Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θαύματα

ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. Παραλύτου)

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ (Ὁ θαυματουργὸς ἱεράρχης τῆς Σεβαστείας)

ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ
θαυματουργς εράρχης τς Σεβάστειας

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

.         Μέσα στὴν μακρόχρονη πορεία τῆς ἐνδόξου ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῆς ἁγιοτόκου καὶ μαρτυρικῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἔλαμψαν ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας χριστιανικοὺς αἰῶνες φωταυγεῖς ἀστέρες, ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ κοσμοῦν τὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀνάμεσα στὶς ἀγωνιστικὲς μορφὲς τῆς εὐλογημένης καὶ μαρτυρικῆς μικρασιατικῆς γῆς, ποὺ ἔλαβαν τὸν ἀμάραντο φωτοστέφανο τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀγωνοθέτη Κύριο, εἶναι καὶ ὁ τιμώμενος στὶς 11 Φεβρουαρίου Ἅγιος ἔνδοξος ἱερομάρτυς Βλάσιος Ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας ὁ θαυματουργός.
.         Ὁ λαοφιλὴς σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση θαυματουργὸς ἱεράρχης τῆς Σεβαστείας γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα στὴν περιοχὴ τοῦ Πόντου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Λικινίου (308 – 323μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Βλάσιος εἶχε σπουδάσει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία προσέφερε στοὺς ἀσθενεῖς ἀφιλοκερδῶς, διαθέτοντας πνεῦμα φιλανθρωπίας, σύνεσης καὶ ταπείνωσης. Οἱ ἰατρικές του γνώσεις τὸν βοήθησαν μάλιστα στὸ νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσέβειά του, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ ἀνθρώπινου σώματος κατανόησε τὴν σοφία καὶ τὴν μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Παράλληλα μὲ τὴν ἄσκηση τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος μελετοῦσε μὲ ζῆλο τὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ τὰ ψυχωφελῆ συγγράμματα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων καὶ τῶν Χριστιανῶν Ἀπολογητῶν, γεγονὸς ποὺ τὸν ἀνέδειξε σὲ πύρινο διδάσκαλο τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
.         Ὁ ἔνθεος αὐτὸς ζῆλος καὶ ἡ βαθειὰ θεοσέβειά του σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀνεπίληπτο βίο του καὶ τὴν πραότητα τοῦ χαρακτήρα τοῦ συντέλεσε στὸ νὰ ἐκλεγεῖ ἐπίσκοπός της πόλεως Σεβάστειας τῆς Καππαδοκίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὕστερα μάλιστα καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίμονη ἀπαίτηση τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς. Ὁ χαρισματικὸς αὐτὸς ἱεράρχης ἀνέπτυξε μία πλούσια πνευματικὴ δράση στὴν ἐπισκοπή του, ἀλλὰ φοβούμενος τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν παρανομία τῶν ἀρχόντων τῆς ἐποχῆς του καὶ ἐπιζητώντας περισσότερη ἡσυχία καὶ ἄσκηση, κατέφυγε στὸ Ἄργαιον Ὄρος καὶ ἐγκαταστάθηκε μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο. Στὸν χῶρο αὐτὸν προσευχόταν ἀδιάλειπτα στὸν Πανοικτίρμονα Θεὸ καὶ ἔφτασε σὲ τέτοιο ὕψος ἁγιότητος καὶ ἀρετῆς, ὥστε πλῆθος κόσμου τὸν ἐπισκεπτόταν καὶ ζητοῦσε τὴν εὐλογία του. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια ζῶα τῆς περιοχῆς προσέρχονταν κοντὰ στὸν ἅγιο καὶ δὲν ἀποχωροῦσαν, ἂν δὲν τὰ εὐλογοῦσε.
.         Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ σκληρόκαρδος εἰδωλολάτρης ἡγεμόνας Ἀγρικόλας ἔδωσε διαταγὴ στοὺς κυνηγοὺς νὰ κυνηγήσουν σαρκοφάγα ζῶα, γιὰ νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ θηριομαχίες καὶ γιὰ τὴν καταβρόχθιση τῶν χριστιανῶν. Ὅταν ἔφτασαν στὸ Ἄργαιον Ὅρος καὶ πέρασαν ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ ὁποῖο εἶχε ἐγκατασταθεῖ ὁ ἅγιος, ἔκπληκτοι ἀντίκρισαν πλήθη ἀγρίων ζώων νὰ εἶναι συγκεντρωμένα καὶ νὰ λαμβάνουν τὶς εὐλογίες τοῦ ταπεινοῦ ἐπισκόπου της Σεβάστειας, ὁ ὁποῖος προσευχόταν στὸν Θεό. Βλέποντας οἱ κυνηγοὶ τὸ παράδοξο αὐτὸ θέαμα, ἐπέστρεψαν στὴν πόλη καὶ ἐνημέρωσαν τὸν ἡγεμόνα γιὰ ὅσα εἶδαν καὶ ἔζησαν. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε τὴν διαταγὴ νὰ συλληφθοῦν ἀμέσως ὅσοι χριστιανοὶ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ὅταν ἔφτασαν οἱ ἀπεσταλμένοι στρατιῶτες στὸ σπήλαιο, βρῆκαν τὸν ἅγιο νὰ προσεύχεται καὶ τὸν διέταξαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσει. Τότε ὁ ἅγιος μὲ καρτερία, θάρρος καὶ χαρὰ τοὺς ἀκολούθησε, λέγοντάς τους ὅτι ὁ Θεὸς ἐμφανίστηκε σ’ αὐτὸν τρεῖς φορὲς μέσα στὴ νύχτα καὶ τοῦ παρήγγειλε, ὅτι πρέπει νὰ θυσιαστεῖ γι’ Αὐτόν. Καθὼς οἱ στρατιῶτες καὶ ὁ ἅγιος κατευθύνονταν ἀπὸ τὸ Ἄργαιον Ὄρος πρὸς τὴν Σεβάστεια, πολλοὶ εἰδωλολάτρες ἀσπάσθηκαν τὴν χριστιανικὴ πίστη βλέποντας τὴν πραότητα τοῦ ἁγίου καὶ ἀκούγοντας τὸ φλογερὸ κήρυγμά του, ἐνῶ πολλοὶ ἀσθενεῖς θεραπεύτηκαν χάρη στὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του. Ἐντύπωση προκαλοῦσε ὄχι μόνο ἡ ἴαση τῶν ἀσθενῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἡ θεραπεία ἀσθενειῶν σὲ ἥμερα καὶ ἄγρια ζῶα. Μεταξὺ τῶν ἀναρίθμητων θαυμάτων, ποὺ τέλεσε ὁ Ἅγιος Βλάσιος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ διάσωση ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, τὸ ὁποῖο εἶχε μείνει ἄφωνο καὶ κινδύνευε νὰ πεθάνει ἀπὸ ἀσφυξία ἀπὸ ἕνα ψαροκόκαλο, τὸ ὁποῖο εἶχε καρφωθεῖ στὸ λαιμό του. Τότε ὁ ἅγιος θέτοντας τὸ χέρι του στὸ λαιμὸ τοῦ παιδιοῦ καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε ὁλόθερμα στὸν Θεό, θεράπευσε τὸ παιδί. Παράλληλα εὐχήθηκε, ὅτι ὅποιος ἄνθρωπος ἢ ζῶο ἀντιμετωπίσει στὸ μέλλον παρόμοιο πρόβλημα καὶ μνημονεύει τὄνομα τοἁγίου, ὁ Θεὸς νὰ τὸν θεραπεύει ἀμέσως πρὸς δόξα τοὀνόματός Του. Γι’ αὐτὸ καἍγιος Βλάσιος καθιερώθηκε στὴ συνείδηση ὅλων τῶν χριστιανῶν ὡς ἰατρὸς καὶ θεραπευτὴς τῶν νοσημάτων τοῦ λαιμοῦ καὶ τοῦ λάρυγγα. Ἀξιοσημείωτο ἦταν καὶ τὸ θαυματουργικὸ γεγονὸς τῆς διάσωσης ἑνὸς χοίρου, τὸν ὁποῖο εἶχε ἁρπάξει ἕνας λύκος ἀπὸ μία φτωχὴ γυναίκα καὶ ἀποτελοῦσε τὴν μοναδικὴ περιουσία της. Χάρη στὴν προσευχητικὴ δύναμη τοῦ ἁγίου ὁ λύκος ἔχασε τὴν ἀγριότητά του καὶ ἐπέστρεψε σῶο καὶ ἀβλαβῆ τὸν χοῖρο στὴ γυναίκα.
.         Φτάνοντας ὁ ἅγιος στὴν Σεβάστεια δόθηκε ἡ ἐντολὴ νὰ φυλακιστεῖ. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁδηγήθηκε ἐνώπιόν του ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τὸν ὑποδέχθηκε μὲ ὡραίους λόγους, προσπαθώντας νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Ὁ ἅγιος ὅμως ἀποκάλεσε μὲ παρρησία τοὺς ψεύτικους θεοὺς δαίμονες καὶ δήλωσε ὅτι ὅσοι τοὺς λατρεύουν θὰ παραδοθοῦν στὸ αἰώνιο πῦρ τῆς Κολάσεως. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἐξαγριώθηκε καὶ διέταξε νὰ χτυπήσουν ἀνελέητα τὸν ἅγιο μὲ χονδρὰ σιδερένια ραβδιὰ καὶ νὰ τὸν κλείσουν ἐν συνεχείᾳ στὴν φυλακή. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό.
.        Τὸν βασανισμὸ καὶ τὴν φυλάκιση τοῦ ἁγίου πληροφορήθηκε ἡ φτωχὴ γυναίκα, τῆς ὁποίας τὸν χοῖρο διέσωσε ὁ ἅγιος. Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς αὐτὸν ἔσφαξε τὸν χοῖρο καὶ ἀφοῦ ἔψησε τὸ κεφάλι καὶ τὰ πόδια, πῆγε στὴν φυλακὴ μαζὶ μὲ φροῦτα καὶ ἄλλα φαγώσιμα καὶ ἀνάβοντας κεριά, παρακάλεσε τὸν ἅγιο νὰ φάει ἀπὸ τὰ προσφερόμενα πρὸς αὐτὸν ἀγαθά. Τότε ὁ ἅγιος εὐχαρίστησε τὴν γυναίκα καὶ ἀφοῦ ἔφαγε, τῆς ἔδωσε τὴν εὐλογία του λέγοντας ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ γιορτάζει τὴν μνήμη του καὶ νὰ ἔχει πάντοτε στὸ σπίτι της ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ὅποιος ἄλλος θελήσει νὰ τὴν μιμηθεῖ.
.         Ὁ ἡγεμόνας Ἀγρικόλας πρόσταξε καὶ πάλι νὰ φέρουν ἐνώπιόν του τὸν ἅγιο καὶ τὸν κάλεσε καὶ πάλι νὰ θυσιάσει στοὺς ψεύτικους θεούς. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε καὶ πάλι σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος καὶ δήλωσε ὅτι θεοί, οἱ ὁποῖοι δὲν δημιούργησαν τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, πρέπει νὰ ἐξαφανιστοῦν. Τότε δόθηκε ἡ διαταγὴ νὰ κρεμάσουν τὸν ἅγιο σὲ ἕνα ξύλο καὶ νὰ ξεσκίσουν τὰ πλευρά του μὲ σιδερένια νύχια. Ὅμως ὁ ἔνδοξος ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ εἶπε στὸν σκληρόκαρδο ἡγεμόνα ὅτι οὔτε ὁ θάνατος οὔτε τὰ βασανιστήρια τὸν φοβίζουν καὶ μποροῦν νὰ κάμψουν τὴν πίστη του, ἀφοῦ προσβλέπει στὴν αἰωνιότητα καὶ τὰ ἐπουράνια ἀγαθά. Στὴ συνέχεια δόθηκε ἡ ἐντολὴ νὰ ξεκρεμάσουν τὸν ἅγιο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυλακή.
.         Καθὼς ὁδηγοῦσαν τὸν ταπεινὸ καὶ πράο ἐπίσκοπο τῆς Σεβάστειας στὴν φυλακή, ἑπτὰ ἐνάρετες καὶ εὐσεβεῖς γυναῖκες ἀκολουθοῦσαν τὴν μαρτυρικὴ αὐτὴ πορεία καὶ ἄλειφαν τὰ σώματά τους ἀπὸ τὸ τίμιο αἷμα, ποὺ ἔσταζε ἀπὸ τὸ πληγωμένο σῶμα τοῦ ἁγίου. Βλέποντας οἱ δήμιοι τὸ γεγονὸς αὐτό, συνέλαβαν τὶς γυναῖκες καὶ τὶς ὁδήγησαν στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τὶς κάλεσε νὰ θυσιάσουν στὰ ψεύτικα εἴδωλα, γιατί διαφορετικὰ θὰ θανατωθοῦν. Τότε οἱ ἑπτὰ γυναῖκες κάλεσαν τὸν ἡγεμόνα νὰ πᾶνε στὴ λίμνη τῆς Σεβάστειας καὶ ἀφοῦ πλύνουν τὰ πρόσωπά τους, νὰ προσφέρουν θυσία στοὺς θεούς. Ὁ ἡγεμόνας χάρηκε πολὺ καὶ τότε οἱ γυναῖκες πῆραν τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς ἔριξαν μέσα στὴ λίμνη λέγοντας ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβή τους, γιατί πολλοὶ ἄνθρωποι χάθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς εἰδωλολατρίας. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν προσβολὴ κατὰ τῶν θεῶν, ἐξοργίστηκε τόσο πολύ, ὥστε διέταξε νὰ ἀνάψουν ἕνα μεγάλο καμίνι λιώνοντας μέσα σ’ αὐτὸ μολύβι καὶ νὰ φέρουν σιδερένια χτένια καὶ νὰ πυρακτώσουν ἑπτὰ χάλκινα σουβλιά. Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἡγεμόνας κάλεσε τὶς γυναῖκες νὰ ἐπιλέξουν ἢ τὴν θυσία στοὺς θεοὺς καὶ νὰ φορέσουν λαμπρὰ φορέματα ἢ νὰ βασανιστοῦν μέσα στὸ πυρακτωμένο καμίνι. Τότε μία ἀπὸ τὶς γυναῖκες ἅρπαξε ἕνα φόρεμα καὶ τὸ ἔριξε μέσα στὸ καμίνι, ἐνῶ τὰ δύο μικρά της παιδιὰ εἶπαν στὴ μητέρα τους νὰ μὴν τὰ ἀφήσει νὰ χαθοῦν μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη, ἀλλὰ νὰ τὰ χορτάσει μὲ τὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ὅπως τὰ χόρτασε μὲ τὸ μητρικό της γάλα. Κατόπιν ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κρεμάσουν τὶς ἑπτὰ γυναῖκες καὶ νὰ ξεσκίσουν τὶς σάρκες τους μὲ τὰ σιδερένια χτένια. Ὅμως κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου οἱ στρατιῶτες ἔζησαν ἕνα καταπληκτικὸ θαῦμα: ἀπὸ τὶς σάρκες τῶν γυναικῶν ἔρεε γάλα ἀντὶ γιὰ αἷμα καὶ οἱ σάρκες ἦταν ὁλόλευκες ὅπως τὸ χιόνι, ἀφοῦ Ἄγγελοι Κυρίου κατέβηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ θεράπευσαν τὶς πληγές, λέγοντας στὶς γυναῖκες νὰ μὴν φοβοῦνται καὶ νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγώνα τοὺς μέχρι τέλους, γιατί ἔτσι μόνο θὰ ἀπολαύσουν τὴν αἰώνια ζωή. Τότε ὁ ἐξαγριωμένος ἡγεμόνας διέταξε νὰ τὶς ρίξουν μέσα στὸ πυρακτωμένο καμίνι. Μόλις ὅμως τὶς ἔριξαν μέσα, ἡ φωτιὰ ἔσβησε καὶ βγῆκαν ἀπὸ μέσα σῶες καὶ ἀβλαβεῖς. Βλέποντας ὁ Ἀγρικόλας τὰ παράδοξα αὐτὰ γεγονότα, κάλεσε καὶ πάλι τὶς ἑπτὰ γυναῖκες νὰ θυσιάσουν στοὺς θεοὺς καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς μαγεῖες, ποὺ χρησιμοποιοῦν. Τότε ἐκεῖνες ἀπάντησαν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προδώσουν τὴν πίστη τους στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσουν τὰ ψεύτικα εἴδωλα. Ἡ ἐπίμονη αὐτὴ στάση τοὺς ἐξόργισε τόσο πολὺ τὸν Ἀγρικόλα, ὥστε ἀποφάσισε τὴν δι᾽ ἀποκεφαλισμοῦ θανατικὴ καταδίκη τῶν γυναικῶν. Ἀμέσως μετὰ οἱ γυναῖκες προσευχήθηκαν καὶ παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ τὶς συναριθμήσει μαζὶ μὲ τὴν πρωτομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Θέκλα δεχόμενος τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Βλασίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς στὴν ἄθλησή τους καὶ στὴν ἀπόλαυση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Κατόπιν τὰ δύο παιδιὰ πλησίασαν τὴν μητέρα τους καὶ τῆς ζήτησαν νὰ παρακαλέσει τὸν Ἅγιο Βλάσιο νὰ τὰ ἔχει ὑπὸ τὴν προστασία καὶ καθοδήγησή του.

