 5 Μαΐου 2012
Λόγος τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Πατμίου
«Eἰς τὴν Κυριακὴν τοῦ Παραλύτου» [Α´]
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 59 καὶ ἑξῆς.
. Ὁ ἄνθρωπος κλίνει φυσικὰ στὸ νὰ λυπῆται καὶ νὰ πονᾶ στὶς δυστυχίες καὶ συμφορὲς τῶν ἄλλων. Ἴσως ἐπειδὴ εἶναι κοινὲς ἢ ἐπειδὴ ὅλοι εἴμεθα ἀπὸ τὸ ἴδιο φύραμα, ἢ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος «τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα». Δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ἀργότερα δὲν θὰ φυτρώσουν στὸν ἴδιον οἱ ἄκανθες τῶν πόνων, τὶς ὁποῖες βλέπει σὲ ἄλλους. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δικαίως σύρεται κανεὶς σὲ συμπαθῆ διάθεση, ὅταν θεωρῆ τὶς ἀσθένειες καὶ τοὺς πόνους τῶν συνανθρώπων του. Ποῖος, λοιπόν, θὰ ἦταν τόσο σκληρὸς στὴν καρδία, τόσο θηριογνώμων στὴν διάθεση, ὥστε νὰ μὴ συλλυπηθῆ καὶ νὰ μὴ συμπονέση σήμερα, ἀκούγοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον τοὺς πολλοὺς ἐκείνους χρόνους, τοὺς ὁποίους ἐπέρασεν ὁ σημερινὸς παράλυτος κατάκοιτος, σὰν ἀναίσθητος λίθος, ἐπάνω σὲ ἕνα κρεββάτι; Ποίου ἡ ψυχὴ δὲν θὰ πονοῦσε ἀκούγοντας πὼς αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος ἦταν ὄχι μόνον παράλυτος ἀλλὰ καὶ εὑρίσκετο σὲ ἐσχάτην πτωχεία, καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν ἔρημος ἀπὸ φίλους, γυμνὸς ἀπὸ συγγενεῖς; Ποῖος νὰ μὴ συλλυπηθῆ, ὅταν συλλογισθῆ ὄχι μόνον τοὺς πόνους ποὺ τοῦ προκαλοῦσε ἡ βαρυτάτη ἀσθένεια τῆς παραλυσίας, ἀλλὰ ἀκόμη τὴν λύπη καὶ τὸ παράπονο ποὺ ἠσθάνετο, ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἄγγελο νὰ ταράσση τὸ ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας, νὰ ἰατρεύεται ἄλλος καὶ νὰ φεύγη, καὶ ὁ ἴδιος νὰ κείτεται πάντοτε ἐκεῖ; Μοῦ φαίνεται, λοιπόν, πὼς ὅσοι χρόνοι ἐπερνοῦσαν καὶ ὅσοι ἀσθενεῖς ἰατρεύοντο, τόσες πληγὲς ἐδέχετο ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς παράλυτος, συλλογιζόμενος πὼς οἱ ἄλλοι ὅλοι εἶχαν συγγενεῖς καὶ φίλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐβοηθοῦσαν στὴν θεραπείαν τους, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν εὑρέθη ποτὲ σὲ τόσους χρόνους οὔτε φίλος οὔτε συγγενὴς νὰ τὸν βοηθήση γιὰ νὰ ἰατρευθῆ. Ποῖος, λοιπόν, εἶναι ποὺ θὰ συλλογισθῆ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν πτωχεία τοῦ παραλύτου καὶ δὲν θὰ λυπηθῆ μαζί του; Καὶ καθὼς δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν παρακινηθῆ σὲ συμπάθεια ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσχάτη δυστυχία τοῦ παραλύτου, ὁμοίως δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἀγανακτήση καὶ νὰ μὴν παρασυρθῆ σὲ θυμὸν καὶ ὀργήν, ὅταν ἰδῆ ὅτι κάποιος ἄλλος παρόμοιος παράλυτος, ἔχοντας ἄνθρωπον ποὺ στέκεται πάντοτε πρόθυμος, ἕτοιμος νὰ τοῦ δώση τὴν θεραπείαν, αὐτὸς παρακινημένος ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἐθελοκακίαν καὶ ἀγνωσίαν, ἀναβάλλει τὸν χρόνον τῆς θεραπείας του, ἠμπορεῖ καὶ δὲν θέλει νὰ σηκωθεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τάφον ἐκεῖνον τῆς ἀσθενείας; Τοιοῦτον παράλυτον, τοιοῦτον ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀκούση καὶ δὲν θὰ ἀγανακτήση; Ποῖος θὰ τὸν ἰδῆ καὶ δὲν θὰ ὀργισθῆ ἐναντίον του; Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῆ, θὰ μοῦ εἰπῆ κάποιος, τοιοῦτος ἀνόητος ἀσθενής, τοιοῦτος ἀναίσθητος παράλυτος, ποὺ νὰ ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του; Νὰ μὴ θέλη τὴν ὑγείαν του, ἀλλὰ νὰ προτιμᾶ νὰ εἶναι λεπρωμένος παρὰ καθαρός, νὰ εἶναι συζώντανος ἐνταφιασμένος μέσα στοὺς πόνους, μέσα στὴν δυσωδία τῆς ἀσθενείας; Ναί, εἶναι πολλοί. Τόσοι, ὅσοι καὶ οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι μένουν κατάκοιτοι, παράλυτοι, ἀκίνητοι στὴν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅλους αὐτοὺς εἰκονίζει ὁ παράλυτος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται τὸν ἰατρόν του, ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἄνθρωπον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἰατρεύση σὲ μία στιγμή, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄγγελο νὰ ταράξη τὸ ὕδωρ μίαν φορὰ τὸν χρόνο, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», καὶ μάλιστα ἔχει στήσει πολλὲς φορὲς κολυμβῆθρες ἐμπρὸς στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ὅσα μυστήρια, ὅσοι σταλαγμοὶ δακρύων τῆς μετανοίας, τόσες καὶ οἱ θεραπευτικὲς ἀναταραχές. Ὅσες στιγμὲς ἔχει ἡ ὥρα, τόσες φορὲς καὶ ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος εἶναι ἕτοιμος νὰ δώση τὴν συγχώρηση γιὰ νὰ ἰατρεύση τὴν λέπραν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, ὁ πνευματικῶς παράλυτος, σφαλίζει τοὺς ὀφθαλμούς του νὰ μὴν ἰδῆ τὸν ἰατρόν, προτιμᾶ νὰ εἶναι νεκρός, κατάκοιτος στὴν ἁμαρτία παρὰ ζωντανὸς στὴν ἀρετή.
. Ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ ἐσχάτη ἀναισθησία; Ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ ἀξιοδάκρυτος καταδίκη στὸν ἁμαρτωλόν; Ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ ἔχει δεμένον τὸν ἁμαρτωλὸ στὸ κρεβάτι τῆς ἀναισθησίας, αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸν παρακινεῖ νὰ προτιμήση τὸν θάνατον ἀπὸ τὴν ζωήν. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθῆς πὼς εἶναι τόσο δυνατὴ αὐτὴ ἡ συνήθεια, πρόσεχε: Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοικτὲς τὶς ἀκοές του στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ δέχεται μὲ τόσην προθυμία τὰ κηρυττόμενα, ὡσὰν ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ στέλλει ὁ Οὐράνιός του Πατήρ, εὔκολα ἀντιλαμβάνεται πὼς ὁ σημερινὸς παράλυτος παριστάνει μίαν εἰκόνα ἐκείνου ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Διότι καθὼς ἡ παράλυσις, ἐπειδὴ διαλύει τὰ νεῦρα τοῦ σώματος, κάμνει τὸ σῶμα νεκρὸν καὶ ἀκίνητον, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, κόπτει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κάμνει ἀκίνητον σὲ κάθε ἐργασία τῆς ἀρετῆς, στὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δύναμιν ἡ ψυχὴ νὰ ἀνεβῆ, ἐπειδὴ σύρεται πάντοτε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Ὅθεν καὶ ὁ μέγας Βασίλειος γράφει: «ἡ συνήθεια ποὺ ἐπαγιώθη, μὲ τὴν πάροδο μακροῦ χρόνου, λαμβάνει ἰσχὺν φύσεως. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν συνήθεια». Ἂς κοπιάση ὅσον θέλει, ἂς προσπαθήση ὅποιος θέλει μὲ ὅ,τι τρόπον ἠμπορεῖ νὰ κόψη ἕνα φυσικὸν ἰδίωμα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἂς εἰποῦμεν τὸ γελαστικὸν ἢ τὸ ἐπιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ὅταν γηράση, μεταβάλλεται σὲ φύσιν, ἀποκτᾶ ἰδιότητες φυσικῆς δυνάμεως. Καὶ βεβαίως, ὁ μέγας Πατὴρ ποὺ ἀναφέραμε δικαίως λέγει ὅτι δὲν εἶναι μικρὸς ὁ πόλεμος νὰ νικήση κάποιος τὴν παλαιὰν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπὸν καὶ ἄξιος πολλῶν ἐγκωμίων ὅποιος, πρὶν νὰ γηράση ἡ ἁμαρτία, τῆς κόπτει τὰ νεῦρα καὶ πρὶν τὸν νεκρώση αὐτή, τὴν θανατώνει. Καθὼς σὲ ἕνα καινούργιον ἀγγεῖον, ὅ,τι βάλεις στὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ἀφήσεις νὰ πολυκαιρίση, παίρνει ἐκείνου τὴν ὀσμή, εἴτε καλὴ εἶναι εἴτε κακή, καὶ ὕστερα ὅσον καὶ ἂν πλύνης ἐκεῖνο τὸ ἀγγεῖον, δὲν ἠμπορεῖς μὲ τίποτε νὰ ἀφαιρέσης ἐκείνην τὴν εὐωδίαν ἢ δυσωδίαν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅταν πολυκαιρίση στὴν καρδία, ὅταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ἢ παντελῶς δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ὅσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει ἡ συνήθεια τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὅθεν ἐπαινῶ ἐκεῖνον τὸν σοφόν, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ φανερώση τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς πονηρᾶς συνηθείας, τῆς ἔδιδε τοιοῦτον σύμβολον. Ἐζωγράφιζεν ὡς ἱερογλυφικὸν ἕνα σπήλαιον ὑπόγειον μὲ τὴν ἐπιγραφήν: «τὸ εὖρος τόσον, ὅσον καὶ τὸ βάθος». Θέλοντας μὲ τοῦτο νὰ φανερώση ὅτι ἡ πονηρὰ συνήθεια αὐξάνοντας κάθε ἡμέρα μὲ τὸ γάλα τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας, ὅσον πολυχρόνιον πάθος εἶναι, τόσο εἶναι καὶ χειρότερον. Διότι καθὼς καὶ τὰ ἄλλα πράγματα ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ καὶ αὐξάνουν μὲ τὴν πολυκαιρίαν, μὲ ἀνάλογον τρόπον καὶ ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας φθάνει μὲ τὴν πολυκαιρία σὲ τόσην αὔξηση, ὥστε γίνεται ἀκατανίκητος. Γράφει μὲ πολὺν πόνο στὸ χρυσὸν βιβλίον τῶν Ἐξομολογήσεών του ὁ μέγας Αὐγουστίνος: ἀνεστέναζα δεμένος. Ἀπὸ ποῖον ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ὄχι ἀπὸ ἄλλον, λέγει, ὄχι ἀπὸ ξένην ἁλυσίδα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδικήν μου σιδηρὰν συνήθεια, ἡ ἰδική μου θέλησις ἦταν ὁ τύραννος. Ἡ ἄρρηκτος ἅλυσις ἦταν ἡ συνήθεια, ἡ ὁποία μὲ ἔδεσε τόσον ποὺ μὲ ἔφερε σὲ ἀκολασίαν, πράγμα τὸ ὁποῖο, μὴν ἠμπορώντας νὰ ἀποκόψω, ἔγινεν ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀνάγκη κατέληξε νὰ γίνη φύσις. Ὅθεν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ φωνάζει: κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβη πόσην δυσκολίαν ἔχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, τὸ νὰ ἀποκόψη κάποιος μίαν παλαιὰν συνήθεια, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγωνισθῆ. Γιὰ ποῖον λόγον ὅμως, ἐξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε τῆς οἰκουμένης; Διότι, λέγει, ὁ πονηρὸς λογισμὸς γεννᾶ ἡδονήν, ἀπὸ αὐτὴν πάλι γεννᾶται ἡ συγκατάθεσις, καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν ἡ πράξις, καὶ ἀπὸ τὴν πράξιν ἡ συνήθεια, καὶ ἀπὸ τὴν συνήθεια γεννᾶται ἡ ἀνάγκη, καὶ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ θάνατος. Ὅθεν δὲν σφάλλεις, ἂν παρομοιάσης τὸν ἁμαρτωλὸν ἐκεῖνον ποὺ ἄφησε τὴν ἁμαρτία νὰ γίνη στὴν ψυχή του συνήθεια, δὲν σφάλλεις λέγω, ἐὰν τὸν παρομοιάσης μὲ κάποιον ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια ἑνὸς ἀσπλάχνου καὶ ἀνελεήμονος τυράννου, τὸν ὁποῖον, θέλοντας ἐκεῖνος ὁ τύραννος νὰ θανατώση, τὸν ἔκλεισε σὲ μία σκοτεινὴν φυλακήν, χωρὶς νὰ τὸν κλειδώση. Πλὴν ὅμως ἔχασε τὴν πόρτα καὶ δὲν εὑρίσκει ἀπὸ ποῦ νὰ ἐξέλθη. Ὅθεν τριγυρίζοντας ἀποθνήσκει ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σ’ ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει συνήθεια. Αἰσθάνεται πὼς εὑρίσκεται σὲ μία σκοτεινὴ φυλακὴ καὶ τριγυρίζει νὰ εὔρη τὴν πόρταν, πλὴν ὅμως τὴν ἔχει κλεισμένην ἡ πονηρὰ συνήθεια. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἀναβάλλει συνεχῶς νὰ εὕρη τὴν πόρτα τῆς ἐλευθερίας, εὑρίσκει τὸν θάνατον τῆς παντελοῦς ἀπωλείας, καθὼς ἔχει γραφή: «συνήθειαν λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία, ἕλκει εἰς παντελῆ ἀπώλειαν». Ἦλθε σὲ μεγάλην ἀνάγκην ὁ βασιλεὺς Σαούλ, στὸν πόλεμον ἐκεῖνον ποὺ ἐκήρυξεν ἐναντίον του ὁ ὑπερήφανος Γολιάθ, γι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ ἐνδύση μὲ τὰ ἰδικά του βασιλικὰ ἅρματα τὸν Δαβίδ. Ἐκεῖνος τὰ ἐφόρεσε μετὰ πολλῆς χαρᾶς, ὅμως ἐκεῖ ποὺ ἔκαμε νὰ σαλεύση γιὰ νὰ ὑπάγη ἐναντίον τοῦ Γολιάθ, βλέπει ὅτι ἀπὸ τὰ ἅρματα ἐκεῖνα περισσότερον ἐμποδίζεται παρὰ βοηθεῖται. Ἐνθυμούμενος λοιπὸν ὁ Δαβὶδ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐσυνήθιζε ποτὲ νὰ νικᾶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ὄπλα, ἀλλὰ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰδικἠν του ποιμαντικὴν σφενδόνα, λέγει στὸν βασιλέα: «Ὑψηλότατε βασιλεῦ, εὐχαριστῶ γιὰ τὴν τιμὴν ποὺ μοῦ ἔκαμες. Λαμπρὰ καὶ πολύτιμα εἶναι τὰ ἅρματά σου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμένα, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα νὰ νικῶ ἐχθροὺς μὲ τοιαῦτα ἅρματα».
