Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ; Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ προσπάθησαν νὰ διασφαλίσουν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Τοῦ πρωτ. Γ. Δορμπαράκη

Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν
καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰωάν. ιζ´ 3)

.           Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψή Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπὶ τῆς γῆς καὶ συνεπῶς στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς ποὺ Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονὸς ποὺ συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατὰ τὰ δικά Του λόγια, καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὶς πραγματικὲς διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποκαλύπτουν καὶ τὴν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στὸν Πατέρα Του προσπάθησαν νὰ διακρατήσουν καὶ νὰ διατρανώσουν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα τῆς Α´ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδὴ καὶ διαστρεβλωτὲς τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ – μὲ προεξάρχοντα τὸν ἱερέα Ἄρειο –οἱ ὁποῖοι λίγο-πολὺ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νὰ ὑποβιβάσουν Αὐτὸν στὸ ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καὶ συνεπῶς νὰ θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονικὴ ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι ποὺ σήμαινε ὅτι μὲ τὴν αἵρεση ἀναμετριόταν στὴν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μὲ τὸν Θεϊκὸ λόγο! Ἐκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ στὴν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καὶ τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς:  Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὂν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰωάν. ιζ´ 3)

.            1. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ βεβαίως ποὺ ὁ Κύριος κάνει λόγο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτὴν καὶ μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπὸς τῆς ἀναζήτησης καὶ τῶν Ἰουδαίων στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἂς θυμηθοῦμε γιὰ παράδειγμα τὴν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στὸν Κύριο ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν προβληματισμό:  Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; (Λουκ. ι´ 25), προβληματισμὸ ποὺ δίνει ἀφορμὴ στὸν Χριστὸ νὰ πεῖ καὶ τὴν γνωστὴ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.
.        Ἡ αἰώνια ζωὴ λοιπὸν προβάλλεται ὡς τὸ ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νὰ κατανοήσουμε αὐτὸν καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἴδιου στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:  Πάτερ…δόξασόν Σου τὸν Υἱόν…καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (Ἰωάν. ιζ´1-2).

.            2. Ὁ Κύριος σπεύδει νὰ διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἄλλης ζωῆς ποὺ ἐκτείνεται μετὰ τὴν ἐδῶ-στὸν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολὺ περισσότερο περὶ τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρὶς τέλος καὶ θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καὶ λέγονται, ἀλλὰ συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τὴν κατάσταση τοῦ πεσμένου στὴν ἁμαρτία κόσμου καὶ πρωτίστως δὲν λαμβάνουν καθόλου ὑπ᾽ ὄψιν τὴν σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στὸν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατὰ τὸν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μὲ τὸν  Ἑαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ.  Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὂν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

.            3. Ἡ γνώση αὐτὴ δὲν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δὲν εἶναι δηλαδὴ θέμα ἐγκεφάλου, δὲν πρόκειται γιὰ κάποιες πληροφορίες ποὺ κινητοποιοῦν τὶς νοητικὲς ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὰ πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ Ἐκεῖνον, ποὺ θὰ πεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ βιώνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχτηκε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει καὶ νὰ μετάσχει ἔτσι στὴ δική Του ζωή.  Γνῶσις ἐστιν μετουσία, θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθὺς καὶ ἐμφιλόσοφος αὐτὸς θεολογικὸς νοῦς, ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νὰ μετάσχει δηλαδὴ κανεὶς στὸν Θεό, νὰ κοινωνήσει μαζί Του, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πεῖ ὅτι Τὸν γνωρίζει. Κι αὐτὴ ἡ γνώση ὡς κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ δηλώνει τὴν παρουσία Ἐκείνου μέσα στὸν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τὴν αἰώνια ζωή. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τὴν ὁποία μπορεῖ καὶ ζεῖ στὰ προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ πιστέψει στὸν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Ἄνθρωπος ποὺ ἐν πίστει θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές Του, καὶ μάλιστα τὴν περιεκτικὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, θὰ διαπιστώσει  ἰδίοις ὄμμασι τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικὰ θὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Αὐτὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καὶ προκάλεσε τὸν κάθε πιστό Του νὰ  πειραματιστεῖ στὸν ἑαυτό του προκειμένου νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσει.  Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτὸν καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν ψεύστης ἐστὶν (Α´ Ἰωάν. β´ 4).  Ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι. (Α´ Ἰωάν. δ´ 8).  Ἐαν τις ἀγαπᾶ με τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτὸν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν (Ἰωάν. ιδ´ 23 ).