.         Μετὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τῶν ἑπτὰ γυναικῶν πρόσταξε τοὺς στρατιῶτες νὰ τοῦ φέρουν ἀπὸ τὴν φυλακὴ τὸν Ἅγιο Βλάσιο ζητώντας του καὶ πάλι νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς. Τότε ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε μὲ θάρρος ὅτι κανένας ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει γνωρίσει τὸν ἀληθινὸ Θεό, δὲν προσκυνᾶ νεκρὰ εἴδωλα. Κατόπιν ὁ ἡγεμόνας τὸν ρώτησε ὅτι ἂν τὸν ρίξει μέσα στὴ λίμνη, θὰ μπορέσει ὁ Θεός, τὸν ὁποῖο λατρεύει, νὰ τὸν σώσει. Καὶ ὁ ἅγιος τὸν παρότρυνε νὰ τὸ πράξει. Τότε οἱ στρατιῶτες ἔριξαν τὸν ἅγιο στὴ λίμνη καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, στάθηκε στὸ μέσο αὐτῆς σῶος καὶ ἀβλαβής. Στὴ συνέχεια ὁ ἅγιος κάλεσε τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ πράξουν τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν δύναμη τῶν θεῶν τους. Τότε ἑξήντα ὀχτὼ ἄνδρες πήδησαν μέσα στὴ λίμνη, ἀλλὰ ὅλοι καταποντίστηκαν στὸ βυθό της καὶ πνίγηκαν. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στὸν ἔνδοξο ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν κάλεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν λίμνη καὶ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸν αἰώνιο στέφανο τῆς δόξης καὶ τῆς ἁγιότητος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκάλεσε τὸν θαυμασμὸ ὅλων, ἀφοῦ ἔβλεπαν τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου νὰ λάμπει σὰν τὸ φῶς. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἀκλόνητη πίστη τοῦ γενναίου ἀθλητῆ τοῦ Χριστοῦ, ἀποφάσισε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσει διὰ ξίφους μαζὶ μὲ τὰ δύο παιδιά. Ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Βλάσιος προσευχήθηκε ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ βοηθήσει στὸ μέλλον ὅποιον καταφεύγει σ’ Αὐτὸν ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου σὲ περίπτωση ἀσθένειας, θλίψης, κινδύνου ἢ ἀνάγκης, κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Χριστὸς σὰν νεφέλη καὶ εἶπε στὸν ἅγιο ὅτι θὰ ἐκπληρώσει ὅλα τὰ αἰτήματά του καὶ θὰ χαρίσει σὲ ὅλους ἐκείνους, ποὺ θὰ τιμοῦν τὴν μνήμη του, ὄχι μόνο τὰ ἐπίγεια, ἀλλὰ καὶ τὰ οὐράνια ἀγαθά. Ἀμέσως μετὰ ὁ δήμιος ὁδήγησε τὸν ἅγιο καὶ τὰ δύο παιδιὰ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ τοὺς ἀποκεφάλισε πάνω σὲ μία πέτρα μέσα ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς Σεβάστειας. Τὸ ἔνδοξο μαρτύριο τοῦ ἁγίου καὶ τῶν δύο παιδιῶν ἔλαβε χώρα τὸ ἔτος 316μ.Χ.
.         Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ λαοφιλὴς σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση Ἅγιος Βλάσιος ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου, γιὰ νὰ τιμᾶται καὶ νὰ γεραίρεται ἐσαεὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὶς 11 Φεβρουαρίου [καὶ ἀπὸ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία στὶς 3 Φεβρουαρίου]. Ἡ ἀγάπη τῶν χριστιανῶν πρὸς τὸν θαυματουργὸ ἱεράρχη τῆς Σεβάστειας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπιτελέσει καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μέχρι σήμερα νὰ ἐπιτελεῖ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτοὺς ποὺ τιμοῦν τὴ μνήμη του καὶ ἐπικαλοῦνται μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά του πρὸς δόξα τοῦ παναγίου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ «θαυμαστοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ» .

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, Ἄθλησις τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Βλασίου ἐπισκόπου γενομένου Σεβαστείας, J. – P. Migne, Patrologia Graeca, Τόμος 116, 817 – 830.

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

Λόγος Βασιλείου Ἐπισκόπου Σελευκείας

«Εἰς τὴν Χαναναίαν» 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 295 καὶ ἑξῆς.