. Βλέπεις πόσην δύναμιν ἔχει ἡ συνήθεια, ὥστε νὰ ὑπερβαίνη καὶ τὴν δύναμη τῶν βασιλικῶν ἁρμάτων; Πόσοι εὐγενεῖς, πόσοι βασιλικοῦ αἵματος, πόσοι βασιλικοῦ νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Καὶ ὅμως δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀντιπαλαίσουν ἕναν Γολιάθ, ἕνα πάθος, ἕναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενὴν δόξαν; Ἀλλὰ ἁρματωμένοι μὲ βασιλικὰ καὶ λαμπρὰ ὄπλα σύρονται στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν τῶν καταφρονεμένων ἐκείνων παθῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι ἐπονείδιστα, πὼς εἶναι θανατηφόρα. Ἀναστενάζουν αὐτοὶ οἱ βασιλικοὶ ἄνδρες, οἱ λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἑνὸς ὑβριστοῦ καὶ βλασφήμου Γολιάθ, ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία μιᾶς πολυκεφάλου Ὕδρας, τὴν ὁποίαν ὁ νέος Ἡρακλῆς Δαβὶδ θανατώνει εὐκολότατα μὲ μίαν σφενδόνα, μὲ μίαν φυγήν, μὲ μίαν γρήγορον ἀποκοπὴν τῆς ἁμαρτίας. Ὦ κατηραμένη συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν δύναμη ποὺ ἔχεις καὶ δὲν θὰ ἀναστενάξη; Ποῖος θὰ ἀναλογισθῆ τὴν καταφρόνηση καὶ τὸ ὄνειδος ποὺ προξενεῖς στοὺς βασιλικοὺς καὶ εὐγενικοὺς ἄνδρες, καὶ δὲν θὰ εἰπῆ μὲ τὸν μεγαλοφωνότατον Ἠσαΐαν «Οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ὡς σχοινίῳ μακρῷ»’;
. Ἂς σᾶς ἀπαριθμήσω ὅμως μὲ συντομίαν τὰ ἄλλα ὅσα προξενεῖ στὴν ψυχὴ αὐτὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια: Πρῶτον, κάμνει τὰ ἁμαρτήματα βαρύτερα, ἐπειδὴ οἱ ρίζες τους, τὰ πάθη, προχωροῦν ὅλο καὶ βαθύτερα. Εἶναι φανερὸν γιὰ κάθε σκεπτόμενον ἄνθρωπον αὐτὸ ποὺ λέγω, ὅτι δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία, ὅσον ἀργοπορεῖ στὸν ἄνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αὐξάνει ἡ κακία της. Δεύτερον, ἡ πονηρὰ συνήθεια σμικρύνει τὰ ἔμφυτα ἀγαθά, καὶ τούτη ἡ ζημία δὲν χρειάζεται ἀπόδειξιν σὲ κάποιον ποὺ στοχάζεται τὴν εὐλάβειαν, τὴν ἀγάπην ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Θεὸν κάθε ψυχὴ πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ κάποιο θανάσιμον πάθος, ἢ καὶ τὴν κλίσιν ποὺ εἶχε στὸ νὰ ἐλεῆ καὶ νὰ σπλαχνίζεται τοὺς ἄλλους πρὶν νὰ κυριευθῆ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος, πρὶν νὰ πέση στὶς ἀντίθετες αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ἁμαρτίες, ἐὰν τὶς μετρήσης ὕστερα, εὑρίσκεις ὅτι ἐξέπεσαν πολὺ ἀπὸ τὸν πρῶτον τους βαθμόν. Τρίτον, κάμνει ἡ συνήθεια τὸν ἄνθρωπον εὐάλωτον στὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἀνοίγει δρόμον ἡ μία ἁμαρτία στὴν ἄλλη, τὸ ἕνα βοηθᾶ τὸ ἄλλο. Τέταρτον, μὲ τὸ βάρος ποὺ δίδει στὴν ψυχὴν ἡ συνήθεια, δὲν παρακινεῖ πλέον ὅπως στὴν ἀρχήν, ἀλλὰ ἐξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεῖ τὸν ἄνθρωπο, πολλὲς φορές, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη, νὰ ἁμαρτάνη. Πέμπτον ἀποτέλεσμα τῆς συνηθείας εἶναι ἡ ἀπελπισία, καὶ τελευταῖον ἡ αἰώνιος κόλασις. Ὅθεν ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος παρομοιάζει τὴν κακὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, μὲ ἕναν ὕπνο βαθύ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὅταν ξυπνήση ὁ ἄνθρωπος, θέλει νὰ περιπατήση, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ, ἐπειδὴ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ὕπνου. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολυκαιρινὴν συνήθεια τῆς ἁμαρτίας, ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ποὺ λέγει: «ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς αὐτοῦ, καὶ ἐπιστράφητε πρός με, καὶ ἐλεήσω ὑμᾶς, καὶ ἀφήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν». Θέλει νὰ ἐπιστρέψη στὸν Θεόν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀφήση τὶς ἁμαρτίες, ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, ἐμποδιζόμενος ἀπὸ τὴν συνήθειαν. Καὶ ἐὰν καμμίαν φορὰν φαίνεται πὼς ἐπιστρέφει πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ἐπιστροφή του δὲν εἶναι ἀληθινή, ἀλλὰ ἐπίπλαστος. Καὶ καθώς, ὅταν πέση ἡ βροχὴ στὴν γῆ, φαίνονται πὼς βρέχονται καὶ οἱ πέτρες, ἀλλὰ ἀπὸ ἔξω, καὶ ἐὰν τὶς ἰδῆς στὸ ἐσωτερικόν τους εἶναι κατάξηροι καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς βροχῆς, τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἡ καρδία τους ἐσκληρύνθη ἀπὸ τὴν πονηρὰν συνήθειαν. Ἐξωτερικῶς φαίνονται πὼς ἐδέχθησαν τὴν θείαν δρόσον τῆς μετανοίας, ὅθεν πολλὲς φορὲς καὶ ἀναστενάζουν καὶ κλαίουν, ὅμως ἀπὸ μέσα ἡ καρδία τους εἶναι ξηρὰ καὶ ἔρημος ἀπὸ τὴν δρόσον τῆς Θείας μετανοίας, ἐπειδὴ ἡ πονηρὰ συνήθεια δὲν ἐπιτρέπει στὴν δρόσον τοῦ Θείου λόγου νὰ φθάση μέχρι τὰ ἐνδότερα μέρη τῆς ψυχῆς.
ΣYNEXIZETAI: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/εἰς-τὴν-κυριακὴν-τοῦ-παραλύτου2/
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΕΙΣΜΟ “ΒΛΕΠΟΥΝ” ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ στὶς 30 Ἀπριλίου 2012
Handelsblatt: Πολιτικὸς σεισμὸς στὴν Ἑλλάδα
ΕΙΣ. ΣX. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἐάν τις ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ (Α´ Ἰω. ε´ 16) «Ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον εἶναι κάθε μετανοημένη ἁμαρτία, ἀκόμα καὶ ἂν πραγματοποιήθηκε ἑπτάκις τῆς ἡμέρας» (Ἁγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς)
. Λίγες ἡμέρες πρὶν τὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν πολλὲς ἐνδείξεις γιὰ ἕναν πολιτικὸ σεισμό, γράφει ἡ οἰκονομικὴ ἐφημερίδα Handelsblatt. Τὰ δύο μεγάλα κόμματα χάνουν λόγῳ κρίσεως τὴν στήριξη τῶν ψηφοφόρων τους, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ προτιμῶνται μικρότερα, ἀκραῖα καὶ ἀντιευρωπαϊκὰ κόμματα.
. Ἡ κρίση πολώνει τοὺς Ἕλληνες. Βιώνουν τὴν βαθύτερη καὶ μεγαλύτερη σὲ διάρκεια κρίση στὴν μεταπολεμικὴ ἱστορία τῆς χώρας, ἡ ἀνεργία βρίσκεται σὲ ὕψος ρεκὸρ καὶ δὲν ὑπάρχουν ἐλπίδες γιὰ φῶς στὴν ἄκρη τοῦ τοῦνελ. Οἱ Ἕλληνες αἰσθάνονται ἀνασφάλεια, εἶναι συχνὰ ἀπελπισμένοι καὶ κερδισμένα εἶναι τὰ ἀκραῖα κόμματα.