.           4. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τὸν κάνει νὰ πλατύνεται τόσο, ὥστε νὰ ζεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὰ ἀσφυκτικὰ καὶ περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα, νὰ ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος ἄκτιστος.  «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20) κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σὲ παίρνει ὁ Χριστός, σὲ κάνει ἕνα μὲ Ἐκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τὴν ἴδια ζωὴ μὲ τοὺς ἄλλους, ἐσὺ ἔχεις γίνει ἕνας μικρὸς Θεός,  “ἐν σαρκὶ περιπολῶν Θεός”, κατὰ τὴν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι αὐτὸ ποὺ λέμε ζωὴ εἶναι πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ μία νέκρωση ποὺ ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σὰν τὴν περίπτωση ποὺ λέει ὁ Κύριος γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τοὺς χαρακτήρισε ὡς ζωντανοὺς νεκρούς.  «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Ματθ. η´ 22).

.            5. Εἶναι περιττὸ βεβαίως καὶ νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ ζήσει μέσα στὸ ζωντανὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τηρεῖ τὶς ἅγιες ἐντολές Του. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὶς θεωρεῖ πολλὲς φορὲς ἀνοησία. Ποιός “λογικός” ἄνθρωπος, μὴ χριστιανός, θὰ θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δὲν εἶπε ὅτι  χωρὶς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν; (Πρβλ. Ἰωάν. ιε´ 5). Αὐτὸ σημαίνει ὅμως ὅτι καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατη καὶ τὸ βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ – ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωὴ – δὲν εἶναι κατορθωτά.

.           Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτὸ προσπάθησαν νὰ διασφαλίσουν: τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὴ ζωὴ αὐτή, τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματικὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τοὺς τιμᾶμε καὶ τοὺς γεραίρουμε. Καὶ τοὺς παρακαλοῦμε νὰ εὔχονται γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ μένουμε στὴν ἴδια μὲ ἐκείνους χάρη, δηλαδὴ στὴ χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΛΗΨΙΣ: «Ἡ ἑορτὴ τῶν μεγάλων συναισθημάτων, τῆς ποικιλίας τῶν ἀντιθέσεων»

Ἀνάληψις

Τοῦ  (+) Ἰωάννου Φουντούλη.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Λογικὴ Λατρεία»,
ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1984

.         «Εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτούς: Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. ᾿Εξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν… βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος. καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν».
.          Μὲ αὐτὲς τὶς ἁδρὲς γραμμές, ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς περιγράφει στὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του καὶ στὴν ἀρχὴ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τὴν τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στοὺς μαθητάς Του.[1] Ὅπως στὰ δύο αὐτὰ βιβλία τοῦ ἱεροῦ Λουκᾶ, ἔτσι ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου κατακλείει τὴν ἱστορία τοῦ ἐπὶ γῆς βίου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνοίγει τὴν ἱστορία τῶν μαθητῶν – τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια ὁ συνδετικὸς κρίκος, ἡ μετάβασις ἀπὸ τὴν μία φάσι τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ στὴν ἄλλη. Τὸ κλείσιμο τῆς πρώτης σκηνῆς καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς δευτέρας. Ἀκριβῶς δὲ τὴν τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν ἀνάστασι ἡμέρα, ἀφοῦ ὑμνήσαμε καὶ δοξολογήσαμε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὰς τὴν δόξα τοῦ ἀναστάντος, ἀφοῦ ζήσαμε ἐπὶ 40 ἡμέρες στὴν χαρούμενη ἀτμόσφαιρα τῆς παρουσίας Του, θὰ κληθοῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ παραστοῦμε νοητὰ στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσωμε τὸν ἀπερχόμενο Σωτήρα.
.        Δὲν ξεύρω ἂν ὅλοι οἱ ἀκροαταί μου βρέθηκαν ποτὲ σὲ ὥρα λατρείας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως ἢ καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργικὴ σύναξι μέσα στὸν ὑπέρλαμπρο ναὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, τὴν Ἁγία Σοφία. Τὸν μεγάλο τροῦλλο της κοσμεῖ ἕνα θαυμαστὸ μωσαϊκὸ τοῦ Θ΄ αἰῶνος. Στὸ κέντρο, μέσα σὲ φωτεινὴ δόξα, κάθεται ὁ Χριστὸς ὑποβασταζόμενος ἀπὸ δύο ἀγγέλους. Γύρω – γύρω μέσα σὲ ἕνα καταπληκτικὸ γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά του τοπίο οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μὲ τὴν Θεοτόκο στὴν μέση, βλέπουν μὲ θάμβος πρὸς τὸν οὐρανό. Καὶ δύο λευκοφόροι ἄγγελοι τοὺς ἀπευθύνουν τοὺς λόγους τῶν Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν»;[2] Νομίζεις πὼς καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ ἀπολαμβάνουν τὸ ὑπερφυὲς θέαμα. Τὸν Χριστὸ ἀναλαμβανόμενο, ἀλλὰ καὶ διαρκῶς μὴ χωριζόμενο. Διαρκῶς βλέποντα ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ἀστραφτερὴ ὁλόχρυση δόξα Του καὶ ἀδιάκοπα ἐπαίροντα τὰ χέρια Του καὶ εὐλογοῦντα τοὺς ἀποστόλους, τὴν Ἐκκλησία Του. Καὶ στὴν στάσι, στὴν ἔκφρασι, στὶς κινήσεις τῶν ἀποστόλων τοῦ ψηφιδωτοῦ, διακρίνει κανεὶς ὅλα τὰ ἀνάμικτα αἰσθήματα ποὺ ἔνοιωσαν ἐκεῖνοι κατὰ τὴν μεγάλη ἐκείνη στιγμή, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ αἰσθήματα ποὺ πλημμυρίζουν τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ποὺ βλέπουν τὴν δόξα τοῦ ἀναλαμβανομένου. Γιατί ἀκριβῶς νάληψις εναι τ γεγονς – κα ορτή– τν μεγάλων συναισθημάτων, τς ποικιλίας τν ντιθέσεων. τσι κριβς τν βλέπει κα κκλησία στν κολουθία τς ορτς.