 .          Ἰδοὺ ὅτι ὑπῆρξε καὶ συμφορά, ἡ ὁποία ἔγινε ἀφορμὴ μεγάλης εὐφροσύνης, καὶ πένθος ποὺ προξένησε εὐθυμία, καὶ λύπη ποὺ ἔφερε ὑπερβολικὴν χαρά. Ἐπειδὴ ὅπου παρευρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὁ θρῆνος μεταβάλλεται σὲ ἡδονήν, καὶ ὁ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς μεταλλάσσεται σὲ εὐφροσύνην. Τὸ μαρτυρεῖ αὐτὸ μὲ τὰ λόγια της κραυγάζοντας ἡ Χαναναία, τὴν ἱστορία τῆς ὁποίας μὲ θαυμασμὸν ἡ βίβλος τῶν Εὐαγγελίων τὴν ἐπιδεικνύει μέχρι τώρα, καὶ διατηρεῖ τὴν κραυγή της γραμμένη σὰν σὲ στήλη, ὥστε ὁ ἐπίβουλος χρόνος νὰ μὴν παρασύρη τὴν μνήμη, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τῆς πίστεως εἶναι πιὸ δυνατός. «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς», λέγει, «ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ Θεὸς παρευρίσκεται παντοῦ, καὶ κανένας τόπος δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν περιορίση. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι κατὰ φύσιν ἀόρατος, ἐπιβεβαιώνει τὴν παρουσία του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἔβλεπαν, προβάλλοντας τὸν ναὸ ποὺ ἐνεδύθη πρὸς χάριν μας. Ἦλθε στ μέρη τς Τύρου κα τς Σιδνος, στ παλαι καταγώγια τν δαιμόνων, στς περιοχς τν εδώλων, στς χρες τς εδωλολατρίας, στ ντικείμενο τς κατηγορίας τν Προφητν.
.          π τν ουδαία στν Σιδώνα κα τν Τύρον. π τ ργαστήρια τς εσεβείας στν βυθ τς σεβείας. π τος μαθητς το Μωυσέως, στος ργάτες τν δαιμόνων. Καὶ γιὰ ποῖον λόγον μεταβαίνει ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο; λεγχος τν ουδαίων εναι μετάβασις το Κυρίου. ς εεργέτης συγχρόνως κα δικαστής, περιοδεύει Σωτήρ. Εἶναι ἀληθῶς ἀδυσώπητος κατηγορία ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἐθνικῶν. πειδὴ μως καταιγισμς τν θαυμάτων δν κατόρθωσε ν κάμψη τν ουδαϊκν λαόν, στε ν στραφ στν πίστη, λλ ν πλώνετο τ παράδοξον θεραπευτικ δίχτυ, μόνο τ θνος τν ουδαίων, ξ ατίας τς γρίας βασκανίας τους, πέφυγε τν θύρα τς σωτηρίας, τί καμεν σοφς ατρός; Πς μεθοδεύει τν αση τς ρρωστημένης γνώμης; Μεταφέρει στν Σιδώνα τ φάρμακα τς θεραπείας της, γι ν ρεθίση τν πιστον, ντιπαραθέτοντας ατν μ τ θνη. Εἶναι παλαιό, νομίζω, τὸ τέχνασμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου, νὰ κάνη δηλαδὴ τὸν ἀχάριστο νὰ ἐντραπῆ, συγκρίνοντάς τον μὲ τὰ χειρότερα. Θέλοντας κάποτε νὰ ἐλέγξη τὴν ἀπείθεια τῶν Ἰουδαίων, ηὔξησε τὸν ἔλεγχον, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς Νινευίτες. Καὶ στέλλει τὸν Ἰωνᾶ νὰ παρακολουθήση τὴν μεταβολὴν τῶν ἀσεβῶν, προβάλλοντας τὸν Προφήτην τῶν Ἰουδαίων, ὑπηρέτην τῆς κατακρίσεως τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλὰ ἐκεῖνος λυπούμενος ἄκαιρα τοὺς ὁμοεθνεῖς του, κλέπτει τὸν ἔλεγχο καὶ δραπετεύει ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἔστειλε. Δὲν ἐγνώριζε ὅτι θὰ τὸν ἁλιεύση τὸ κῆτος καὶ θὰ τὸν παρουσιάση δέσμιον στὸν Δεσπότη. Καὶ πάλι συστελλόμενος ἀπὸ φόβον ἔγινε θεατὴς τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν εἰδωλολατρῶν. Μίαν φωνὴ μόνον ἄφησε, καὶ αἰχμαλώτισε ὅλων τὶς γνῶμες. Καὶ εἶδε τὴν προφητεία του νὰ διαψεύδεται, μαθαίνοντας στὴν πράξη πόσο πιὸ καλόπιστοι εἶναι οἱ ἐθνικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Καθ’ ὅσον αὐτοὶ μὲν κατέσφαξαν τοὺς Προφῆτες τους, ἐνῶ ἐκεῖνοι καὶ αὐτὸν ἀκόμη, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦσαν τὴν ὕπαρξη, ἔφριξαν ἀκούγοντάς τον. Ὅταν δὲ ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης ἐματαίωσε τὴν ἀπειλὴν τοῦ Προφήτου, ἔπαυσαν νὰ σαλεύωνται τὰ τείχη τῆς πόλεως, ἀπεσύρθη τὸ ξίφος ποὺ ἦταν ἕτοιμο νὰ πέση, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ θανάτου ἀνεκλήθη, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν πίστη τῶν καταδίκων. Ἐνικήθη θυμὸς προφητικός, βλέποντας τὸν ὑπεύθυνο νὰ νικᾶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην.
.          Ἔτσι καὶ τώρα ὁ Σωτὴρ βαδίζει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Σιδώνα καὶ τὴν Τύρο, γιὰ νὰ στηλιτεύση τὴν Ἰουδαϊκὴν ὑποκρισίαν, ἀντιπαραθέτοντας αὐτοὺς μὲ τοὺς ἀσεβεῖς. Πρόσεξε παρακαλῶ τὸν Εὐαγγελιστὴν πῶς κομπάζει μὲ τὴν διήγηση, καὶ ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς μεταβάσεως τοῦ Κυρίου: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν, ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. π πο κεθεν; π κε που θαυματουργώντας δέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας κουεν βρεις, κα εεργετώντας ντιμετώπιζε τν πιστία. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐκ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζε λέγουσα: Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Χαναναία τὸ γυναικάριον, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεσιν ἠρνήθη τὸ γένος της. Ἡ πίστις ἐνίκησε τὴν φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ἂς μὴν κατηγορῆ τοὺς Χαναναίους. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔλυσε τὰ ἐγκλήματα τῶν πατέρων της, γίνεται ἀρχὴ εὐσεβείας, κραυγάζοντας στοὺς εὐσεβεῖς: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Πόσες μυριάδες Ἰουδαίων ἐθεράπευσε ὁ Χριστὸς καὶ ἀντὶ εὐχαριστίας ἤκουσε: «Οὗτος πόθεν ἐστὶν οὐκ οἴδαμεν». Ἐνῶ μία ἄσημος γυναίκα Χαναναία καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, μὲ ἀναπτερωμένην πίστη ἔφθασε σὲ ὕψος εὐαγγελιστοῦ. «Κύριε, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Πένθος ἐλεεινὸν καὶ θέαμα γιὰ τὴν μητέρα πιὸ πικρὸν καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρὲς παλεύει μὲ τὴν κόρη, καὶ ὁ ἐχθρὸς παραμένοντας ἀόρατος, παρατάσσεται κατὰ τοῦ παιδιοῦ.
— Πῶς νὰ ἀναγγείλω τὸ δεινόν, πῶς νὰ κηρύξω τὸ πάθος; Δὲν ὑποφέρω νὰ τὴν βλέπω. Πηδᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, περιφέρεται στὴν πόλιν ἐκτείνοντας τὰ χέρια στὸν ἀέρα, μὲ βλέμμα ἀπλανὲς καὶ ἀκάλυπτα τὰ μαλλιά. Γιὰ καταγώγιον τοῦ δαίμονος τὸ ἐγέννησα τὸ παιδί μου; Παραβλέπει τὴν αἰσχύνην ἡ συμφορά, καὶ τὸ πάθος αἰχμαλώτισε τὴν φυσικὴν ἐντροπήν. Ἀφήνει κραυγὲς ποὺ προκαλοῦν τὸν φόβο. Τρέχει στὸν δρόμο, ἐλεεινῶς σιωπᾶ καὶ ἀκόμη χειρότερα ὁμιλεῖ. Δὲν ἔχει προθεσμίαν ἡ τιμωρία, καταναλώνονται οἱ νύκτες στὴν ἀγρυπνία. Εὑρίσκοντας δὲ τὶς ἡμέρες φοβερότερες ἀπὸ τὶς νύκτες, πηδᾶ ἀπὸ τὴν κλίνη καὶ ἀρχίζει νὰ διαλαλῆ τὴν συμφορά:
—Ἐλέησόν με, ποὺ μαστιγώνομαι ἀπὸ τὴν θυγατέρα μου. Ἐκείνης τὸ πάθημα, ἰδικός μου ὁ πόνος, ἐκείνην διαπομπεύει τὸ δαιμόνιον, ἡ φύσις ὅμως διὰ μέσου ἐκείνης γίνεται ὅπλον ἐναντίον μου. Ὁ δαίμων εἰσῆλθε στὴν θυγατέρα πολεμώντας τὴν μητέρα, σ’ ἐμένα ρίπτει τὰ βέλη διὰ μέσου αὐτῆς. Εἴθε νὰ μὴ μοῦ γεννοῦσε αὐτὴν τὴν κυοφορίαν ἡ φύσις! Νὰ ἐτελείωνε ἡ ζωή μου μὲ τὸν τοκετό. Θὰ ἦταν παρηγορία γιὰ τὸν θάνατον ὁ νόμος τῆς φύσεως. Ἐλέησόν μας.
.           «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». Ὢ φιλάνθρωπος σιωπὴ μὲ σχῆμα ἀπάνθρωπον! Ὢ σιωπὴ μεγαλόφωνος, ποὺ εἶναι κατήγορος τῶν Ἰουδαίων! Μὲ αὐτὴν ἔλεγε ὁ Σωτὴρ στοὺς Ἰουδαίους: Βλέπεις, Ἰουδαῖε, Χαναναίας εὐγένεια; Βλέπεις ἀπὸ ρίζα διαβεβλημένην καρπὸν ἐπαινετόν; Δν δέχθη τν Μωυσ γι νομοθέτη κα νεγνώρισε το Μωυσέως τν Δεσπότην. Δν γνωρίζει Προφτες κα πιστεύει σ’ ατν πο προφητεύθη. Καὶ σημεῖα δὲν εἶδε, καὶ τὸν ἀπόγονό του Δαυὶδ ὁμολόγησε. Τὸν Θεὸν τὸν ἠρνήθης ἔπειτα ἀπὸ τόσα θαύματα, καὶ αὐτὴ πρὶν ἰδεῖ θαῦμα τὸν ἐπίστευσε. Ἀλλὰ κοίτα ποὺ κλαίει καὶ ἐγὼ τὴν παραβλέπω πρὸς χάριν σου. Ἂν καὶ λυποῦμαι τὸ πένθος, ὅμως κρύβω τὸ ἔλεος. Φωνάζει σὰν ἐθνική, τὴν στέλλω σ’ ἐσὲ παίρνοντάς σου ἀπὸ πρὶν τὴν πρόφαση τῆς ἀπιστίας. Δὲν τὴν ἀπαλλάσσω ἀπὸ τὸ πάθος, γιὰ νὰ μὴ σοῦ προκαλέσω φθόνο. Συγκρατῶ τὴν θεραπεία, γιὰ νὰ μὴ σοῦ δώσω λαβὴν ἀπιστίας, γιὰ νὰ μὴ λέγω, κατηγορώντας σὰν ἄπιστος: τὴν Χαναναίαν ἐλεοῦσες; Γιατί ἐθεράπευες τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Μωυσέως; Κοίτα ποὺ τὴν ἀφήνω νὰ κλαίη, καὶ γιὰ νὰ τιμήσω ἐσέ, παραβλέπω μητέρα ποὺ τιμωρεῖται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης!
.           «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησον μέ. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον». ναβολ τς θεραπείας, δοκιμασία τς πίστεως, χωνευτήριο τῆς προαιρέσεως τῆς γυναικός. Μᾶλλον ἡ σιωπὴ τοῦ Κυρίου γίνεται ἔπαινος στὴν Χαναναία. Μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ χορὸς τῶν Ἀποστόλων, μὴ γνωρίζοντας τὴν σοφία τῆς Δεσποτικῆς σιωπῆς, καὶ ἀδυνατώντας νὰ ὑποφέρη τὴν φωνὴ τῆς πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης πρὸς τὸν Σωτήρα, καὶ πρεσβεύουν γιὰ τὴν γυναίκα οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Δέχονται αὐτοὶ τὶς ἱκεσίες της, καὶ παρακαλοῦν τὸν Κύριον: «Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἠμῶν». Τί ἀπαντᾶ ἡ ἀνέκφραστος φιλανθρωπία, ἡ ἀπόρρητος σοφία; «Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις».
.           Βαρυτέρα ἀπὸ τὴν σιωπὴν ἡ ἀπόκρισις. Ἀνάλογος ὅμως μὲ τὴν πίστιν τῆς Χαναναίας. Διότι ἂν δὲν ἦταν ἡ πίστις της μεγάλη, θὰ κατηγοροῦσε τὸν Σωτήρα γιὰ ἀπανθρωπίαν ἢ γιὰ ἀδυναμίαν, θὰ ἀπεμακρύνετο καὶ θὰ ἔλεγε: τί φοβερὰ ἀπανθρωπία! Δὲν μὲ ἐλυπήθη ποὺ κλαίω, δὲν ἐλέησε μητέρα ποὺ πληγώνεται μὲ τὰ παθήματα τῆς κόρης, δὲν ἐλέησε τὸ δράμα τῆς φύσεως. Ἱκέτευα καὶ μὲ ἀπεστρέφετο, ἐφώναζα καὶ μὲ ἀπέφευγε. Καὶ πρῶτα μὲν ἀπέκρουσε τὶς φωνές μου μὲ τὴν σιωπήν. Οὔτε ὅταν ἐφώναζα τὴν ὥρα ποὺ σιωποῦσε τὸν συνεκίνησα, τότε ποὺ εἶχα καλὲς ἐλπίδες γιὰ τὴν θεραπείαν, ὅταν τὸ πάθημά μου εὐρῆκε συνηγόρους, ὅταν προσδοκοῦσα φιλάνθρωπο λόγον, ὅταν ὀνειροπολοῦσα πὼς μόλις ὁμιλήσει θὰ ἀπαλλαγῆ ἡ θυγατέρα μου. Μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα ἀνέμενα φωνὴν ποὺ θὰ φέρη τὴν ἄνεση. Καὶ τότε ὁμίλησε καὶ διέλυσε τὶς ἐλπίδες μου. Φορτωμένη μὲ λύπη φεύγω. Μοῦ πρόσθεσε συμφορὲς μὲ τὶς ὕβρεις του. Κυνάριο μὲ εἶπε μέσα σὲ τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αὐτὸς δικαιώνει τὸν δαίμονα. Φαίνεται τῆς κόρης μου ἡ συμφορὰ ἐνίκησε κι αὐτοῦ τὴν δύναμη. Ἴσως μὲ τὶς ὕβρεις ἔκρυψε τὴν ὁμολογία τῆς ἥττας του. Ἕνα μόνον ἐκέρδισα ἀπὸ τὴν ἱκεσία μου. Ηὔξησα τοῦ δημίου τῆς κόρης μου τὴν ἀγανάκτησιν, ἄναψα τὸν θυμόν του μὲ τὰ λόγια ἐκείνου, ἔκαμα ἀγριότερον τὸν ἐχθρὸν τοῦ παιδιοῦ μου. Ἀλλὰ δὲν ὀλίσθησε σὲ παρομοίους λόγους, οὔτε μὲ τὶς ὕβρεις ἡ πίστις ἀτόνησε. Μεγάλη ἡ πίστις τῆς γυναικός, γι’ αὐτὸ καὶ ἐθησαυρίσθη στὰ Εὐαγγέλια. «Οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων τοῖς κυναρίοις». Αὐτὴ δὲ προσπαθώντας νὰ μεταπείση τὸν Δεσπότην ἔλεγε: Ναὶ Κύριε, παίρνω τὴν ὕβρη σὰν ὑπόσχεση θεραπείας. «Καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν». Μοῦ ἐγγυᾶται τὴν σωτηρίαν ἡ προσφώνησις τοῦ ζώου αὐτοῦ. Ἂς γίνη τὸ μέγεθος τῆς ὕβρεως μέτρον γι’ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ δώσης. Κυνάριο μὲ ὀνόμασες. Σὰν κατοικίδιο θὰ ἀπολαύσω τὴν τράπεζα τοῦ Κυρίου μου. Ἔχει μερίδιον ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν τέκνων καὶ τὸ κυνάριο. Δὲν ἁρπάζω τὸν ἄρτο, τὰ ψίχουλα ζητῶ. Δὲν πηδῶ ἐπάνω στὴν τράπεζα, αὐτὰ μοῦ φθάνουν. Δὲν ὁμιλῶ γιὰ ἀπόλαυσιν. Ἂς ἀπολαύση ὁ κληρονόμος σου ἐκεῖνο τὸ τραπέζι, ἂς πέση ὅμως ἀπὸ τὸ χέρι σου κάποιο ψίχουλο καὶ γιὰ ἐμᾶς. Ὢ πίστις! Ὢ σύνεσις! Ὢ εὐλάβεια Χαναναίας! Τί κάνει λοιπὸν ὁ Σωτήρ; Ἀποκαλύπτει τί ἔκρυβε ἡ σιωπή: «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις»! Γι’ ατ νέβαλα τν χάρη, γι ν δείξω τν πίστη σου. Δν σιωποσα ς πάνθρωπος, λλ σύχαζα ς προγνώστης. Περίμενα ν φανε λη σου πίστις. θελα ν διδαχθον ο παρόντες τί μαργαρίτης κρύπτετο σ γυναίκα Χαναναία. Σοῦ ἀνοίγω ὅλο τὸ τραπέζι τῆς θεραπείας, καὶ σοῦ χαρίζω ὄχι σὰν σὲ κυνάριο τὰ ψίχουλα, ἀλλὰ ὡς θυγατέρα τὸν ἄρτον. Ἐσὺ μὲν ἐνίκησες μὲ τὴν πίστη τοὺς Ἰουδαίους, ἐγὼ δὲ μὲ τὴν δωρεὰ τὸ αἴτημά σου. «Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Γίνε σὺ ἰατρὸς τῆς κόρης σου, μέσα σου ἔχεις τῆς θεραπείας τὸ φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατὰ τῶν Ἰουδαίων καὶ τοῦ δαίμονος. Λάβε ἔπαθλο τῆς πίστεως, τὴν θεραπεία τῆς φύσεως.
.           Ἂς ἀναζητήσωμε τὴν πίστη, τὸν στέφανον τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς ἀγαπήσωμε τὴν πίστη, τὴν ἀστραπὴ τῆς ὁποίας δὲν ὑποφέρουν οἱ δαίμονες. Τὴν πίστη, τὸ κεφάλαιον τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἀκούσωμε τὸν Παῦλο ποὺ φωνάζει: «Στήκετε ἐν τῇ πίστει». «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ὥστε νὰ ἀκούσωμε καὶ ἐμεῖς τὸν Δεσπότη νὰ μᾶς λέγη: «Γενηθήτω ὑμῖν ὡς θέλετε». Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώμων.