. Ἡ κρίση χρέους δὲν ἔχει προκαλέσει μόνο οἰκονομικὴ ὕφεση, μείωση ἀποδοχῶν καὶ ὑψηλὴ ἀνεργία. Τὸ πολιτικὸ τοπίο ἔχει ρημάξει. Οἱ δημοσκοπήσεις ἀποτυπώνουν τὴν εἰκόνα μιᾶς χώρας σὲ ἀναβρασμό, ἑνὸς λαοῦ μπερδεμένου.
. Τὰ δύο μεγάλα κόμματα, ποὺ διαδέχονταν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο στὴν ἐξουσία ἀπὸ τὴν μεταπολίτευση, εἶχαν τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2009 τὴν στήριξη τοῦ 80% τῶν ψηφοφόρων. Σήμερα μόλις τὸ 35% τῶν Ἑλλήνων δηλώνει ὅτι θὰ τὰ ψηφίσει στὶς ἐκλογὲς τῆς Κυριακῆς. […]
ΠΗΓΗ: skai.gr/news
«ΟΧΙ ΑΥΤΟΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ» ἢ ΑΥΤΟΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΣΕ ΑΝΑΚΥΚΛΟΥΜΕΝΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΑΡΧΩΝ;
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ στὶς 29 Ἀπριλίου 2012
ΟΧΙ ΑΥΤΟΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
. Πέρα ἀπὸ τὸν θυμό μας γιὰ τὴν πολλαπλῶς πιστοποιημένη ἀνικανότητα, εὐτέλεια ἢ καὶ φαυλότητα τοῦ πολιτικοῦ προσωπικοῦ τῆς χώρας, τὸ πιὸ ἐξοργιστικὸ δεδομένο, εἰδικὰ στὴν προεκλογικὴ αὐτὴ περίοδο, εἶναι ἡ πανομοιότυπη ἴδια γλώσσα ποὺ συνεχίζουν νὰ μιλᾶνε οἱ κομματάνθρωποι. «Μνημονιακοὶ» καὶ «ἀντιμνημονιακοί», δῆθεν Ἀριστεροὶ καὶ πελαγωμένοι Δεξιοί, «κόμματα ἐξουσίας» καὶ ἀποσκλίδια αὐτῶν τῶν κομμάτων μὲ μοναδικὴ «πολιτικὴ» ταυτότητα τὸν πληγωμένο ἐγωισμὸ τῶν ἀρχηγῶν τους, ὅλοι, μὰ ὅλοι, ὁμόγλωσσο ι[…]
. Ἀναμηρυκάζουν τὸ ἴδιο χιλιοφθαρμένο τροπάριο λέξεων καὶ σχημάτων, κενῶν πιὰ ἀπὸ κάθε πραγματικὸ περιεχόμενο ποὺ ὑπηρετοῦν ἀποκλειστικὰ τὸ κυνηγητὸ τῶν ἐντυπώσεων, τὴν ἐξαπάτηση τοῦ πολίτη καὶ τὴν ὑφαρπαγὴ τῆς ψήφου του. Δὲν τολμοῦν νὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι εἶναι ὁμόγλωσσοι, ἐπειδὴ ἔχουν τὴν ἴδια λογική, τὴν ἴδια νοο-τροπία (τρόπο τοῦ νοεῖν), ὅλοι μονοδιάστατα πειθαρχημένοι στὴ βιοθεωρία – κοσμοθεωρία τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ: Ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ συνύπαρξη ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν στὴν Οἰκονομία, μοναδικὸ περιεχόμενο ζωῆς εἶναι ἡ κατανάλωση, χαρὰ τῆς ζωῆς ἡ καταναλωτικὴ εὐχέρεια. Παιδεία, πολιτισμός, καλλιέργεια ἁπλὰ «ἐποικοδομήματα» στὸν πρωτογονισμὸ τῆς βουλιμικῆς προτεραιότητας, ὑπηρετικὰ τῆς καταναλωτικῆς ἐπάρκειας ἢ τοῦ εὐφραντικοῦ («ψυχαγωγικοῦ») ψυχολογισμοῦ, ὅσο περίπου καὶ ὁ «φιλαθλητισμὸς» ἢ τὸ «στοίχημα».
. Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ἂς ἀναζητήσει ὁ ἀναγνώστης ἕναν πολιτικό, ἔστω καὶ ἕναν, ὁποιουδήποτε κόμματος, ποὺ νὰ προβληματίζεται γιὰ τὸ ποιὰ ὀργάνωση τῆς δημόσιας διοίκησης θὰ ἐξασφάλιζε στὸν δημόσιο ὑπάλληλο τὴν χαρὰ τῆς προσωπικῆς δημιουργίας, τὴν δυνατότητα νὰ ξεκινάει τὸ πρωὶ γιὰ τὴν δουλειά του μὲ τὴν προσωπικὴ ἱκανοποίηση καὶ πρόκληση ὅτι διαχειρίζεται εὐθύνες σὲ πεδίο ποὺ ἀπαιτεῖ δημιουργικὴ φαντασία, γιὰ τὴν χαρὰ τῆς διακονίας κοινῶν ἢ ἐξατομικευμένων ἀναγκῶν. Πολιτικὸ ποὺ νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι δίχως ἕνα τέτοιο κίνητρο ὀργάνωσης τοῦ κράτους ἡ χώρα θὰ συνεχίσει νὰ σέρνεται καταδικασμένη σὲ τεταρτοκοσμικὴ καθυστέρηση, σὲ ἀνίατη ἀδράνεια πολτοῦ.
. Ἂς ἀναζητήσει ὁ ἀναγνώστης στὸ προεκλογικὸ τοπίο («κρανίου τόπο») ἔστω καὶ ἕναν πολιτικὸ ποὺ νὰ προβληματίζεται γιὰ τὸ ποιὰ ὀργάνωση λειτουργίας τῆς ἀγορᾶς, ὀργάνωση τῶν σχέσεων τοῦ πολίτη μὲ τὸ κράτος, θὰ ἐπέτρεπε στὸν μικρό, τὸν μεσαῖο ἢ καὶ τὸν μεγάλο ἐπιχειρηματία νὰ ἀνοίγει τὸ πρωὶ τὸ μαγαζί του ἢ νὰ πηγαίνει στὸ γραφεῖο του μὲ τὴν χαρὰ ὅτι ἡ δουλειά του καὶ ἡ ἀξιοσύνη του ἀξιολογοῦνται μὲ μέτρα σεβασμοῦ τῆς ἐντιμότητάς του καὶ τῆς συμβολῆς του στὴν «κοινωνία τῆς χρείας», τῆς κοινωνικῆς του μετοχῆς καὶ προσφορᾶς. Ὅτι τὸ κράτος (ἡ ὀργανωμένη συλλογικότητα στὴν πατρίδα του) τοῦ προσφέρει τὶς θεσμικὲς προϋποθέσεις νὰ ἀναπτύξει τὸ ἐπιχειρηματικό του ταλέντο, νὰ διακριθεῖ, νὰ ἐπεκτείνει τὶς δραστηριότητές του στὸ διεθνὲς πεδίο.