.        Καὶ πρῶτα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τοῦ θριάμβου. Ὁ Κύριος τελειώνει τὸ ἔργο τῆς οἰκονομίας. Ὑψώνεται σὰν νικητὴς καὶ θριαμβευτὴς ἐπάνω ἀπὸ τὴν γῆ ποὺ ἔσωσε, ὁ Πατὴρ τὸν ὑποδέχεται, οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι δοξολογοῦν τὸν νικητή, τὸν θριαμβευτή, τὸν Σωτήρα. Τὸν τόνο αὐτὸν τῆς χαρᾶς γιὰ τὴν ἔνδοξο ἀνάληψι ἐκφράζει τὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ἑορτῆς, τὸ πρῶτο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ πλ. β´ ἤχου:

«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς,
ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῷ κόσμῳ.
Οἱ οὐρανοὶ ἠτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ,
νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ.
Ἄγγελοι θαυμάζουσιν,
ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν.
Ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται,
ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον.
Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
κελεύει πάσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ
Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ἠμῶν.
Πάντα τὰ ἔθνη, κροτήσατε χεῖρας
ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τὸ πρότερον».

.          Ἡ χαρὰ ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο χαρὰ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ χαρὰ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Κύριος, ἀνεβαίνοντας στοὺς οὐρανούς, ἀνεβαίνει μαζὶ μὲ τὸ σῶμα Του τὸ ἀνθρώπινο, μὲ τὴν θεωθεῖσαν σάρκα. Αὐτὴν ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ καὶ συγκαθίζει στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι γίνεται πρωτοπόρος του ἀνθρωπίνου γένους στὴν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως μὲ τὴν ἀνάστασί Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Στοὺς ὤμους Του πῆρε τὴν πλανηθεῖσα ἀνθρωπίνη φύσι καὶ ἀναληφθείς, τὴν ἐθέωσε καὶ «τῷ Θεῶ καὶ Πατρὶ προσήγαγε». Τὸν θρίαμβο αὐτὸν τοῦ ἀνθρώπου ψάλλει τὸ δοξαστικὸ τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου:

«Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ,
Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος,
τοῦ ἀνυψῶσαι τὴν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ
καὶ ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον,
τοῦ ἁγιᾶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

.          Ἡ χαρὰ ὅμως γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ συγκιρνᾶται μὲ τὴν λύπη γιὰ τὸν χωρισμό. Καὶ τὸν θρῆνο αὐτὸν τῶν μαθητῶν παραστατικὰ ζωγραφεῖ τὸ τέταρτο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου:

«Κύριε, οἱ ἀπόστολοι ὡς εἶδόν σε
ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον,
ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ,
κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον
Δέσποτα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς,
οὓς δι’ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου,
ὡς εὔσπλαγχνος
ἀλλ’ ἀπόστειλον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα,
φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

.          Χαρά, λύπη , ἀλλὰ καὶ ἐλπίδα. Ἐλπίδα ὅτι ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀφήση ὀρφανοὺς τοὺς ἀποστόλους καὶ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ στείλη τὸ ὑπεσχημένο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, γιὰ νὰ μένη μαζί τους καὶ μαζί μας, κατὰ τὴν ἐπαγγελία Του, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅτι τὴν ἔνδοξο ἀνάληψι θὰ ἀκολουθήση ἡ δυναμικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, ὅπως ψάλλει τὸ πρῶτο τροπάριο τῆς λιτῆς τοῦ α´ ἤχου:

«Ἀνελθὼν εἰς οὐρανούς,
ὅθεν καὶ κατῆλθες,
μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, Κύριε
ἐλθέτω σου τὸ Πνεῦμα,
φέρον εἰρήνην τῷ κόσμῳ.
Δεῖξον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων
ἔργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».