.           Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς



 ΠΗΓΗ:  «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ» (orp.gr/?p=325)

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ι. ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΧΡΥΣΙΝΟΥ (Καλαμπάκας)

Ὺπὸ Δρ. Ἰωάννου Καλλιανιώτου

Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου
Economics/Finance Department
The Arthur J. Kania School of Management
University of Scranton
Scranton, PA 18510-4602
U.S.A.

Α´. Ὁδοιπορικόν
Β´. Ἐμφανίσεις τῆς «Κυρίας τοῦ Χρυσίνου»
Γ´. Ἐπίλογος

Γιὰ νὰ διαβάσετε ὅλο τὸ κείμενο σὲ καλὴ (ἐκτυπώσιμη) μορφή,
πατῆστε ἐδῶ
IeraMoniKeimenon

Γιὰ νὰ δεῖτε φωτογραφίες τῆς ἱ. Μονῆς,
πατῆστε ἐδῶ
IeraMoniPhoto

, , , ,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΗ “ΕΠΕΜΒΑΣΗ” ΤΟΥ ΑΓ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ

Συγκλονιστικὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος κατὰ τῶν Παπικῶν

12 Νοεμβρίου 1716 –
Ὁ Ἅγ. Σπυρίδων ἀποτρέπει τοὺς Παπικοὺς (Ρωμαιοκαθολικοὺς)
ἀπ’ τὸ νὰ χτίσουν ἀλτάριο στὸν ναό του!

.         Τὸ 1716 οἱ Τοῦρκοι πολιόρκησαν στενὰ τὴν Κέρκυρα. Πενήντα χιλ. στρατὸς καὶ ἀρκετὰ καράβια κύκλωσανε τὸ νησὶ καὶ τὸ ἀπειλοῦσαν ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα. Τὰ βαρβαρικά στρατεύματα εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὸ ἀκρότειχος τῆς πόλεως. Ὁ Πιζιάνης, ποὺ ἦταν ἀρχηγὸς κατὰ τὴν πολιορκία ἐκείνη τῶν δυνάμεων τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας, περίμενε τὴν μεγάλη ἐπίθεση τῶν ἔχθρων.
.           Τὰ ξημερώματα ὅμως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἦταν 11 Αὐγούστου τοῦ 1976, παρουσιάζεται στὰ βαρβαρικὰ στίφη ὁ Ἅγιος Σπυρίδων. Στὸ δεξὶ χέρι κρατοῦσε ἀστραφτερὸ ξίφος. Μὲ θυμὸ τοὺς ἔδιωξε καὶ τοὺς τρομοκράτησε. Τὰ ἔχασαν οἱ Ἀγαρηνοὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ ἐκείνη παρουσία καὶ ὁρμὴ τοῦ Ἁγίου. Ἄφησαν ὅπλα καὶ ζῶα καὶ ἔφυγαν πανικόβλητοι. Σε λίγο ἔμαθαν ὅλοι ὅτι εἶχε συμβεῖ τὸ μεγάλο θαῦμα.
.           Πῆγαν ἀκολούθως στὸ στρατόπεδο τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ εἶδαν, ὅτι ἐκεῖνοι ἀπὸ βιασύνη τῆς φυγῆς τῶν, τὰ εἴχανε ἐγκαταλείψει ὅλα. Βρῆκαν 120 κανόνια, ἄφθονα ζῶα, ἀρκετὸ ὁπλισμὸ καὶ πολλὰ πυρομαχικὰ καὶ τρόφιμα.

.           Μετὰ τὸ ζωντανό, ἐκπληκτικὸ καὶ ὁλοφάνερο αὐτὸ θαῦμα τῆς νήσου ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, ὁ Ἀνδρέας Πιζάνης, ποὺ ἦταν Ἐνετός, καὶ ἐξουσίαζε τὴν Κέρκυρα, θέλησε, σὰν παπικὸς που ἦταν, νὰ κτίση μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος στὴν Κέρκυρα καὶ παπικὸ «ἀλτάριον», δηλ. Ἁγίαν Τράπεζαν. Σ’ αὐτὸ τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς καὶ ὁ παπικὸς Ἐπίσκοπος τῆς νήσου..
.           Φανερώθηκε ὅμως στὸν Πιζάνη καθ’ ὕπνον ὁ Ἅγιος Σπυρίδων καὶ τοῦ εἶπε:
- Γιατί μὲ ἐνοχλεῖς; Εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ «ἀλτάριον» τῆς ἰδικῆς σου πίστεως εἰς τὸν Ναόν μου.
.           Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ διοικητὴς στὸν παπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε, ὅτι ἦταν φαντασία τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ τὸν ἐμποδιση ἀπὸ τὸ καλὸν ἔργον… Ὁ Πιζάνης πῆρε ἀπὸ αὐτὸ θάρρος. Διέταξε ἀμέσως νὰ ἑτοιμάσουν τὰ ὑλικά, τὰ μάρμαρα, τὸν ἀσβέστη κ.λ.π. γιὰ νὰ κτίσουν τὸ «ἀλτάρι». Τὰ σώριασαν ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.
.           Ὅταν εἶδαν αὐτὸ οἱ ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες προύχοντες τῆς νήσου, στενοχωρήθηκαν. Παρουσιάσθηκαν στὸν διοικητὴ Πιζάνη καὶ τὸν παρακαλεσαν νὰ τὸ σταματήσει καὶ νὰ μὴ τὸ κάνη αὐτὸ τὸ ἔργο. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι διοικητὴς καὶ εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ κάμει.
.           Τότε οἱ Ὀρθόδοξοι γύρισαν καὶ παρακάλεσαν θερμὰ τὸν Ἅγιο, νὰ σταματήσει τὸ ἀνοσιούργημα.
.           Τὴν ἴδια ἐκείνη νύχτα παρουσιάζεται στὸν διοικητὴ πάλιν ὁ Ἅγιος σὰν καλόγερος καὶ τοῦ λέγει:
.           – Σοῦ εἶπα νὰ μὴ μὲ ἐνοχλῆς. Ἂν τολμήσης νὰ κάνης αὐτό, ποὺ ἀποφάσισες, θὰ μετανοιώσης πικρά, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά.
.           Τὸ πρωὶ τὰ ἀνεκοίνωσε αὐτὰ ὁ διοικητὴς στὸν παπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος τὸν ἐπέπληξε ὡς ἄτολμο καὶ ὀλιγόπιστον. Τότε ὁ διοικητὴς ξαναπῆρε θάρρος καὶ διέταξε ν’ ἀρχίση τὸ κτίσιμο τοῦ «ἀλταρίου» μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου. Οἱ Παπικοὶ πανηγυριζαν ἀπὸ τὴν χαρά τους καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι ἐλυποῦντο κατάκαρδα. Εἶχαν πένθος καὶ λύπη ἄφατη καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Ἅγιο νὰ τοὺς φυλάξει ἀπὸ τὴν παπικὴ βεβήλωση…
.           Ὁ Ἅγιος τοὺς ἄκουσε καὶ ἐπενέβη ἀποφασιστικὰ καὶ κεραυνοβόλα. Τὴν νύχτα ἐκείνη ξέσπασε φοβερὴ θύελλα μὲ κεραυνούς. Ἡ θύελλα καὶ οἱ κεραυνοὶ ἔπληξαν κυρίως τὸ φρούριο «Καστέλι». Ἐκεῖ ἤτανε καὶ τὸ διοικητήριο τοῦ Πιζάνη καὶ οἱ πυριτιδαποθῆκες. Αὐτὰ ἔγιναν παρανάλωμα τοῦ πυρός. Ἀπὸ τὴν ἔκρηξη σκοτωθήκανε 900 ἄνθρωποι, στρατιῶτες καὶ πολίτες, ὅλοι παπικοί, διότι ἀπαγόρευαν νὰ κατοικοῦν καὶ νὰ διανυκτερεύουν Ὀρθόδοξοι μέσα στὸ Κάστρο.
.           Ὁ Πιζάνης βρέθηκε νεκρός, μὲ σφηνωμένο τὸν λαιμό του μεταξὺ δύο δοκῶν. Τὸ πτῶμα τοῦ παπικοῦ Ἐπισκόπου βρέθηκε ἐκτιναγμένο σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση, ἔξω ἀπὸ τὸ φρούριο, ἐκεῖ ποὺ χύνονταν τὰ ἀπόβλητα τῆς πόλεως.
.           Τὸ δὲ καταπληκτικότερο εἶναι ὅτι τὴν ἴδια νύχτα καὶ τὴν ἴδια ὥρα, ἄλλος κεραυνὸς ἔπεσε στὴν Βενετία, στὸ μέγαρο τοῦ Πιζάνη καὶ κατέκαψε τὸν ζωγραφικὸ πίνακα μὲ την προσωπογραφία τοῦ Πιζάνη, χωρὶς νὰ βλάψει κανένα ἄλλο πράγμα, ἐνῶ καὶ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου ἔπεσε κάτω τὸ καντήλι ποὺ εἶχε δωρήσει ὁ Πιζάνης εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος τῆς ἀπομακρυνσεως τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸ νησὶ (τὸ σημάδι ἀπὸ τὴν πτώση φαίνεται καὶ σήμερα).
.           Ὁ φρουρὸς τῆς πυριτιδαποθήκης, πρὸ τῆς καταστροφῆς, εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ τὸν πλησιάζει μὲ ἀναμμένη δάδα, καὶ νὰ τὸν μεταφέρει, χωρὶς γρατσουνιά, κοντὰ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἐσταυρωμένου.