Τὸ ἀκόμα πιὸ ἀπελπιστικὸ δεδομένο στὴν προεκλογικὴ αὐτὴ περίοδο εἶναι ὅτι, παρὰ τὰ ἠχηρὰ ραπίσματα τῆς πραγματικότητας, τὴν ὀργή, περιφρόνηση καὶ σιχασιὰ τῶν πολιτῶν γιὰ τοὺς πολιτικούς, παρὰ τὴν διεθνῆ διαπόμπευση τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος, τὴν ἐφιαλτικὴ χρεωκοπία, τὴν ἐθνικὴ τραγωδία τῆς ἀνεργίας, τὸ φάσμα τῆς ζούγκλας ποὺ ἐπαπειλεῖται ἀπὸ τὴν ἐπιτεινόμενη στέρηση, τὸ ἦθος καὶ τὸ ὕφος τοῦ πολιτικοῦ λόγου παραμένει ἀπαράλλαχτο. Ἡ γλώσσα ἀμετανόητα ὑπηρετικὴ τῆς στυγερῆς ἰδιοτέλειας, τῶν τεχνασμάτων γιὰ νὰ ξεγελαστοῦν οἱ ἀφελεῖς. Χειρονομίες, μορφασμοί, ἡ ἐκφραστικὴ τοῦ σώματος, ὁ «ἀέρας» τῆς βερμπαλιστικῆς ὑψηλοφροσύνης, ὅλα ἀμετάβλητα. Ὡσὰν νὰ μὴ μεσολάβησε ἡ φυλάκιση Τσοχατζόπουλου, ἡ ὣς τώρα συγκάλυψή του ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλο, οἱ ἀποκαλύψεις γιὰ τὴν παπανδρεϊκὴ πρακτόρευση τῆς ὑπαγωγῆς μας στὸν ζυγὸ τοῦ ΔNT, ἡ ὑπογραφὴ τῶν ἐξοντωτικῶν τῆς χώρας «Μνημονίων», ἡ ἀνοχὴ τῆς ἀδιαπραγμάτευτης ὑπογραφῆς ἢ ἡ ἀνικανότητα ἀποτροπῆς της. Ἡ κατὰ συνέπεια ὅλων τῶν παραπάνω ἐπίσημη ὑπεξαίρεση ἀπὸ τὸ κράτος τῶν ἀνταποδοτικῶν συντάξεων, ἡ ἀτιμία παραβίασης ἀπὸ τὸ κράτος τῶν συμφωνημένων ἀμοιβῶν ἐργασίας, τὰ αὐθαίρετα κατὰ συρροὴν χαράτσια, ἡ ἀπάνθρωπη φορολόγηση τοῦ πολίτη.
. Τὸ μέχρι σήμερα πολιτικὸ προσωπικὸ τῆς χώρας, δίχως ἐξαιρέσεις, εἶναι ὑπόδικο στὶς συνειδήσεις τῶν πολιτῶν γιὰ αὐτουργία εἰδεχθῶν κοινωνικῶν ἐγκλημάτων, ἀνοχὴ ἢ ἀνικανότητα ἀποτροπῆς τῆς κακουργίας. Ἡ ἀδυναμία τους νὰ μιλήσουν γιὰ κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν ὑπαγορευμένη ἐκδοχὴ τῆς Οἰκονομίας, νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν ὁλοκληρωτικὴ προτεραιότητα τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ, δηλαδὴ τὴν συμπόρευση μὲ τὸν παλαιοημερολογιτικὸ δογματισμὸ τῆς κ. Παπαρήγα, αὐτὴ ἡ ἀδυναμία τοὺς ἔχει θέσει οὐσιαστικὰ ἐκτὸς πολιτικῆς. Δὲν καταλαβαίνουν ἀνάγκες ποιότητας τῆς ζωῆς, τὴν συνύπαρξη ὡς κατόρθωμα κοινωνίας, τὴν ἀνθρώπινη εὐτυχία ὡς ἀναζήτηση ἀλήθειας, γνησιότητας, ὀμορφιᾶς. Ἀνάπηροι ἄνθρωποι.
. Ὅμως εἴμαστε παγιδευμένοι νὰ τοὺς ξαναψηφίσουμε, γιὰ μία ἀκόμα φορά. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Γιατί ΑΡΑΓΕ ΕΙΜΑΣΤΕ;] Γιατί οἱ κοινωνικὲς ἀλλαγὲς βραδυποροῦν ἐξαντλητικὰ – δὲν λειτουργοῦν πιὰ δικλεῖδες ἐπαναστάσεων γιὰ ἀποσυμπίεση τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀηδίας, τὴν ἀπόδοση δικαιοσύνης, τὸν ἐξοστρακισμὸ τῶν αὐτουργῶν τῆς κακουργίας. Λόγοι αὐτοάμυνας ἐπιβάλλουν νὰ ψηφίσουμε, νὰ μὴν ἐνδώσουμε στὶς ψυχολογικές μας παρορμήσεις: στὴν ἀποστροφή, στὴ βδελυγμία. Καὶ νὰ ψηφίσουμε ὄχι παίζοντας στὸ γήπεδό τους, δηλαδὴ ἀχρηστεύοντας τὴν ψῆφο μας, πετώντας τὴν σὲ ἐπιλογὲς παρορμητικῶν ἐπικαιρικῶν προτιμήσεων. Νὰ ψηφίσουμε αὐτοὺς ποὺ ἀρχηγεύουν ἐθελοντικὰ στὰ κόμματα τῆς εὐθύνης καὶ τῆς ἐνοχῆς γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς χώρας, ἐπειδὴ ἡ κραυγαλέα ἀνεπάρκειά τους ἐγγυᾶται τὴ συντομότερη συντριβή τους, τὴν τελική. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Περισσότερο ΣΟΦΙΣΜΑ παρὰ ἐπιχείρημα (!) μοιάζει αὐτὴ ἡ τελευταία συμπερασματικὴ παρότρυνση. Πῶς ἕνας λαὸς νὰ ἐμπιστευθεῖ τοὺς ΑΝΑΠΗΡΟΥΣ; Παντὶ τρόπῳ πρέπει νὰ ΠΕΙΣΘΟΥΝ οἱ μεγαλοδιαχειριστὲς τῆς ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΜΑΣ ὅτι ΕΧΟΥΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ, ΒΑΡΕΙΑ, ΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΤΗ ΚΑΙ –ΤΟ ΚΥΡΙΩΤΕΡΟ: ΑΝΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΗ, δηλ. ἀσυνειδητοποίητη καὶ συνεπῶς ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΗ μέχρι στιγμῆς- ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ. Ἡ ἔστω καὶ κατ᾽ ἀνάγκην ἐπαναβεβαίωση τῆς ἐμπιστοσύνης μας σ᾽ αὐτοὺς προεξοφλεῖ ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΠΟΤΑ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΔΕΙΞΕΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΣΗΜΑΔΙ ΓΝΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΚΡΙΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΤΟΥΣ ΠΡΕΠΕΙ ΕΠΙΤΙΜΙΟ!]
. Τὸ καινούργιο δὲν ἔχει ἀκόμα φανεῖ, τὰ μικρὰ σημερινὰ κόμματα εἶναι ἀποσπόρια τῆς καταστροφῆς, ὄχι σπέρματα ἐλπίδας. Περιθώριο γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ καινούργιου θὰ ὑπάρξει μόνο μὲ ἀλλαγὴ ριζικὴ τοῦ Συντάγματος. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τὸ καινούργιο ἔρχεται μόνο μὲ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥΣ, “ΚΑΙΝΟΥΣ” ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ποὺ ἀναπνέουν καθαρὸ ὀξυγόνο. Θὰ πονέσουμε ἀλλὰ ἡ προσκόλλησή μας στὴν ΦΘΟΡΑ θὰ διαιωνίζει τὰ ΑΝΑΚΥΚΛΟΥΜΕΝΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ κάθε φορά.] Νὰ καταρρεύσει ὁλοκληρωτικὰ ἡ μεταπολιτευτικὴ ἀπάτη. Καὶ ὣς τότε νὰ κρατηθοῦμε στὴν Εὐρώπη, ὄχι στὸ ἱστορικὸ περιθώριο. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Πιθανὸν τὸ ἱστορικὸ περιθώριο νὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ γιὰ ἕνα Λαὸ ποὺ περιφρόνησε ΠΕΡΙΠΑΙΚΤΙΚΑ τὶς ΡΙΖΕΣ καὶ τὴν ΖΩΟΓΟΝΟ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ!]
ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 29.04.2012
ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΕΙ Η ΕΛΛΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΕ»
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΕΘΝΙΚΑ στὶς 19 Ἀπριλίου 2012
Ἡ Ἑλλάδα θὰ σωθεῖ
μόνο ἐὰν οἱ ἐκλογὲς βγάλουν πρῶτο ἕνα ἀντιμνημονιακὸ κόμμα
ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ Ἑλλάδα θὰ σωθεῖ μόνο ἐὰν ἀποκατασταθεῖ τὸ ἔλλειμμα αὐτοσυνειδησίας. Ἡ ἀποκατάστασή του ὅμως δὲν γίνεται μὲ μηχανιστικὰ συνταγολόγια, ὄσο καλὰ κι ἂν φαίνονται, ἀλλὰ πρωτίστως μὲ βαθειὰ κατανόηση καὶ συναίσθηση τῆς παρακμῆς. Αὐτὴ ἡ συνειδητοποίηση ἀπὸ μόνη της θὰ ἀνοίξει δρόμους. Χρειάζεται δηλ. ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Πράγμα «χλωμό»…!