.          Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Μυστήριο, ποὺ τὸ ζῆ ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο κατὰ τὴν ἡμέρα ποὺ τελοῦμε τὴν ἀνάμνησί του, ἀλλὰ καθημερινῶς, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ὑπάρξεώς της. Ποὺ τὸ ζῆ καὶ κάθε πιστὸς στὶς ὧρες ποὺ στρέφει τὰ μάτια του στὸν οὐρανό, ἀναζητώντας τὸν Σωτήρα του. Τὸν βλέπει ἀνερχόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς στὴν δόξα τῆς Θεότητος, ὅπως τὸν εἶδε ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος.[3] Αἰσθάνεται τὰ χέρια Του ἐπαιρόμενα νὰ τὸν εὐλογοῦν καὶ τοὺς λόγους Του νὰ τὸν καθησυχάζουν. Τὸν ἀκούει νὰ τοῦ ὁμιλῆ γιὰ τὴν παράκλησι, γιὰ τὴν παρηγορία τοῦ Παρακλήτου καὶ γιὰ τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια καὶ νὰ τὸν βεβαιώνη ὅτι πάντοτε εἶναι καὶ θὰ εἶναι μαζί του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Παίρνει δύναμι καὶ θάρρος αἰσθανόμενος τὴν διαρκῆ παρουσία Του, τὴν θαλπωρὴ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ποδύεται στν γώνα τς ζως, πατώντας στν γ, λλ ζητώντας τ νω, φρονώντας τ νω, ἔχοντας τὸν δείκτη τοῦ προσανατολισμοῦ του ἐστραμμένον πρὸς τὸν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστός «ἐστι ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο[4]. Εἶναι ἤδη πολίτης τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἡ κεφαλή του, ὁ Χριστός, βρίσκεται στοὺς οὐρανούς. (30 Μαΐου 1970)

Υ Π Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1. Λουκ. κδ´ 44 – 53.  Πράξ. α´ 1 – 14.
2. Πράξ. α´ 11.
3. Πράξ. ζ´ 56.
4. Κολοσ. γ´ 1.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: orp.gr
Ἐπιμ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.» 

, , ,

Σχολιάστε

«ΤΙΣ ΛΑΛΗΣΕΙ ΤΑΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ»

ΠΗΓΗ: Ἱ. Μονὴ Προφήτου Ἠλιοὺ Θήρας

,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ (Κυρ. τοῦ Τυφλοῦ)

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΝΕΡΟ

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ: «Ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς νά γίνει αὐτηκοΐα καί ἐμπειρία ζωῆς»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Τοῦ Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη 

«Οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν.
Αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν καὶ οἴδαμεν
ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός
»
 (Ἰωάν. δ´ 42)