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.com (ἀπὸ proskynitis.blogspot.com)

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ (Κυρ. Ι´ Λουκ.)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ (04.11.11)

(Λουκ ιγ΄ 10-17)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές. Ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.
Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; Καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾿ αὐτοῦ.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ἐδίδασκε ἕνα Σάββατον ὁ Ἰησοῦς εἰς μίαν ἀπὸ τὰς συναγωγάς. Καὶ ἦτο ἐκεῖ μιὰ γυναῖκα, ποὺ εἶχε πνεῦμα ἀσθενείας ἐπὶ δέκα ὀκτὼ χρόνια καὶ ἦτο σκυμμένη καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σταθῇ ὅλως διόλου ὀρθή. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐκάλεσε καὶ τῆς εἶπε, «Γυναῖκα, εἶσαι ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια σου»· καὶ ἔβαλε ἐπάνω της τὰ χέρια, αὐτὴ δὲ ἀμέσως ἀνορθώθηκε καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.
Ἔλαβε τότε τὸν λόγον ὁ ἀρχισυναγωγός, ἀγανακτισμένος διότι ὁ Ἰησοῦς ἐθεράπευσε κατὰ τὸ Σάββατον, καὶ εἶπε εἰς ἐκείνους ποὺ παρευρίσκοντο ἐκεῖ, «Ὑπάρχουν ἕξη ἡμέρες ποὺ ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία· τότε νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε καὶ ὄχι τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου». Ὁ Κύριος ἀπεκρίθη, «Ὑποκριτά, δὲν λύνει καθένας ἀπὸ σᾶς, κατὰ τὸ Σάββατον, τὸ βόδι του ἢ τὸν ὄνον του ἀπὸ τὸν σταῦλον καὶ τὸν φέρνει νὰ τὸν ποτίσῃ; Αὐτὴ δὲ ποὺ εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὴν εἶχε δεμένη ὁ Σατανᾶς ἐπὶ δέκα ὀκτὼ χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ αὐτὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου;». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ, ὅλοι οἱ ἀντίπαλοί του ἐντροπιάζοντο, ἐνῷ ὅλον τὸ πλῆθος ἔχαιρε δι’ ὅλα τὰ ἔνδοξα πράγματα ποὺ αὐτὸς ἔκανε.

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ

 «Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ
ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε…»

περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .           Ὅλος ὁ λαὸς χάρηκε μὲ τὸ νέο θαῦμα ποὺ τέλεσε ὁ Κύριος θεραπεύοντας μία συγκύπτουσα –δηλαδὴ πολὺ καμπουριασμένη– γυναίκα στὴν Συναγωγή. Ὑπῆρξε ὅμως καὶ κάποιος, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δὲν χάρηκε μὲ τὸ θαῦμα, ἀλλὰ ἀγανάκτησε. Ἦταν ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὁ ὁποῖος ἀντέδρασε ἔντονα, δῆθεν διότι ὁ Κύριος θεράπευσε τὴν γυναίκα αὐτὴ ἡμέρα Σάββατο, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου ποὺ ἔκρυβε μέσα του πρὸς τὸν Χριστό, [Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στηριζόμενος στὸν Νόμο, ἐπικαλούμενος τὴν διάταξη τοῦ Νόμου ἔντυσε τὸ πάθος του μὲ τὴν νομιμοφάνεια…! Ἡ ὑποκρισία καὶ ὁ φθόνος μέσα στὴν ἐξωτερικὴ τήρηση τοῦ Νόμου κρύβονται.] ὁ Ὁποῖος γινόταν ἀποδέκτης τῶν ἐπιδοκιμασιῶν τοῦ πλήθους.
.           Μ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸ πάθος τοῦ φθόνου θὰ ἀσχοληθοῦμε στὴ συνέχεια καὶ θὰ δοῦμε πρῶτον, πόσο μεγάλη ζημιὰ προκαλεῖ· καὶ δεύτερον, πῶς μποροῦμε νὰ τὸ καταπολεμήσουμε.

 1. Πάθος καταστρεπτικὸ

.           Τί εἶναι ὁ φθόνος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τόσο μεγάλη ζημιά; Ο Μ. Βασίλειος σὲ μία θαυμάσια σχετικὴ ὁμιλία του δίνει ἕνα πολὺ συνοπτικὸ ὁρισμὸ τοῦ πάθους αὐτοῦ λέγοντας ὅτι ὁ φθόνος «λύπη ἐστὶ τῆς τοῦ πλησίον εὐπραγίας» (ΕΠΕ 6, 133). Εἶναι δηλαδὴ λύπη γιὰ τὶς χαρὲς καὶ τὶς ἐπιτυχίες τοῦ ἄλλου, ἐκφράζεται ὅμως καὶ ἀντιθέτως ὡς χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση γιὰ τὶς ἀποτυχίες καὶ τὶς θλίψεις του. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, ἀδικεῖ βέβαια τοὺς ἄλλους, ἀδικεῖ ὅμως καὶ τὸν ἑαυτό του.
.           Καὶ ἀδικεῖ μὲν τοὺς ἄλλους ὁ φθονερὸς ἄνθρωπος, διότι ὁ φθόνος τὸν ὁδηγεῖ σὲ ψέματα, συκοφαντίες, σὲ ἔντονες διαμάχες καὶ πράξεις ἐκδικητικές, καὶ κάποτε σὲ κάτι ἀκόμη πιὸ φοβερό: στὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου. Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ παραδείγματα στὴν παγκόσμια ἱστορία καὶ στὴν Ἁγία Γραφὴ ποὺ μαρτυροῦν τὶς καταστρεπτικὲς συνέπειες τοῦ φθόνου. Ὁ φθόνος ἦταν ποὺ ὤθησε τὸν Κάιν νὰ σκοτώσει τὸν ἀδελφό του τὸν Ἄβελ. Παρομοίως καὶ τὸν Ἰωσὴφ ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ ἀδέλφια του, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸν φθονοῦσαν. Ὁ φθόνος ἐπίσης τῶν Ἰουδαίων ἔγινε αἰτία γιὰ νὰ διαπραχθεῖ ἡ μεγαλύτερη ἀδικία καὶ τὸ φρικτότερο ἔγκλημα ὅλων τῶν ἐποχῶν: ἡ σταύρωση τοῦ Κυρίου. Τόσο πολὺ τυφλώνει τὸ πάθος αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο!
.          Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ φθονεῖ ἀδικεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του, διότι ἀντὶ νὰ ἀνακαλύψει τὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ τὶς εὐλογίες ποὺ τοῦ παρέχει, ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἐπιτυχίες τῶν ἄλλων καὶ βασανίζεται ἀπὸ τοὺς λογισμούς του. «Γιατί αὐτὸς καὶ ὄχι ἐγώ;…», σκέπτεται, καὶ ἡ σύγκριση αὐτὴ παραλύει τὶς δυνάμεις του, γιὰ νὰ δημιουργήσει κάποιο ἔργο μὲ βάση τὶς δικές του ἱκανότητες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καταδικάζει τὸν ἑαυτό του σὲ ἀπραξία καὶ ἀδράνεια, σὲ στενοχώρια καὶ μελαγχολία.
.           Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔλεγε ὅτι ὁ φθόνος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ «πᾶσι τοῖς καλοῖς διοχλεῖ», δηλαδὴ ἐνοχλεῖ τοὺς καλούς, διότι ἀδικοῦνται ἀπὸ τὸν φθονερό, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη «τήκει τοὺς ἔχοντας», λιώνει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὸ πάθος.

2. Πῶς ἀντιμετωπίζεται

 .           Πῶς ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ ἀπάνθρωπο αὐτὸ πάθος;
.        Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ ἐπισημάνουμε τὸ πάθος αὐτὸ μέσα μας καὶ νὰ τὸ ὁμολογήσουμε. Διότι συμβαίνει συχνὰ νὰ δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας, λέγοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ νιώθουμε δὲν εἶναι φθόνος ἀλλὰ «δίκαιη» τάχα ἀγανάκτηση, ἐπειδὴ μᾶς παραγκωνίζουν καὶ δὲν μᾶς ὑπολογίζουν, ἐνῶ τὸν ἄλλον «ἄδικα» τὸν ἐκτιμοῦν τόσο πολύ. Ὅταν λοιπὸν διακρίνουμε ὅτι ὑπάρχει μέσα μας αὐτὸ τὸ φοβερὸ πάθος, ὀφείλουμε νὰ τὸ ἐξομολογηθοῦμε καὶ νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Πνευματικό μας τὴν συμβουλή του.
.           Ἔπειτα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ καταφύγουμε σὲ θερμὴ προσευχή. Μάλιστα ἐκεῖνο ποὺ ἐπιφέρει καίριο πλῆγμα στὸ δαιμονικὸ αὐτὸ πάθος εἶναι τό νὰ προσευχόμαστε εἰλικρινὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ φθονοῦμε καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τοῦ χαρίζει ὑγεία, χαρά, εἰρήνη καὶ κάθε εὐλογία καὶ ἐπιτυχία στὴν ζωή του.
.           Τέλος, πολὺ βοηθητικὸ εἶναι νὰ ἐπιβάλλουμε στὸν ἑαυτό μας νὰ κάνει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς ὑπαγορεύει τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ἐπὶ παραδείγματι, ἀντὶ νὰ κακολογοῦμε αὐτὸν ποὺ φθονοῦμε, νὰ τὸν ἐπαινοῦμε. Ἂν πάλι τὸν δοῦμε νὰ πετυχαίνει καὶ νὰ τιμᾶται, νὰ τρέξουμε, νὰ τὸν συγχαροῦμε μὲ εἰλικρίνεια. Ἐπίσης, ἂν τυχὸν βρεθεῖ σὲ δύσκολη θέση μὲ κάποια ἀρρώστια ἢ ἄλλη δοκιμασία, ἐμεῖς νὰ τοῦ συμπαρασταθοῦμε μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο. Αὐτὴ ἡ καλωσύνη, ἡ ἄδολη καὶ ἁγνὴ ἀγάπη θὰ διώξει ὁριστικὰ τὸν φθόνο ἀπὸ τὴν ψυχή μας.

 *   *   *

.           Φθόνος. Ἕνα πάθος παράλογο καὶ καταστρεπτικό. Αὐτὸ ἔσπρωξε τὸν διάβολο νὰ βγάλει τοὺς πρωτοπλάστους ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἀποξενώνει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὸ χειρότερο, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Λυτρωτή μας Κύριο νὰ μᾶς ἐλευθερώνει καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος καὶ νὰ μᾶς χαρίζει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εἰρήνη πρὸς ὅλους!

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2034, 01.12.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Ἡ κοίμηση καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου

 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Σώτου Χονδρόπουλου:
Ὁ Ἅγιος του αἰώνα μας – ὁ Ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλὰς
– Ἀφηγηματικὴ Βιογραφία.
Ἔκδ. Ἱ. Κοινοβ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης. B´ Ἔκδ. Σελ. 269-274

.        Στὸ ἀπόμακρο γιὰ κεῖνο τὸν καιρὸ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, τὸ Ἀρεταίειο, ἡ γραμματεία ἔπαιρνε ἀπ’ ἔξω ἐντολὴ καὶ ἔδινε μέσα ἐντολὴ νὰ κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στὸν μικρὸ παθολογικὸ θάλαμο, γιὰ ἕναν γέροντα καλόγερο ἀπὸ τὴν Αἴγινα.