. «Οἱ ἐκλογὲς μᾶς ἔρχονται, ἐμπρὸς βῆμα ταχύ»… Κάπως ἔτσι θὰ ἀντιμετωπίζαμε τὴν σημερινὴ πολιτικὴ σκηνή, ἐὰν ἡ μικρότητά της δὲν ἔκανε παγκόσμιο ρεκὸρ ἀθλιότητας καὶ ἀναξιοπιστίας. Καὶ αὐτὴ ἡ καταγεγραμμένη δολιότητα, ἀνακολουθία καὶ ἡ κατὰ σύστημα καὶ κατ᾽ ἐπανάληψιν κατάθεση ψευδεπίγραφων σχεδίων γιὰ τὴν χώρα, πρέπει νὰ μᾶς κάνει νὰ σκεφτοῦμε πολλαπλὰ αὐτὴ τὴν ἐκλογικὴ διαμάχη καὶ –κυρίως– τὴν ἑπομένη ἡμέρα τῆς κάλπης. Προκηρύχθηκαν ἐκλογὲς καὶ ὅλοι γνωρίζουμε πὼς προηγήθηκαν ἐνδελεχέστατες μετρήσεις τῆς δυναμικῆς τῶν ὑπαρχόντων πολιτικῶν κομμάτων, ἐνῶ ἀπὸ πολλοὺς δὲν θεωρεῖται διόλου ἀπίθανο τὸ ἐνδεχόμενο «πειράγματος» τῶν ἀποτελεσμάτων στὴν περίπτωση ποὺ οἱ διαφορὲς θὰ εἶναι μικρές, προκειμένου νὰ «χτιστεῖ» τὸ ἐπιθυμητὸ –γιὰ τοὺς τοκογλύφους καὶ τὰ διεθνῆ λαμόγια– ἐκλογικὸ ἀποτέλεσμα.
. Πῶς μποροῦμε, λοιπόν, νὰ σταθοῦμε ἐμεῖς οἱ πολίτες, ἀπέναντι σὲ ἕνα ἀκόμη προμελετημένο ἔγκλημα εἰς βάρος τῆς πατρίδας μας, τῆς δημοκρατίας καὶ –πιθανότατα– εἰς βάρος τῆς πραγματικῆς λαϊκῆς βούλησης; Κάποιοι συμπολίτες μας γιὰ τοὺς δικούς τους προσωπικοὺς λόγους θὰ ψηφίσουν τὰ δύο μεγάλα μνημονιακὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα φέρουν καὶ τὴν ἀπόλυτη εὐθύνη γιὰ τὴν θέση στὴν ὁποία ἔχει βρεθεῖ ἡ χώρα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχουν –ἤδη– ὑπογράψει καὶ ποὺ ἰσοπεδώνουν τὴν οἰκονομία καὶ τὴν κοινωνία, ἐνῶ ἔχουν ἤδη ἀποδεχθεῖ καὶ τὴν ἀπώλεια τὴν ἐθνικῆς (αὐτο)κυριαρχίας καὶ ἀνεξαρτησίας, δημιουργώντας πλῆθος τεραστίων ἐθνικῶν προβλημάτων. Τὸ ζητούμενο, ὅμως, δὲν εἶναι τί θὰ ψηφίσουν ἐκεῖνοι ποὺ συνεχίζουν νὰ ἐξυπηρετοῦνται ἀπὸ τοὺς διεφθαρμένους κομματικοὺς μηχανισμοὺς τῶν (μέχρι πρὶν λίγο καιρὸ) κυβερνητικῶν κομμάτων. Τὸ ζητούμενο εἶναι τί θὰ ψηφίσουμε καὶ πῶς θὰ συμπεριφερθοῦμε ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ὁποῖοι κατανοοῦμε τὸ μέγεθος τῆς ὑπάρχουσας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπερχόμενης καταστροφῆς. Τῆς δικῆς μας καταστροφῆς.
. Φυσικά, τὰ πολιτικὰ ρετάλια εἶχαν προγραμματίσει τὴν σύλληψη καὶ τὴν φυλάκιση τοῦ Ἄκη Τσοχατζόπουλου, ἀφοῦ μὲ ἕνα τόσο μεγάλο πυροτέχνημα θὰ μποροῦσαν νὰ παραπλανήσουν –γιὰ μία ἀκόμη φορά– τοὺς πολίτες, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν καλοπληρωμένων ΜΜΕ, νὰ ἀποφύγουν προεκλογικὲς καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας συζητήσεις (πολιτικοῦ, οἰκονομικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ ἐθνικοῦ περιεχομένου), οἱ ὁποῖες θὰ ἀπογύμνωναν ὄχι μόνο τὴν ἀνικανότητά τους νὰ διαχειριστοῦν τὴν κρίση ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ θὰ ἀποδείκνυαν τὴν συμμετοχή τους στὴν καλοσχεδιασμένη καταστροφὴ μιᾶς χώρας, τὴν ὁποία σιωπηλὰ μετέτρεψαν σὲ ὑπὸ ἐκποίηση ἑταιρεία (παραβιάζοντας κατάφωρα καὶ ἐξόφθαλμα τὸ Διεθνὲς Δίκαιο).
. Οἱ σημερινοὶ συγκυβερνῶντες ἐλπίζουν στὸ ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο «μεγάλα» κόμματα, θὰ βρεθεῖ στὴν πρώτη θέση (φυσικὰ δὲν μποροῦν οὔτε νὰ ὀνειρευτοῦν τὴν αὐτοδυναμία), προκειμένου στὴν ἐντολὴ σχηματισμοῦ κυβέρνησης νὰ συνεργαστοῦν καὶ νὰ συνεχίσουν ἀπρόσκοπτα τὴν καταστροφὴ τῆς πατρίδας μας. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πάρα πολὺ σοβαρὸ σημεῖο, τὸ ὁποῖο μετρήθηκε μὲ πολὺ μεγάλη προσοχὴ καὶ ἔγειρε τὴν πλάστιγγα στὴν ἀπόφαση τῶν ἐκλογῶν, ἀφοῦ ἡ καταγεγραμμένη ἄνοδος τῶν ἀντιμνημονιακῶν πολιτικῶν κινημάτων καὶ κομμάτων θὰ καθιστοῦσε τὴν –μετὰ ἀπὸ ἐκλογές– συγκυβέρνηση ΝΔ καὶ ΠΑΣΟΚ πραγματικὰ ἀδύνατη. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, στὸν ἀντίποδα τοῦ δικοῦ τους σχεδιασμοῦ, πρέπει ὅλοι ἐμεῖς νὰ ἑνώσουμε τὶς δυνάμεις μας, νὰ συγκλίνουμε ἐκλογικὰ σὲ ἕνα ἀποκλειστικὰ ἀντιμνημονιακὸ κόμμα, τὸ ὁποῖο θὰ βρεθεῖ στὴν πρώτη θέση τὸ βράδυ τῶν ἐκλογῶν. Ὁποιοδήποτε ἄλλο ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι μία «τρύπα στὸ νερό». Καὶ τὸ γνωρίζουν πολὺ καλὰ οἱ τροϊκανοὶ ἐντολεῖς καὶ οἱ τροϊκανοὶ ὑπάλληλοι – ἐντολοδόχοι (δια)κυβερνῶντες.
. Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε, λοιπόν, ὅλοι ἐμεῖς τὴν ἐρχόμενη ἐκλογικὴ διαδικασία; Ποιές ἄμυνες ἔχουμε ἀπέναντι σὲ ἕνα πολὺ καλὰ ὀργανωμένο σχέδιο, τὸ ὁποῖο διαθέτει μηχανισμοὺς παραπλάνησης, νοθείας καὶ πάσης φύσεως σωματικῆς καὶ ψυχολογικῆς βίας; Δυστυχῶς, τὰ ἀντιμνημονιακὰ κόμματα δὲν μποροῦν νὰ βροῦνε ἕναν κοινὸ τόπο, μία χρυσὴ τομή, προκειμένου νὰ ἑνώσουν τὶς δυνάμεις τους καὶ νὰ διαλύσουν τὶς πολιτικὲς δυνάμεις (καὶ τὰ παραμάγαζά τους) μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐκφράζεται ἡ τρόικα. Γνωρίζουμε πὼς στὴν πατρίδα μας ὅλοι θέλουν νὰ εἶναι πρόεδροι καὶ ὅλοι θέλουν νὰ γίνουν βουλευτές, ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοί. Ὅμως, ἡ χρονικὴ συγκυρία, ἀλλὰ καὶ τὸ πολιτικὸ παρελθὸν τῆς χώρας μας, πρέπει –ἐπιτέλους– νὰ μᾶς διδάξουν καὶ μέσα ἀπὸ τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος νὰ χτίσουμε μία καλύτερη Ἑλλάδα, μία Ἑλλάδα ποὺ μᾶς ἀξίζει. Ἰδιαίτερα σήμερα πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ σὲ ὅλους πὼς πρέπει νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ ὑγιεῖς ἀντιμνημονιακοὶ χῶροι καὶ ἑνωμένοι σὰν μία γροθιὰ νὰ συνθλίψουν τὶς πολιτικὲς μαριονέτες ποὺ ἐκτελοῦν τὶς ἐντολὲς τῆς τρόικας καὶ ταυτόχρονα ἐκτελοῦν τὴν δική μας πατρίδα (οἱ ἴδιοι εἶναι ἀπάτριδες) καὶ τὸν Ἑλληνικὸ λαό.
. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ βροῦμε κοινὸ τόπο; Μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσουμε νὰ λειτουργοῦμε προτάσσοντας ὁ καθένας τὸ δικό του ἐγώ, ἀλλὰ πρέπει ἐπιτέλους νὰ λειτουργήσουμε ὡς «ἐμεῖς»; Ὅσοι δὲν μποροῦν, νὰ βγοῦνε καὶ νὰ τὸ δηλώσουν εὐθαρσῶς καὶ νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνη ποὺ τοὺς ἀναλογεῖ. Ἡ περίπτωση νὰ κάνουμε λάθος σαφέστατα ὑπάρχει καὶ θὰ ἦταν παράλογο, μετὰ ἀπὸ ὅσα ζήσαμε τὰ τελευταῖα 30 χρόνια νὰ παρακάμψουμε τὶς ὅποιες ἀμφιβολίες μας. Πρέπει, ὅμως, νὰ ἀποφασίσουμε νὰ ἀλλάξουμε ἄρδην τὸ ὑπάρχον πολιτικὸ σκηνικό. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀποφασίσουμε, ἀλλὰ πρέπει τὴν ἀπόφασή μας αὐτὴ νὰ τὴν κάνουμε πράξη. Ἀπαιτεῖται νὰ κατανοήσουμε πὼς ἂν δὲν τοὺς ἐκτοπίσουμε τώρα ἀπὸ τὴν ἐξουσία, θὰ τὴν χρησιμοποιήσουν (προτάσσοντας τὴν εἰρωνικὴ δικαιολογία πὼς ἐμεῖς τοὺς ψηφίσαμε) ἐναντίον μας. Εἶναι δεδομένο πὼς θὰ τὸ κάνουν αὐτό. Τὸ ἔχουν ἤδη ἀποδεχθεῖ, τὸ ἔχουν ἤδη ὑπογράψει. Τὸ ἔκαναν καὶ θὰ τὸ ξανακάνουν μὲ πολὺ μεγάλη εὐκολία. Δὲν νοιάζονται γιὰ ἐμᾶς. Δὲν νοιάζονται γιὰ τὴν χώρα. Δὲν νοιάζονται γιὰ τίποτε πέρα ἀπὸ τὴν προσωπική τους διάσωση καὶ τὴν προσωπική τους παραμονὴ στὴν ἐξουσία.
[…]
(Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ὣς ἐδῶ ἀναδημοσιεύει ἡ «ΧΡ. ΒΙΒΛ.» τὸ ἄρθρο τοῦ Ἱστολογίου kostasxan.blogspot.com. Ἀπὸ δῶ καὶ κάτω ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἄρθρου ἐξειδικεύεται σὲ συγκεκριμένες ἀναφορές καὶ παραινέσεις. Αὐτὲς ὅμως περισσεύουν, γιατὶ ὅπως ἀνέφερε καὶ ἀνωτέρω ἡ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» τὸ βασικὸ πρόβλημα αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι τὸ (ἐπὶ τριακονταετίαν μεθοδικὰ καλλιεργημένο) ἔλλειμμα αὐτοσυνειδησίας. Αὐτὸ εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ ἀποκατασταθεῖ.)
ΠΗΓΗ: kostasxan.blogspot.com
ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ. «Ἂς τοῦ ἁπλώσουμε ἐμεῖς τὸ δικό μας χέρι, τὴν προσωπικὴ καὶ συλλογική μας μετάνοια. Θὰ μᾶς ἀναστήσῃ.» (Ἀρχιμ. Γεώργιος)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ στὶς 16 Ἀπριλίου 2012
ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν Αἴτιον» (Κανών τοῦ Πάσχα).
. Νίκησε ὁ Χριστός μέ τόν Σταυρό Του τόν θάνατο καί ἐμεῖς γευόμαστε τίς ἀπαρχές τῆς νέας ζωῆς πού ἐξέβλυσε ἀπό τήν λογχευθεῖσα πλευρά Του.
. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία καί δοξολογεῖ τόν Αἴτιο τῆς νέας βιοτῆς μας, διότι ὁ Χριστός εἶναι ὅλος ἡ ζωή μας, εἶναι ἡ Αἰώνιος Ζωή μας.
. Νικήθηκε ὁ θάνατος, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ νέα ζωή, ἀλλά ἐμεῖς δέν εἴμαστε οὔτε πάντοτε οὔτε ὅλοι μέτοχοι αὐτῆς τῆς ζωῆς. Περιφέρουμε δυστυχῶς τόν θάνατο, στόν βαθμό πού τόν φέρουμε μέσα μας.
. Ὅσο μετέχουμε στό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν βάπτισί μας μέχρι τήν κηδεία μας, τόσο ἀντλοῦμε ζωή καί γινόμαστε ζωή. Μεταβάλλεται τό θνητόν τῆς ὑπάρξεώς μας σέ ἀθανασία. Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Χριστός «ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι. Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δέ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν. Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 15-17).
. Ὁ κόσμος, ὅσοι δέν ζοῦν ἐν Χριστῷ, ὅσοι δέν εἶναι καινή κτίσις, δέν γνωρίζουν τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ μόνος νικητής τοῦ θανάτου. Δέν ὑπῆρξε οὔτε θά ὑπάρξῃ ἄλλος τρόπος νά νικηθῇ ὁ θάνατος, ἐκτός ἀπό αὐτόν πού ἐπενόησε ἡ ἄπειρος ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἰκειοῦται ὁ ἀθάνατος Λόγος τοῦ Θεοῦ τόν δικό μας θάνατο καί τόν καταργεῖ μέ τήν Ἀνάστασί Του. Προσλαμβάνει τόν θάνατό μας καί μᾶς ἀντιπροσφέρει τήν ζωή.
. Ὁ κόσμος πρέπει νά γίνῃ σῶμα Χριστοῦ γιά νά ζήσῃ. Ὅλοι μας πρέπει νά ὑπερβαίνουμε τούς καθημερινούς μας θανάτους, γιά νά γίνῃ ἡ ζωή οὐσία τῆς ὑπάρξεώς μας. Διότι θάνατος δέν εἶναι μόνο ὁ τερματισμός τῆς βιολογικῆς ἐπιγείου ζωῆς μας. Θάνατος εἶναι καί κάθε ἁμαρτία, ὅπως λέγει ἡ θεία Γραφή: «ᾗ δ᾽ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ [τοῦ καρποῦ τῆς παρακοῆς], θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. β’ 17). Ὅπως ἐπίσης ζωή, ἀληθινή ζωή, δέν εἶναι ἡ βιολογική μας ζωή ἀλλά ὁ Χριστός. Κάθε ἁμαρτία εἶναι ἕνας θάνατος. Κάθε μετάνοια εἶναι ἐπανάκλησις στήν ζωή. Ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας μέσα μας εἶναι νόμος θανάτου πρός θάνατον. Ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ νόμος τῆς Χάριτος, εἶναι νόμος ζωῆς πρός ζωήν.