.        Ὁ Κύριος στό σημερινό Εὐαγγέλιο συναντᾶται μέ μιά γυναίκα Σαμαρείτιδα, “παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ”, καί παρ’ ὅλο πού πρόκειται ὄχι καί τόσο γιά μιά “ἠθική” περίπτωση – μέ πέντε ἄνδρες στό παρελθόν της καί μ᾽ ἕναν πού συζεῖ χωρίς νά εἶναι ὁ κανονικός της ἄνδρας – τῆς ἀποκαλύπτει βασικές ἀλήθειες περί τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τρόπου πού πρέπει κανείς νά Τόν λατρεύει καί νά Τόν προσκυνᾶ. Προφανῶς ἐκτιμώντας ὄχι βεβαίως τήν ἠθική της κατάσταση – ἐμμέσως ἀσκεῖ ἔλεγχο γι᾽ αὐτήν – ἀλλά τήν ἀναζήτησή της, ὅπως φανερώνεται ἀπό τά ἐρωτήματα πού τήν ἀπασχολοῦν καί πού τά θέτει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, μόλις ἀντιλαμβάνεται ὅτι τῆς μιλᾶ ὡς προφήτης. Εἶναι τέτοιος μάλιστα ὁ συγκλονισμός της ἀπό αὐτά πού τῆς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος τόσο γιά τήν προσωπική της ζωή, ὅσο καί γιά τόν Θεό, καί μάλιστα ὅτι ὁ ῎Ιδιος εἶναι ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας, ὥστε σπεύδει νά καταθέσει τή μαρτυρία της αὐτή καί στούς συμπατριῶτες της στή Σαμάρεια, οἱ ὁποῖοι θεωρώντας ἀξιόπιστο τόν λόγο της ἀνταποκρίνονται καί προσέρχονται στόν Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ πρό καιροῦ εἶχαν ἀρνηθεῖ νά Τόν δεχθοῦν μαζί μέ τούς μαθητές Του στήν πόλη τους, τώρα καί Τόν πλησιάζουν καί Τόν ἀκοῦνε, ἀλλά καί Τόν παρακαλοῦν νά μείνει μαζί τους. Πρός τήν γυναίκα δέ πού αὐτή στήν οὐσία τούς κάλεσε, τήν μετέπειτα ἁγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή τήν ἰσαπόστολο, γύριζαν καί τῆς ἔλεγαν: “οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν, αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός”.
.        Κι αὐτή εἶναι ἡ συνήθης διαδικασία στό γεγονός τῆς πίστεως: κάποιος προσέρχεται στόν Χριστό, διότι ἕνας ἄλλος, γνωστός τίς περισσότερες φορές, καταθέτει μιά προσωπική μαρτυρία περί Αὐτοῦ. Ἐν προκειμένῳ ἡ “λαλιά” τῆς Σαμαρείτιδας ἀποτέλεσε τό ἔναυσμα γιά νά προκληθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν συμπατριωτῶν της γιά τόν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία. Παρομοίως κινήθηκαν καί οἱ πρῶτοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Μετά τήν δική τους κλήση ἀπό Ἐκεῖνον ἔνιωσαν τήν ἀνάγκη νά καλέσουν καί ἄλλους, σάν τόν ἀπόστολο “Ανδρέα πού ἔσπευσε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν μετέπειτα ἀπόστολο Πέτρο, σάν τόν Φίλιππο πού κάλεσε τόν ἀδελφικό του φίλο Ναθαναήλ. Στήν ἱστορία μάλιστα τῆς “Εκκλησίας διαπιστώνουμε ὅτι σ᾽ ἕνα μεγάλο ποσοστό ἡ πρώτη κλήση γιά τόν Χριστό σέ πολλές περιοχές ὀφείλετο σέ ἁπλούς πιστούς, πού ἔχοντας τήν ἐμπειρία τῆς συνάντησής τους μέ τόν Χριστό, θέλησαν νά μοιραστοῦν τή χάρη καί τή χαρά αὐτή. Δέν κινήθηκαν ὡς “ἐπαγγελματίες” ἱεραπόστολοι, ὡς “καπηλεύοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ” (Β´ Κορ. β´ 17) κατά τόν ἀπ. Παῦλο, ἀλλ᾽ ὡς ἄνθρωποι πού δέν μποροῦσαν νά συγκρατήσουν τή χαρά τους: ἕνα ξέσπασμα τοῦ πληρώματος τῆς καιομένης καρδίας τους νά μοιραστοῦν μέ τούς ἄλλους ὅ,τι βρῆκαν ὡς θησαυρό στή ζωή τους. “Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν”, ὅπως γράφει καί ὁ ἀπ. Ἰωάννης στήν Α´ Καθολική ἐπιστολή του (α´ 1-3).
.        Στήν πραγματικότητα, ἡ κατάθεση τῆς μαρτυρίας κάποιου γιά τόν Χριστό, πού λειτουργεῖ καί ὡς κλήση τῶν ἀκουόντων, κατανοεῖται ὡς κλήση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανό Του τόν μάρτυρα αὐτόν. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές Του: “Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε “ (Ἰωάν. ιε´ 27). Μέ ἄλλα λόγια ὁ κάθε πιστός στόν Χριστό, πού ἔχει γευτεῖ τή γλυκύτητα τῆς παρουσίας Του στήν ζωή του, γίνεται μέτοχος τῆς μαρτυρίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, πού ξεκινᾶ ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν πρῶτο μάρτυρα “Εκείνου τόν Ἰησσοῦ Χριστό – “ἐγώ ἦλθον ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ” (Ἰωάν. ιη´ 37) – καί συνεχίζεται καί ἁπλώνεται μέσα πιά ἀπό τούς πιστεύοντες σ” Αὐτόν. “Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (Ἰωάν. ϛ´ 44). ῎Ετσι καί στήν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδας: γίνεται, ἐν ἀγνοίᾳ της στή φάση αὐτή, τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ γιά νά καλέσει μέσα ἀπό τήν προσωπική της ἐμπειρία καί τούς ἄλλους Σαμαρεῖτες. Καί βεβαίως δέν σταμάτησε μόνον ἐκεῖ: μετά τήν πλήρη ἐνσωμάτωσή της στόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κινήθηκε ἱεραποστολικά μέσα στά ὅρια τῆς Σαμαρείας, ἀλλά καί ἀλλοῦ. Καί ἐπισφράγισε τήν ὅλη ἐν Χριστῷ πορεία της μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματός της, ἀφοῦ στόν διωγμό τοῦ Νέρωνα, λίγο μετά τό ἥμισυ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰ., καί αὐτή ἀλλά καί σχεδόν ὅλοι οἱ συγγενεῖς της ἔδωσαν τή ζωή τους πρός χάρη τοῦ Ἰησσοῦ Χριστοῦ.
.         Οἱ Σαμαρεῖτες λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, πίστεψαν σέ πρώτη φάση ἀπό τόν λόγο τῆς μετέπειτα ἁγίας Φωτεινῆς. Προχώρησαν ὅμως καί στήν δεύτερη φάση τῆς πίστεως, στήν προσωπική ἐμπειρία: “αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν”. Κι ἄν κανείς δέν φτάσει σ᾽ αὐτό τό δεύτερο βῆμα: ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς νά γίνει αὐτηκοΐα καί ἐμπειρία ζωῆς, δέν ὁλοκληρώνει ποτέ τή δυναμική πορεία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Θά παραμένει πάντοτε σ᾽ ἐπίπεδο νηπιακό, πού σημαίνει ὅτι ἡ διψυχία καί ἡ ὀλιγοπιστία, μέ τά ἀποτελέσματα τῆς ἀκαταστασίας (Πρβλ. Ἰακ. α´ 8 ), θά ταλαιπωροῦν τήν ὅλη ζωή του, γιά νά φτάσει κατά πᾶσα πιθανότητα σέ πλήρη ἄρνηση αὐτῆς ἤ σέ μιά πίστη θρησκευτικοῦ τύπου, πού συνιστᾶ μιά ἐπιφανειακή ἰδεολογία καί πού βεβαίως δέν ἔχει τή δύναμη νά ἀλλοιώσει θετικά τή ζωή του. Κι αὐτό φαίνεται νά εἶναι καί τό δράμα πολλῶν συγχρόνων Χριστιανῶν: παραμένουν μόνον σ᾽ ὅ,τι ἄκουσαν καί ἔμαθαν καί ἀποδέχτηκαν ἀπό τούς γονεῖς τους ἤ κάποιους ἄλλους ἀνθρώπους στά πρῶτα τους χρόνια καί δέν θέλησαν αὐτήν τήν πρώτη πίστη πού παρέλαβαν νά τήν κάνουν καί δική τους ἐμπειρία καί δικό τους βίωμα. ῎Ετσι παρέμειναν καί παραμένουν ἀκόμη Χριστιανοί κατ᾽ ὄνομα, ὁπότε ἰσχύει καί γι᾽ αὐτούς ὅ,τι ὀνόμασε ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Παΐσιος “σύνδρομο τοῦ ἄδειου σακκιοῦ”. ῎Ανθρωποι δηλαδή πού ἐντάχθηκαν μέν στόν χριστιανισμό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλά πού δέν ἐνεργοποίησαν καθόλου τή χαρισματική αὐτή κατάσταση.
.        Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βέβαια ἔχει ἀποκαλύψει τί γίνεται σ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις καί ἡ ἀποκάλυψή Του αὐτή ἠχεῖ πολύ φοβερά καί ζοφερά: πρόκειται γιά τούς “πιστούς” πού γίνονται μέν κλαδιά στό δένδρο Ἐκείνου, κλήματα στό ἀμπέλι Του, ἀλλά μή παραμένοντας ἑνωμένοι μαζί Του διά τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν καί τῆς συμμετοχῆς τους συνεπῶς στήν ἐν μετανοίᾳ Θεία Εὐχαριστία, ξηραίνονται καί ἀποκόπτονται καί εἰς πῦρ βάλλονται (Πρβλ. Ἰωάν. ιε´ 1ἑξ.). Στήν περίπτωση ἀπό τήν ἄλλη πού ἕνας πιστός ἀποκτήσει προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό, γίνει αὐτήκοός Του καί νιώθει τήν παρουσία Του στή ζωή του, πού σημαίνει ὅτι ἔχει ὀρθά ἐκκλησιοποιηθεῖ, ζώντας ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγία Του “Εκκλησία, τότε θά διαπιστώνει διαρκῶς ὅτι ἡ ἔκπληξη ἀπό τήν ἀδιάκοπα παρεχόμενη χάρη τοῦ Θεοῦ σ” αὐτόν θά εἶναι μιά μόνιμη κατάσταση. Θά ὁδεύει πάντοτε “ἐκ πίστεως εἰς πίστιν καί ἀπό δόξης εἰς δόξαν”, δεδομένου ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιά ἀτέλεστη πορεία, μιά συνεχής αὔξηση σ᾽ ἐπίπεδα θεώσεως, κάτι πού μᾶς φανερώνουν, συνεσκιασμένα καί ταπεινά, οἱ ἅγιοί μας.
.        Εἶναι κρίμα πάντως νά  εἶναι “στό χέρι μας” ἡ δύναμη καί ἡ χαρά τῆς προσωπικῆς πίστεως στόν Χριστό, αὐτῆς πού συνιστᾶ καί τή λύση ὅλων τῶν οὐσιωδῶν προβλημάτων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, κι ἐμεῖς νά μένουμε στά “ξυλοκέρατα” τῶν πρώτων βημάτων τῆς πίστεως τῶν ἀρχαρίων.