.        Τὸν ἔφεραν κάποιο μεσημέρι δύο καλόγριες κι ἕνας μέτριος στὸ ἀνάστημα σαραντάρης, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μπῆκαν ἀνησυχοῦσε καὶ κρυφόκλαιγε. Ἔκαναν τὶς διατυπώσεις τῆς εἰσόδου καὶ παραμονῆς του στὸ θεραπευτήριο καὶ ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο καλόγριες ἔφυγε.
.        Στὸν θάλαμο ποὺ τὸν τοποθέτησαν ἦταν ἄλλα τέσσερα κρεββάτια, ὡστόσο μόνο τὰ δύο ἦταν πιασμένα. Στὸ διπλανὸ τοῦ γέροντα τῆς Αἴγινας ἀναπαυόταν ἕνας ἄντρας περίπου σαραντάρης ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων.
.        Ἦταν ἐπαρχιώτης οἰκογενειάρχης, εἶχε πέσει σ’ ἕνα γκρεμὸ ἀπὸ τὸ ζῶο του, χτύπησε κι ἀπὸ τότε τὸν ἔσερναν μὲ τὰ φορεῖα. Στὸ παρακάτω, ἔμενε κάποιος γέροντας συνταξιοῦχος δάσκαλος, μὲ οὐρολογικὴ κι αὐτὸς πάθηση.
.        «Τί νομίζεις γερόντισσα Εὐφημία, ἔκανε κάπου στὸν προθάλαμο σιγανασαίνοντας καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά του ὁ ἄντρας, θὰ κάνει τὴν ἐγχείρηση, θ’ ἀντέξει στὸ μαχαίρι;»
.        Ἐκείνη ἀπόμεινε συλλογισμένη.
.        «Τί θ’ ἀπογίνουμε δίχως τὴν εὐλογημένη του καθοδήγηση, πῶς θὰ ζήσουμε χωρὶς τὴν προσευχή του;», συνέχισε ὁ ἄντρας.
.        «Ἐλπίζω, κύριε Σακκόπουλε, ἀποκρίθηκε τέλος ἡ καλόγρια μισοταραγμένη. Ὁ καλὸς Θεὸς θὰ λυπηθεῖ τὴν ἀδελφότητα, δὲν θὰ ἐπιτρέψει ν’ ἀπομείνουμε εἴκοσι ὀκτὼ ψυχὲς ὀρφανές.»
.        «Ὦ ἀδελφὴ Εὐφημία, σ’ αὐτὸν ὀφείλω τὰ πάντα. Καὶ κυρίως τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς μου. Αὐτὸς μὲ εἰσήγαγε εἰς τὸ εὖρος, τὸ ὕψος καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἔχει ὁ Κύριος. Ἀπὸ νωρὶς ἔχασα τὴν μητέρα μου καὶ τὸ ξεπέρασα, πρόπερσι ἀναπαύθηκε κι ὁ πατέρας μου, ἄνθρωπος ὅλο αὐταπάρνηση κι εὐγένεια καὶ τὸ κατάπια. Ἂν μᾶς ἐγκαταλείψει κι ὁ ἅγιος γέροντας, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ὁδηγὸς καὶ μεσίτης εἰς τὸν Θεόν, θὰ καταντήσω δυστυχής, θὰ παραμείνω δεντρὶ στὴν ἔρημο…»
.        Ἡ καλόγρια τὸν ἀνακοίταξε μὲ κάποια στοργὴ καὶ κούνησε τὸ κεφάλι.
.        Πέρασε ὁ πρῶτος μήνας, πέρασε κι ὁ δεύτερος.
.        Δὲν πρόλαβε νὰ κάνει ἐγχείρηση, δὲν πρόλαβε νὰ περάσει ἀπὸ μαχαίρι.
.        Ἡ Ἀθήνα συγκλονιζόταν ἀπὸ ἰαχὲς καὶ ἀλλαλαγμοὺς γιὰ τὴν ἐκλογικὴ ἥττα τοῦ Βενιζέλου, γιὰ τὶς ἀλλαγὲς στὴν Κυβέρνηση, γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ ἐξόριστου Βασιλιᾶ Κωνσταντίνου, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι συζητοῦσαν, σχολίαζαν τὴν ἔκπτωση τοῦ Μελετίου καὶ τὴν ἐπανενθρόνιση τοῦ Θεοκλήτου, ὅταν ὁ χλωμὸς ἀσκητικὸς ἐκεῖνος γέροντας, ὁ καλόγερος τῆς Αἴγινας, ἔβλεπε ξαφνικὰ καταμπροστά του ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους κατὰ χιλιάδες νὰ τὸν ὑποδέχονται.
.        Στάθηκε λίγο προτοῦ ξεψυχήσει κι ἀφουγκράστηκε. Ἀπὸ ψηλὰ κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ὁλόγλυκια φωνὴ σὲ ξένη χώρα τὸν καλοῦσε. «Εἴσελθε τέκνον, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Σὲ ἀναμένει ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος.»
.        «Εἰς ἐμέ, εἰς ἐμὲ τὸ λέγεις Κύριε;», πρόλαβαν νὰ ψιθυρίσουν γιὰ στερνὴ φορὰ τὰ χείλη του.
.        Κι ἀνοίγοντας τὸ στόμα νὰ πάρει ἀνασεμιά, εἶδε πὼς μεταφέρεται. Παρέδωσε τὴν ἅγια του ὑπομονετικὴ ψυχὴ στὸν ἀγαπημένο του Ἀφέντη. Στὸν Ἀφέντη τῶν οὐρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.
.        Ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀναστατώθηκε.
.      «Σεβασμιώτατε, Σεβασμιώτατε, ἀνέκραξε μὲ λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, ποῦ εἶναι ὁ κύριος Σακκόπουλος;… Τὸ τηλέφωνο παρακαλῶ, τὸ τηλέφωνο…
.        Ἦρθε μία σαβανώτρα ἀπὸ τὸ προσωπικό του νοσοκομείου νὰ βοηθήσει τὴ γερόντισσα. Τὸ νεκρὸ σῶμα, μοσκομύριζε… Θεὲ καὶ Κύριε ! … Κάτι πῆγε νὰ πεῖ ἡ γερόντισσα δὲν τὸ μπόρεσε. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἔβγαλαν τὴ μάλλινη φανέλλα καὶ τὴν πέταξαν πρόχειρα στὸ διπλανὸ κρεββάτι. Κι ὥσπου νὰ προχωρήσουν νὰ τελειώσουν μὲ τὰ σάβανα, ὁ διπλανὸς ἄρρωστος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε ὄρθιος, ἀμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στὰ πόδια του κι ἔκανε τὸ σταυρό του.
.        «Σηκώθηκα, περπατάω! ἀνέκραξε δυνατά, Θεέ μου, ἔγινα καλά! Τί ἔχει αὐτὴ ἡ φανέλλα;»
.        Γιὰ δές, ἦταν στ’ ἀλήθεια ὄρθιος, περπατοῦσε !
.        Δὲν καλοκατάλαβαν, ἀπόμειναν νὰ χάσκουν. Τὸ νεκρὸ σῶμα μοσκομύριζε… Ἡ γερόντισσα πῆρε τὴ φανέλλα, τὴν ἔβαλε ἕνα κουβάρι στὸ ράσο της. Τὰ χέρια της ἔτρεμαν.
.        Ἀπόρησαν oι γιατροί, ἀπόρησε καὶ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου, ὅταν ἔμαθαν πὼς ὁ φτωχὸς ρασοφόρος ἀπὸ τὴν Αἴγινα, ἦταν ἄλλοτε γενικὸς διευθυντὴς στὴ Ριζάρειο καὶ ἦταν λέει… Δεσπότης!
.        Μία νύχτα θρήνου πέρασε ἡ γερόντισσα Εὐφημία.
.        Ἀργὰ τὸ πρωὶ ἔφθασε ἕνας φίλος Ἀρχιμανδρίτης, ἱεροκήρυκας, ὁ Παντελεήμων Φωστίνης καὶ λίγο πιὸ ἔπειτα ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ἄγγελος Νησιώτης, διαλεκτὸς μαθητής του στὴ Ριζάρειο καὶ δημιουργὸς ἀργότερα κατηχητικῶν σχολείων. Ἔφθασε σωστὸ ἀνθρώπινο ράκος κι ὁ Κωστὴς Σακκόπουλος. Παράγγειλαν τὸ φέρετρο, παράγγειλαν τὴ νεκροφόρα καὶ λίγo ἀργότερα ξεκίνησαν γιὰ τὸν Πειραιά.
.        Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς, ἡ «Πτερωτή», θὰ σήκωνε ἄγκυρα γιὰ τὴν Αἴγινα ἀκριβῶς στὶς δύο τὸ μεσημέρι. Ἡ νεκροφόρα μὲ λογῆς – λογῆς διατυπώσεις, ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἔφθασε ἐμπρὸς στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Πειραιά, λίγo μετὰ τὶς δώδεκα. Ὁ Ναὸς βρέθηκε κλειστός, ὅλοι oι ἁρμόδιοι κι ὁ νεωκόρος, ἔλειπαν γιὰ μεσημεριάτικη διακοπή.
.        Αὐθόρμητα μαζεύτηκε ὁλόγυρα στὸ πεζοδρόμιο κόσμος. Ἀπὸ λαλιὰ σὲ λαλιά, ἀκούστηκε, μαθεύτηκε στὴν ἐργατικὴ πόλη, ἡ Κοίμηση τοῦ γέροντα τῆς Ριζαρείου. Κι ἕνας λαὸς περικύκλωσε τὸ φέρετρο.
.        Καθὼς τὸ ἔφεραν σιμὰ στὰ σκαλοπάτια τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ πάρουν τουλάχιστον μία φωτογραφία στὴν πόλη καὶ στὸ χῶρο ποὺ τόσο εἶχε κηρύξει κι ἀγαπήσει, κι ἄνοιξαν τὸ καπάκι, μούδιασαν, τά ᾽χασαν… Παρατήρησαν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο, τὸ καταπληκτικό. Ἀπὸ τὴν ἤρεμη καὶ γαλήνια μορφὴ ἔσταζε κάτι σὰν ἱδρώτας ποὺ μοσκομύριζε… Θεὲ καὶ Κύριε !
.        Ὁ Κώστας ὁ Σακκόπουλος σαστισμένος ἔτρεξε κι ἀγόρασε ἀπὸ τὸ περίπτερο ἕνα πακέτο μπαμπάκι καὶ σκούπισε σιγὰ – σιγὰ καὶ ἁπαλὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τὸν μοσκομύριστο ἱδρώτα. Μερικοὶ τότε ἔπεσαν ἐπάνω του, τοῦ ἅρπαξαν τὶς τοῦφες τὸ μπαμπάκι, τὸ ἔφερναν εὐλαβικὰ στὸ μέτωπό τους, ἄλλοι τὸ ἔκρυβαν στὶς τσέπες τους, ἄλλοι τὸ παράχωναν στὸ στῆθος.
.        «Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι ἐλαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναξαν καὶ oἱ ἄνδρες ποὺ σήκωναν τὸ φέρετρο, ἕτοιμοι νὰ τὸ ξαναφέρουν στὴ νεκροφόρα.
.        Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτὴ» ἔφθασε στὶς τέσσερις παρὰ κάτι, ἀπόγευμα στὴν Αἴγινα μὲ τὴ σημαία «μετζάστρα» (μεσίστια) στὸ πλωριὸ κατάρτι.
.        Προτοῦ ἀράξει στὸ μῶλο, ὁ καπετάνιος σφύριξε τρεῖς φορὲς πένθιμα καὶ συνθηματικά. Στὰ γαλανὰ νερὰ τοῦ Σαρωνικοῦ ταξίδευε τὸ Ἱερὸ Λείψανο ἑνὸς ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Ἑνὸς Κληρικοῦ ποὺ δὲν καυχήθηκε ποτὲ γιὰ κάτι δικό του. Ἑνὸς Ἱερομόναχου ποὺ εὐαρέστησε τὸν Ἅγιο Θρόνο μὲ τὴν ὑπακοή, τὸ ταπεινὸ φρόνημα, τὴν ὑπομονή, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη.
.        Ἀμέτρητος λαὸς πλημμύρισε κάτω τὴν παραλία. Ὅλος σχεδὸν ὁ Κλῆρος, ὅλοι oι Ἱερομόναχοι, ὅλες oι καλόγριες ἀπὸ τὰ ντόπια Μοναστήρια. Οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν σιωπηλά, μερικὲς στέναζαν, μερικὲς μοιρολογοῦσαν. «Παππούλη μας, προστάτη τῆς φτωχολογιᾶς, τί θ’ ἀπογίνουμε τώρα ποὺ μᾶς ἄφησες ὀρφανὲς καὶ μόνες;»
.        Διακόσιοι τόσοι ἄντρες τσακώθηκαν ποιὸς θὰ σηκώσει τὸ φέρετρο. Ἦταν oι φίλοι του, oἱ ψαράδες τοῦ γιαλοῦ, οἱ σφουγγαράδες ποὺ ταξίδευαν καὶ βουτοῦσαν πέρα στὴν Τζιμπεράλτα καὶ στὸ Τούνεζι κι ἔφερναν σφουγγάρια τῆς εὐλογίας μὲ χαραγμένο στὴ μέση τὸν Τίμιο Σταυρό, ἐργάτες ποὺ δούλεψαν στὴ Μονὴ κι ἔφαγαν ψωμὶ ἀπὸ τὰ χέρια του, oἰκοδόμοι, ἀγρότες, ἀμπελουργοί, ἐπαγγελματίες καὶ πλανόδιοι.
.        Ὁ δήμαρχος μὲ τὸν ἀστυνόμο γιὰ νὰ τοὺς φέρουν σὲ λογαριασμό, τοὺς χώρισαν σὲ τετράδες καὶ ὑπολόγισαν τὸ δρόμο κάπου δύο ὧρες καὶ κάτι, ὤσαμε τὸ Μοναστήρι. Σὲ λίγο τὰ πάντα τακτοποιήθηκαν καὶ ἡ πομπὴ ξεκίνησε.
.        Ἦταν κάτι τὸ ριγηλὸ καὶ συγκινητικό. Ποτὲ ἡ Αἴγινα δὲ θυμόταν ἕνα τέτοιο ξόδι. Αὐθόρμητα ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἀγκάλιασε τὸ Λείψανο – Θησαυρὸ τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ της καὶ τὸ ἔφερνε μὲ σφιχτὴ ἀνασεμιὰ στὴ θέση Ξάντος. Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε τὴν πόλη καὶ τὴν παραλία. Οἱ καμπάνες στοὺς Ναοὺς σιγοχτυποῦσαν ὅπως τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ’ ὅλες τὶς πόρτες καὶ δροσερὰ λουλούδια ἔπεφταν ἀπὸ γριὲς καὶ νιὲς καὶ δροσερὲς παρθένες. Ἕνα πλῆθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρεῖτες ἀκολουθοῦσαν σιωπηλοί.
.        «Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι ἐλαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαγκαδιές, καθὼς σήκωναν τὸ φέρετρο κι ἑτοιμάζονταν ν’ ἀλλάξουν βάρδια.
.        Τὸ Μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ἀτελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογῆς ἄνθρωποι, γνωστοί, ἄγνωστοι, καταλαχάρηδες τοῦ βουνοῦ, τοῦ λόγγου, τῆς ἀκρογιαλιᾶς. Ὅλοι τους εἶχαν διάθεση νὰ παρασταθοῦν, νὰ προσευχηθοῦν, νὰ ξενυχτήσουν, νὰ κλάψουν.
.        Σ’ ὅλο τοῦτο τὸ πλῆθος καὶ στὶς καλόγριες τῆς ἀδελφότητας ποὺ ἔκλαιγαν σὰν μικρὲς νεαρὲς κοπέλες, ξεχώριζε ἡ φυσιογνωμία τῆς Ἡγουμένης, τῆς Ὁσίας Ξένης, τῆς τυφλῆς. Στάθηκε κάποια στιγμὴ καταμπροστὰ στὸ φέρετρο, πάνω στὴ γαλήνια κι εὐγενικὴ μορφή, ποὺ θαρροῦσες ὅτι λαφροκοιμόταν, τὴ μορφὴ τοῦ πνευματικοῦ πατέρα καὶ ὁδηγοῦ, τοῦ εὐεργέτη καὶ προστάτη της καὶ μὴ μπορώντας μὲ τὰ τυφλὰ μάτια νὰ δεῖ, νὰ προσέξει τὸν ἱδρώτα – Μύρο ποὺ κυλοῦσε ἀπὸ τὸ μέτωπο, τὸ ἔνιωσε σὰν ὄσφρηση, σὰν εὐωδιὰ καὶ μένοντας ἀκίνητη καὶ κάνοντας τρεῖς φορὲς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶπε: «Ὁ πατέρας μας δὲν πέθανε. Ζεῖ, μᾶς βλέπει καὶ προσεύχεται ἀπόψε γιά μας. Τὸ Μοναστήρι μας θὰ προκόψει, δὲν θὰ τὸ ἀφήσει ὁ Κύριος. Ὅταν ζοῦσε καὶ τὸν ἀπολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο καὶ ὁδηγό, αὐτὸ πάντα μᾶς ἔλεγε. Αὐτὴ τὴν Προφητεία: Ἀπὸ ἐδῶ, μᾶς ἔλεγε, κόρες μου, ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἐρημιές, σὲ μερικὰ χρόνια θὰ διαβαίνουν ἅμαξες, θὰ περνᾶ πλῆθος ὁ κόσμος μὲ ἀφιερώματα, χρυσάφια καὶ λαμπάδες. Καὶ ἐμεῖς οἱ ἄπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ὁ Σεβασμιώτατος, ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀνησυχία. Ἀδελφές μου, μὴ κλαῖτε, ἀδέλφια μου μὴ θρηνεῖτε. Ἡ Αἴγινα καὶ ἡ Ἑλλάδα ἀπέκτησε ἕναν Ὅσιο, ἕνα σημερινὸ ἱκέτη ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἐσταυρωμένο».
.        Τὰ λόγια της σκέπαζαν τοὺς κρυφοὺς λυγμούς της ἀπὸ μία Θεϊκὴ Δύναμη καὶ Χάρη. Τὰ λόγια της ἔπεσαν στὸ πλῆθος μὲ τέτοια ἁρμονία ποὺ γλύκαναν εὐθὺς ὅλες τὶς καρδιὲς καὶ γιὰ κάμποσο χρονικὸ διάστημα τῆς νύχτας, ἀπόδιωξαν τὶς μελαγχολικὲς σκέψεις τοῦ θανάτου.
.        Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες κράτησε τὸ λαϊκὸ τοῦτο προσκύνημα. Καὶ τὸ Λείψανο ἀδιάκοπα ἔσταζε ἱδρώτα-Μύρο καὶ σκορποῦσε ὁλοτρόγυρα Εὐωδία! Μία ἀπὸ τὶς τρόφιμες τῆς ἀδελφότητας ἀνησύχησε. «Θὰ πρέπει νὰ ἐπισπεύσουμε τὸν ἐνταφιασμό, πέταξε μὲ σπουδὴ στὴν Ὁσία Ξένη. Δὲν μπορεῖ, γερόντισσά μου, σῶμα εἶναι, θὰ βρωμίσει». Τὸ βράδυ ποὺ κοιμήθηκε, εἶδε ὁλοζώντανο σιμά της τὸν γέροντα ντυμένο στὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια.