. Κόσμος δέν εἶναι μόνο οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας. Κόσμος δυστυχῶς γινόμαστε καί ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί στόν βαθμό πού δέν ζοῦμε κατά Χριστόν. Κόσμος εἶναι τό φρόνημα τῆς σαρκός, ἡ φιλαυτία μας, ἡ φιλαργυρία μας, ἡ φιλαρχία μας, οἱ φιλοδοξίες μας, τά πάθη μας, πού στίς ἡμέρες αὐτές περιγράφονται μέ τόν ὅρο «διαφθορά».
. Ἰδιαίτερα ἐφέτος, μέσα σέ ἕνα τέτοιο κλίμα πού ὑποδαυλίζει τήν ἀπαισιοδοξία, τά ἑορτολογικά γεγονότα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καί τοῦ Πάσχα μᾶς καλοῦν νά μιμηθοῦμε τόν ἀγῶνα ὅλων τῶν τιμίων συνανθρώπων μας πού δέν ὑπέκυψαν στούς πειρασμούς τῆς «διαφθορᾶς», ἀλλά προτίμησαν τήν ἑκούσια πτωχεία τῆς ἀρετῆς. Μᾶς καλοῦν πέραν τούτου καί σέ ἀνώτερη βαθμίδα: νά μιμηθοῦμε τόν ὑπέρ ἡμῶν Παθόντα καί Ἀναστάντα Χριστό, ὁ ὁποῖος αὐτεξουσίως ὡς ἄνθρωπος, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, «ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινεν σταυρὸν αἰσχύνης» (Ἑβρ. ιβ’ 12).
. Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ λαός μας εὕρισκε τόν τρόπο νά ἀνακάμψῃ οἰκονομικά προδίδοντας τόν Χριστό γιά τριάκοντα ἀργύρια, ἡ ψυχή μας δέν θά τό δεχόταν. Θά προτιμοῦσε τόν ἑκούσιο θάνατο μαζί μέ τόν Χριστό.
. Εἶναι τραγικές κάποιες διακηρύξεις πολιτικῶν γιά τήν συμμαχία τους καί μέ τόν διάβολο, προκειμένου νά σωθῇ ἡ Πατρίδα.
. Ὁ λαός μας ξέρει νά ἀνεβαίνῃ ἑκουσίως στόν σταυρό του μαζί μέ τόν Χριστό. Γιατί μόνο πίσω ἀπό αὐτόν τόν σταυρό βρίσκεται ἡ ἀνάστασις.
. Ἀναμφίβολα ἡ θλιβερή οἰκονομική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική καί ἐθνική ἀβεβαιότητα τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἕνας θάνατος. Ἕνας θάνατος πού τοῦ ἐπιβάλλεται ἀπό ἐκείνους πού θέλουν τόν πνευματικό του ἀφανισμό, ἀπό ἐκείνους πού χρόνια τώρα μεθοδικά τοῦ ἀφῄρεσαν τά πνευματικά του ἐρείσματα καί τόν ἄφησαν μετέωρο, ἀδύναμο, χωρίς πνευματικό δυναμισμό.
. Ὅμως ὁ λαός μας ἔχει ἱστορία. Ἔχει γράψει καί ἄλλες πολλές ἡρωϊκές σελίδες σέ παρόμοιες περιστάσεις. Τότε πού εἶχε αὐθεντικά κριτήρια γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο, γιά τήν τιμή καί τήν ὐπόληψι. Τότε πού κέντρο τῆς ζωῆς του ἦταν ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί ὄχι οἱ τιμές τῶν χρηματιστηριακῶν ἀγορῶν. Τότε πού προτιμοῦσε νά εἶναι φτωχός ἀλλά ὄχι ἄδικος. Τότε πού μποροῦσε νά ζήσῃ ἐλεύθερος πολιορκημένος χωρίς νά προδώσῃ «ψυχή καί Χριστό». Τότε πού μποροῦσε νά γεννήσῃ Νεομάρτυρες καί νά φυλάξῃ τήν Ὀρθόδοξη ψυχή του, τό «πολύτιμον τζιβαϊρικόν», ὅπως ἔλεγε ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης.
. Τίς κρίσιμες ὧρες πού περνᾶ ἡ Πατρίδα μας μποροῦμε αὐτή τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα νά τίς κατανοήσουμε ὡς συνοδοιπορία της μέ τόν Χριστό πρός τόν Γολγοθᾶ καί ὡς συσταύρωσι μαζί Του. Μπορεῖ ὁ λαός μας σήμερα νά νοιώθῃ ὅτι σταυρώνεται, ἀλλά στό χέρι του εἶναι νά ὁμολογῇ μαζί μέ τόν εὐγνώμονα ληστή: «ἡμεῖς μὲν δικαίως, ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ [ὁ Χριστός] οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξεν» (Λουκ. κγ’ 41). Μπορεῖ τότε νά ἀπευθύνεται μέ θάρρος στόν Χριστό καί νά τοῦ λέγῃ: «Ἰησοῦ, μνήσθητί μου ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ’ 43). Εἶναι βέβαιον ὅτι τότε ὁ Κύριος θά λυτρώσῃ τόν λαό μας ἀπό τήν καταδυναστεία τῶν ἰσχυρῶν, διότι πίσω ἀπό τόν ἑκούσιο Σταυρό τοῦ Γένους πάντοτε ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάστασις.
Ἀδελφοί,
. Ὁ νικητήριος παιάνας τῆς Ἐκκλησίας, τό «Χριστός Ἀνέστη», θά ἠχήσῃ καί ἐφέτος γιά νά συνεγείρῃ τούς δεσμίους τοῦ ᾍδου. Ἐλπίζουμε ὅτι ἡ Πατρίδα μας, ἄν καί πολλαπλῶς δεσμία στόν δικό της σύγχρονο ᾍδη, θά ἀκούσῃ τόν Λυτρωτή καί θά τόν ἀκολουθήσῃ σέ μία λαμπρή συνανάστασι μαζί Του. Ὁ Ἀναστάς Κύριος προτείνει τήν παντοδύναμη δεξιά Του. Ἄς τοῦ ἁπλώσουμε ἐμεῖς τό δικό μας χέρι, τήν προσωπική καί συλλογική μας μετάνοια. Θά μᾶς ἀναστήσῃ. Ὁ σταυρός μας, ὁ σταυρός τῆς Πατρίδος μας, τῶν συμπολιτῶν μας, δέν θά εἶναι τό σκοτεινό τέρμα. Θά γίνῃ ἡ χαρά μας. Θά γίνῃ ὁ προάγγελος μιᾶς νέας ἐπιγείου βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ζωῆς ἡ ἀπαρχή, διότι ὄντως ὁ Χριστός Ἀνέστη!
Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
+ Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος
Ἅγιον Πάσχα 2012
ΠΗΓΗ: agioros.blogspot.com
ΔΙΟΡΘΩΣΗ-ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΒΙΟΥ «Ὅταν ἐγώ, παραλυμένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου μαζεύω τὶς δυνάμεις μου καὶ συνέρχομαι, ἄλλος πρὶν ἀπὸ μένα κατεβαίνει στὴν καρδιά μου, δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία, ὁ διάβολος, μὲ προλαμβάνει μέσα στό ἴδιο μου τὸ σπίτι, στὴν δική μου κολυμβήθρα τῆς καρδιᾶς μου» (Ἅγ. Ἰω. Κρονστάνδης)
Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ στὶς 5 Ἀπριλίου 2012
Διόρθωση-Ἀνακαίνιση βίου
Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης,
«Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ»,
μετάφρ. Χαρ. Ἀσσιώτη
ἐκδ. «Τῆνος», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι
σελ. 53