ΠΗΓΗ: pgdorbas.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[4] «“Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει.» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

Γ´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/08/πορεία-πρὸς-ἐμμαούς3/

.          Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴν λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἄγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ δι’ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴν σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.
.          Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὸν ὑπερῶον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴν δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.
.        Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε” καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴν δοκιμασία βγαίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἀγαλλίαση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μιὰ ζεστασιὰ καὶ μιὰ εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: “μενον μεθ μν, μενε μαζί μας κα μες θ μείνουμε μαζί Σου. λλα σχόλια δν θέλουμε πιά. μες θέλουμε ν μείνουμε μαζί Σου. Ατ μς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει.
.         Ὁ πόνος ἔχει νόημα, ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα. Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὴ ζω περιόριστη, αώνια πο ρχίζει π τώρα ερουργεται κα πάρχει στν ρθόδοξη κκλησία, τν μικρ τν λάχιστη κα περιφρονημένη ποία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολικ κκλησία, λπς πάντων τν περάτων τς γς… Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾶ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε.

 ΠΗΓΗ: taxiarhes.blogspot.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[3] «Ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)


Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Γ´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

.      Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, “ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου”, αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πράγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία. Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: “ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σὲ αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική, ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει, καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μὲς τὴν καρδιά του ὅλους.
.       Καὶ ταυτόχρονα ἐνῶ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴν στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, “τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ νοῦς ἄνεισιν“. Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μία νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.
.         Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;
.       Μὰ λέει κανείς: “βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε”. Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος “τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε”. Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴν γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.
.       Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴν ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δύο μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεσθημανῆ, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεσθημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν “κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε”. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

.     Ὁπότε ἕνα πράγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πυραύλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴν ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος. Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν χαρά, ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν ζωή, λέει: “μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες”. Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα…

.             Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δράμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ’ ἀρχὴν δίνει τὴν δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο;

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[2] «Ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Β´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

.            Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους. Καὶ “ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν”. Μετ π τν λόγο, τν ερολογία, φτάσαμε στν ερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστς δν επε τίποτα, λλ τεμάχισε τν ρτο. ν τ κλάσει το ρτου Τν γνώρισαν κα μόλις Τν γνώρισαν γινε φαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι ταν λέμε χάθηκε, ννοομε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε, θὰ τὸν ἔχαναν. Θὰ ἔλεγαν ὅτι “Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ”, θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῶ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως “διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοἰ τους” σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία. Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴν Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν.
.         Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο “ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ”. Ἐὰν τυχν κα μες δν πονέσουμε, ἐὰν τυχν κα μες δν πεθάνουμε, δν σταυρωθομε, δν πρόκειται ν γνωρίσουμε τν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴν δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά. Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴν δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ταν πελπίζεσαι, ταν ψάχνεις, ταν πορεύεσαι, Ατς εναι μαζί σου. Στ συνέχεια θ ρθει καιρός, ταν φτάσεις πι στν κλάση το ρτου, ταν φτάσεις στν πολ πόνο κα εσαι μαζί Του, ν διανοιχτον ο φθαλμοί σου. Τότε Τν βλέπεις, κενος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκς μαζί σου ντάξει λογική μας, ντάξει ναζήτησή μας λλ εμαστε πλασμένοι γι κάτι μεγαλύτερο. ,τι κι ν πετύχουμε μ τ δική μας ναζήτηση, μ τ δική μας γνώση δν μς κανοποιε. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴν δόξα Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[1] «Ἀποδεικνύουν τετραγωνικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ἐλπίζει κανείς. Μὲ τὴν τετράγωνη λογική, ἡ ὑπόθεση τελείωσε – καὶ εἶναι καλὸ νὰ τελειώνουν οἱ ὑποθέσεις». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