.        «Σεβασμιώτατε», ἀνέκραξε. Καὶ γονάτισε νὰ τοῦ ἀσπασθεῖ τὸ χέρι.
.        «Βρωμᾶ παιδί μου, τὸ χέρι μου;», τὴ ρώτησε ἐπιτιμητικά.
.        «Μοσκομυρίζει Σεβασμιώτατε», ψιθύρισε.
.        «Τί μυρίζει;»
.        «Λιβάνι καὶ ἀλόη.»
.         «Τότε μὴ φοβεῖσαι καὶ διὰ τὸ Λείψανον.»
.        Ξύπνησε καταφοβισμένη. Ἔτρεξε στὸ φέρετρο, ἀσπάσθηκε τρεῖς φορὲς τὰ κρινοδάχτυλα τῶν χεριῶν. Καὶ ξαναπρόσεξε ποὺ ἔτρεχε συνέχεια στὴ μορφὴ ἱδρώτας – Μύρο.
.        Φυσικὰ φρόντισαν καὶ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. Θὰ τὸν τοποθετοῦσαν ἐκεῖ πλάγια στὸ Ναό, χαμηλὰ στὸ πεῦκο. Στὸ καταπράσινο καὶ φουντωτὸ βελονόφυλλο δεντρὶ ποὺ τόσο αὐτὸς καμάρωνε κι ἀγαποῦσε. Ἐκεῖ, ποὺ κάποτε ἡ πρώτη ἐκείνη γερόντισσα κάτοικος, σὰν ἔσκαβε γιὰ νὰ τὸ φυτέψει, τοσοδούλι καὶ μικράκι, ἄκουσε τὴν παράδοξη φωνή: «Ἄφησε τόπο γιὰ ἕνα τάφο». Ναί, τώρα ὅλα ξεκαθάριζαν. Ὁ καλὸς Θεὸς εἶχε προδιαλέξει τόπο γιὰ τὸ σκήνωμα τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ Του.
.        Προτοῦ σκεπάσουν τὸ φέρετρο γιὰ τὸν ἐνταφιασμό, ὅλες σχεδὸν oι μαθήτριες καὶ ὑποτακτικὲς ἔφεραν κι ἔριξαν λεμονανθοὺς ἀπὸ τὶς λεμονίτσες ποὺ εἶχε φυτέψει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας μὲ τὸ χέρι του, σὲ διάφορες πρασιὲς ὁλόγυρα ἀπὸ τὸ Ναὸ καὶ παράπλευρα ἔξω.

 ΠΗΓΗ: blogs.sch.gr/kantonopou

,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΕΞΕΛΘΟΝΤΙ Τῼ ΙΗΣΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΗΝ ΥΠΗΝΤΗΣΕΝ ΑΥΤῼ ΑΝΗΡ ΤΙΣ ΟΣ ΕΙΧΕΝ ΔΑΙΜΟΝΙΑ» (Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ)

Tο γίου Γρηγορίου ρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης το Παλαμ,
περί το
: «ξελθόντι τ ησο ες τν γν
πήντησεν ατ νήρ τις κ τς πόλεως
ς εχεν δαιμόνια κ χρόνων κανν

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 347 καὶ ἑξῆς.