.         Σήμερα, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ἡ ἀγωνία, ἂν θέλετε καὶ ἡ ἀπογοήτευση τῶν μαθητῶν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ φόβος τους. Γιὰ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν πρὸς Ἐμμαοὺς πορεία. Θὰ τὸ πῶ μὲ δύο λόγια μιᾶς καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ πορεία: Δύο μαθητές, τρεῖς μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, προχωροῦν εἰς Ἐμμαούς, συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀγωνιοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔρχεται ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, καὶ τοὺς ἑρμηνεύει τὶς γραφές. Ἐν τέλει Τὸν ἀγαποῦν αὐτὸν τὸν Συνοδοιπόρο. Τοῦ λένε “μεῖνε μαζί μας”. Μένει. Φτάνουν στὸ τραπέζι καὶ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου Τὸν γνωρίζουν. Τότε Αὐτὸς γίνεται ἄφαντος, ἐκεῖνοι γεμίζουν χαρὰ καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.
.         Οἱ δύο μαθητές, λοιπόν, μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος παρουσιάστηκε δίπλα τους νὰ συμπορεύεται. “Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν”. Τὰ μάτια τους ἦταν ἀκόμα κλειστὰ καὶ δὲν Τὸν γνώρισαν. Νομίζω ἕνα μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ εἶναι καὶ ὁ ἀληθινὸς Συνοδοιπόρος μας. Κι ἂν τυχὸν ἀγωνιοῦμε, ἂν συζητᾶμε, ἂν ψάχνουμε, ἂν βαδίζουμε, ἂν τυχὸν γιὰ κάπου πᾶμε, Αὐτὸς εἶναι μαζί μας. Μά, λέει κάποιος: “δὲν Τὸν ξερουμε”. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ἕνα πράγμα: μαζ μ τν γωνία μας κα Ατς συμπορεύεται. Κα ς μν Τν διακρίνουμε. Ὁ Χριστός, στὴν συνέχεια, δὲν θέλει νὰ τοὺς κάνει διδασκαλία, ἀλλὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ ἔχουν μέσα τους. Γι’ αὐτὸ προσποιεῖται ἄγνοια καὶ μάλιστα ἐπιμένει. Τότε «τοῦ ἐξηγοῦν» γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, τὸν ὁποῖο παρέδωσαν “οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου” καὶ Τὸν σταύρωσαν. Στὴν συνέχεια λένε κι οἱ δύο τους τὸν πόνο τους: «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς θὰ λύτρωνε τὸ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ ἤδη πέρασαν τρεῖς μέρες ἀφοῦ ἔγιναν αὐτά, ἀφοῦ Τὸν σταύρωσαν καὶ δὲν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε ποὺ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες μας. Μᾶς παραξένεψαν μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴν δική μας συντροφιά, γιατί πῆγαν πρωὶ στὸ μνημεῖο καὶ λένε ὅτι δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα Του. Ἦλθαν καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων κι ὅτι οἱ ἄγγελοι λένε ὅτι ζεῖ. Καὶ πῆγαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ μᾶς στὸ μνημεῖο καὶ τὸ βρῆκαν ἔτσι ὅπως εἶπαν οἱ γυναῖκες, “Αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον”».
.        Τος δίνει, λοιπόν, τὴν δυνατότητα Χριστς ν πον τὸν λογισμό τους. Αὐτοί, μὲ τετράγωνη λογική, λένε ὅτι “Ἐμεῖς ἐλπίζαμε. Τώρα δὲν ἐλπίζουμε. Τί νὰ ἐλπίζουμε; Ἐφ’ ὅσον Αὐτὸς σταυρώθηκε, πέθανε καὶ εἶναι τρεῖς μέρες ποὺ πέρασαν, τελείωσε ἡ ἱστορία”. ποδεικνύουν τετραγωνικ τι δν πάρχει δυνατότητα ν λπίζει κανείς. Νομίζω τι μεγάλος δάσκαλος, Χριστός, ατ θελε ν πον κι ατοί. Ατ θελε ν βγάλει π μέσα τους: τι, κοίταξε, μ τν τετράγωνη λογική, πόθεση τελείωσε – καί, νομίζω, τι εναι καλ ν τελειώνουν ο ποθέσεις. μως ρχίζει κενος κα μιλ: “ νόητοι κα βραδες τ καρδί το πιστεύειν π πσιν ος λάλησαν ο προφται. Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἔνιωθε ὅτι ἦταν φίλοι Του, τοὺς μιλάει αὐστηρά. Καὶ λέει τὴν φράση τὴν μεγάλη παρακάτω: “Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξα αὐτοῦ;” Δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει αὐτὰ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ περάσει στὴν δόξα Του; Στὸ σημεῖο αὐτὸ μπαίνουμε στὸ μεγάλο μυστήριο καὶ λέμε: Ἂν τυχὸν ἔπρεπε νὰ πάθει Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἐμεῖς τί πρέπει νὰ πάθουμε; Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ ἐξήγησε σὲ ὅλες τὶς γραφὲς αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπό Του. Μαζὶ μὲ τὴν πορεία προχωροῦσε καὶ ἡ ἑρμηνεία, κι ἔβλεπαν οἱ μαθητὲς ὅτι κάπου ἀλλοῦ τοὺς πηγαίνει. Μόλις ἔφτασαν στὴν πόλη ποὺ πήγαιναν, Αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλὰ αὐτοί: “παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα”.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 31 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.