.         «Ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει», λέγει ὁ Κύριος, δηλαδὴ ὑπακούει στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ μετατρέπει τοὺς λόγους σὲ ἔργα, ζεῖ καὶ πολιτεύεται κατὰ Χριστόν, ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός, καὶ γίνεται «κληρονόμος μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμος δὲ Χριστοῦ». Ὅποιος ὅμως παρακούει τὸν Θεό, διαπράττει τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ἐπιδίδεται σ’ αὐτὴν ἀμετανοήτως. Εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καὶ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ πονηροῦ», ἀφοῦ μὲ τὴν κακὴν προαίρεση μεταπλάσσει τὴν φύση, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ τὴν ἐξομοιώνει μὲ τὸν πατέρα τῆς ἀπωλείας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους, «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ θέλετε ποιεῖν».
.         Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀθλιότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς φανερὰ δαιμονιζομένους, ἔστω καὶ ἂν διαφεύγουν τὴν προσοχὴ τῶν πολλῶν.
.         Πράγματι, ἐνῶ οἱ δαιμονιζόμενοι κατακόπτουν τὰ σώματά τους καὶ μερικὲς φορὲς βλάπτουν σωματικῶς ὅποιους συναντοῦν, ἐκεῖνοι ποὺ διὰ τῶν πονηρῶν ἐπιθυμιῶν ἔχουν ἐξομοιωθεῖ μὲ τὸν ἀρχέκακον ἐχθρὸ διαφθείρουν τὶς ψυχὲς τὶς ἰδικές τους καὶ ὅσων τοὺς συναναστρέφονται ἀπρόσεκτα. Καὶ ἐνῶ οἱ πρῶτοι στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου ἀποβάλλουν μαζὶ μὲ τὸ σῶμα καὶ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, οἱ δεύτεροι, ἐπειδὴ ἁμαρτάνουν ἀμετανοήτως, ἔχουν ἀθάνατον καὶ ἀναπόβλητον τὴν βλάβην. Ἐπίσης, τὸν ἐνοχλούμενον φανερῶς ἀπὸ τὸν δαίμονα ὅλοι τὸν λυπούμεθα ὅταν τὸν ἀντικρύσωμε, ἐνῶ τὸν φονέα καὶ τὸν φιλάργυρον, τὸν ὑπερήφανον καὶ τὸν ἀναίσχυντον, καὶ τὸν ἀνυπότακτον καὶ ὅλους τους ὁμοίους τῶν, ὄχι μόνον δὲν τοὺς λυπούμεθα, ἀλλὰ καὶ τοὺς μισοῦμε. Διότι ὁ ἕνας περιπίπτει στὸ πάθος ἀκουσίως, ἐνῶ ὁ φιλαμαρτήμων, προσελκύει ἐλευθέρως τὸ κακόν, μερικὲς φορὲς μάλιστα ἀποκρύπτοντας τὴν βλαπτικότητα καὶ τὴν κακοήθεια τῆς νόσου του.
.         Ἐπειδὴ ὅμως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν ἐναντίον μας μανίαν τοῦ διαβόλου, ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις ἐκείνου κατὰ τῆς ψυχῆς καὶ ἀπὸ τὴν συνεργία του στὴν ἁμαρτία, παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ ὑπάρχουν καὶ κατὰ τὸ σῶμα δαιμονοφόρητοι, ὥστε νὰ μάθουμε ἀπὸ αὐτοὺς ὅλοι, πόσον φοβερὰ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ψυχῆς ποὺ ἔκαμε τοῦτον ἔνοικόν της διὰ τῶν πονηρῶν ἔργων. Ὅταν δὲ ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἀπροσμέτρητον πέλαγος φιλανθρωπίας, ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατῆλθε στὴν γῆ, γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου, ἀπεδίωκε τὰ δαιμόνια καὶ ἀπὸ τοὺς φανερὰ κατὰ τὸ σῶμα δαιμονιζομένους. Τὸ ἔκαμε αὐτὸ γιὰ νὰ παρουσιάσει καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὴν φανερῶς ἐνεργουμένην ἐλευθερία καὶ ἴαση, τὴν γινομένην κρυπτῶς ἐλευθερία καὶ ἴαση τῆς ψυχῆς.
.         Πράγματι, καὶ ὅταν ἐχάρισε τὴν θεραπεία στὴν ψυχὴ τοῦ παραλυτικοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἐπευφημήθη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔβλεπαν μόνον τὰ φαινόμενα, ἀλλὰ καὶ ἐβλασφημήθη. Γι’ αὐτὸ ἐθεράπευσε καὶ τὴν σωματικήν του παράλυση, γιὰ νὰ μάθουν, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε πρὸς τοὺς παρόντες, ὅτι «ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας».
.         Κυρίως γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἀπομακρύνει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους, γιὰ νὰ μάθωμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ τοὺς ἀποδιώκει καὶ ἀπὸ τὶς ψυχές μας, καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰωνίαν ἐλευθερίαν.
.         «Ἐξελθόντι γὰρ εἰς τὴν γῆν», σύμφωνα μὲ τὴν ἀναγινωσκομένην σήμερα περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου, «ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν». Ἐξῆλθε, λέγει, ὄχι ἦλθε στὴν ξηρά, γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἦλθε μὲ πλοῖον, ἀφοῦ ἤδη καὶ τὴν θύελλα τοῦ ἀνέμου κατέπαυσε, καὶ τὴν θάλασσαν ἐγαλήνευσε μὲ τὴν ἐπιτίμησή του. Διότι ὅταν ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν ἐπεβιβάσθη στὸ πλοῖο μὲ τοὺς μαθητάς του, εἶπε πρὸς αὐτούς, ὅπως λέγει παραπάνω ὁ Εὐαγγελιστής: «διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν». Ἀπὸ ἐδῶ φαίνεται ὅτι προεῖδε τὸ γεγονός, καὶ ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν ἦλθεν αὐτόκλητος βοηθὸς στὸν βασανιζόμενον τόσον δεινῶς καὶ πολυετῶς ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Ὁ Λουκᾶς λοιπὸν λέγει ὅτι ἦταν ἕνας καὶ εἶχε πολλὰ δαιμόνια, ὁ Μάρκος ὅμως ὁμιλεῖ καὶ αὐτὸς περὶ ἑνός, «ἀλλ’ ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ». Ὁ δὲ Ματθαῖος ἰσχυρίζεται ὅτι ἦσαν δύο μαζὶ καὶ ἐβασανίζοντο ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια.
.         Τὴν αἰτίαν δέ, γιὰ τὴν ὁποίαν ἄλλοι Εὐαγγελισταὶ ὁμιλοῦν γιὰ ἕναν, ἄλλοι δὲ γιὰ περισσοτέρους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ δαιμόνια, τὴν ἐφανέρωσε καὶ ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Μάρκος. Διότι τὸ ἕνα, τὸ ὁποῖον ὁ Μάρκος ὠνόμασεν ἀκάθαρτον πνεῦμα, ἐξεταζόμενο στὴν συνέχεια ἀπὸ τὸν Κύριον λέγει «λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοὶ ἐσμέν». Πράγματι λεγεὼν εἶναι ὁρμαθὸς καὶ πολυάριθμον σύστημα ἀγγέλων ἢ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι στέκονται, μετακινοῦνται μαζὶ καὶ ἀποβλέπουν καὶ κινοῦνται πρὸς ἕνα ἔργον καὶ σκοπόν. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ δαιμονιζόμενοι ἐκεῖνοι, ἐπειδὴ ἐνεργοῦντο καὶ ἐκινοῦντο ἀπὸ ἕνα τοιοῦτο σύστημα, εὑρίσκοντο ἀδιασπάστως μαζὶ στὰ μνήματα καὶ στὰ ὄρη, καὶ μαζὶ ἐβασανίζοντο. Γι’ αὐτὸ ἄλλοτε μὲν καλοῦνται ἑνικῶς, ἄλλοτε δὲ πληθυντικῶς, καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ τοὺς ταλαιπωροῦσαν.
.         Δὲν ἀνεγνώρισε δὲ ἁπλῶς τὸν Ἰησοῦν ὁ λεγεὼν διὰ μέσου τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ «προσέπεσε καὶ φωνῇ μεγάλη ἀνεκραύγασε: τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Δέομαί σου, μὴ μὲ βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ» λέγει, «ὁ Κύριος τῷ ἀκαθάρτω πνεύματι ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου». Ἔχοντας καταπλεύσει ἐπὶ τούτου ὁ Κύριος ἀπὸ εὐσπλαγχνία στὴν παραλίαν ἐκείνην ὅπου ζοῦσε ὁ δαιμονιζόμενος, διέταξε μὲν τὸν λεγεῶνα τῶν δαιμόνων νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποῦ ὅμως νὰ ἀπέλθει δὲν τοῦ εἶπε. Γι’ αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ παμμίαρον σμῆνος τῶν πονηρῶν πνευμάτων κατελήφθη ἀπὸ ἀμηχανίαν, καὶ ἐφοβήθη μήπως παραδοθεῖ τώρα ἀπὸ τὸν Κύριο στὴν μέλλουσαν καταδίκη, στὴν προετοιμασμένην γι’ αὐτὰ γέεννα τοῦ πυρός, μὲ τὴν ὁποία θὰ παραδοθοῦν σὲ τελείαν ἀκινησίαν, ἀφοῦ θὰ καταργηθεῖ κάθε ἐνέργειά τους. Ἠναγκάσθη λοιπὸν νὰ προσέλθει, καὶ νὰ προσπέσει, χρησιμοποιώντας ταπεινότερα καὶ ἀληθινὰ λόγια πρὸς τὸν Κύριον, τὰ ὁποῖα τὸν ἐμαρτύρησαν ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου. Μέσα στὴν πονηρία τους ἐνόμιζαν ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν μαρτυρία, σὰν μὲ κάποιαν κολακεία, θὰ μεταπείσουν τὸν Κύριον τῶν ὅλων.
.         Καὶ ὁ Κύριος ἀνέχθη τὴν μαρτυρία τῶν δαιμόνων, πρὸς καταρτισμὸν τῶν εὐρισκομένων στὸ πλοῖο. Διότι πρὶν ἀπὸ λίγο, βλέποντας ὁ κόσμος τὰ τόσον μεγάλα θαύματά του στὴν θάλασσα, ἔλεγαν μεταξύ τους μὲ ἀπορία: «τίς ἐστὶν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ»; Τώρα ὅμως ἔμαθαν ὅτι εἶναι «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου». Διότι πάντοτε, ἀκόμη καὶ ὁ διάβολος, εἶναι συνεργὸς στὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὅμως ἐπειδὴ τὸ θέλει οὔτε ἀποβλέποντας σ’ αὐτό. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς θεοφόρους λέγει, ὅτι «τὸ κακὸν συνεργεῖ στὸ ἀγαθόν, ὄχι μὲ καλὴν προαίρεση».
.         Ὁ δὲ Κύριος θέλοντας νὰ φανερώσει στοὺς παρόντες ὅτι ὁ δαίμων ποὺ τόσον φρίττει ἐνώπιόν του δὲν εἶναι ἕνας, ἀλλὰ πλῆθος πολύ, τὸν ἠρώτησε: «τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπεν, λεγεὼν ὀνομά μοι, ὅτι δαιμόνια πολλὰ ἐσμέν». Λέγουν ὁρισμένοι ὅτι τὸ τάγμα τοῦ λεγεῶνος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι περίπου χιλιάδες.
.         «Καὶ παρεκάλουν αὐτόν», λέγει, «ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν». Βλέπεις ὅτι εἶναι ὁ φόβος, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, αὐτὸς ποὺ τοὺς ἠνάγκασε καὶ νὰ προσέλθουν, καὶ νὰ προσπέσουν, καὶ νὰ χρησιμοποιήσουν σχήματα καὶ λόγια ἀληθινὰ καὶ ταπεινότερα. Κοίταξε ὅμως καὶ τὴν Παντοκρατορικὴν ἐξουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πράγματι· ὁ δαίμων καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει τὸν ἐμαρτύρησε Κύριον καὶ τῆς ἀβύσσου. Καὶ ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπιβλέπει ἀβύσσους; Βεβαίως ὁ καθήμενος στοὺς οὐρανούς, αὐτὸς ποὺ περιέχει καὶ κατευθύνει τὰ πάντα.
.         Βλέπε δὲ καὶ ὅτι τὸ στίφος τῶν δαιμόνων δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένει πουθενά, ἂν δὲν ἔχει πάρει ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἄδειαν ἢ τὴν παραχώρηση. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν προσετάχθη ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε ἐντολὴν ποῦ νὰ ἀπέλθει, κατελήφθη ἀπὸ μεγάλην βία, καὶ εὗρε ὡς καταφύγιον τοὺς χοίρους, οἱ ὁποῖοι ἔβοσκαν στὸ ὄρος, ὥστε νὰ διαφύγει δι’ αὐτῶν. Ἀλλὰ οὔτε κατ’ αὐτῶν εἶχεν ἀπὸ μόνον του τὴν ἐξουσία, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν τὴν ἔχει ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Διότι, λέγει «ἦν ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει. Καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους ἀπελθεῖν. Καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους. Καὶ ὄρμησεν ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη». Τὰ δαιμόνια λοιπόν, ζητώντας δῆθεν πρόφαση φυγῆς, καὶ ἔχοντας κακοποιὸ προαίρεση, ἐζήτησαν τὴν ἄδεια κατὰ τῶν χοίρων, ἐπειδὴ ὁ Σωτὴρ τὰ ἐδίωκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐσυνειδητοποίησαν ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνη δὲν ἐδιώκοντο ἀπὸ ἕναν ἢ δύο, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἑνὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὁ Κύριος τοὺς τὸ ἐπέτρεψε, γιὰ νὰ γνωρίσουμε ἐμεῖς ἀπὸ ὅσα ἔπαθαν οἱ χοῖροι, ὅτι οὔτε τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον θὰ ἐλυποῦντο νὰ τὸν καταστρέψουν τελείως, ἂν δὲν ἀνεχαιτίζοντο καὶ πρὶν ἀοράτως ἀπὸ τὴν δύναμιν ἐκείνου.
.         «Ἰδόντες δέ», λέγει, «οἱ βόσκοντες, ἔφυγον. Καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγροὺς τὸ γεγονός». Λάβετε τώρα παρακαλῶ στὸν νοῦ σας τὸν ἄσωτον υἱὸν τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἐσώθη μὲ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τοὺς χοίρους, γιὰ νὰ καταλάβετε ποιοὶ ἦσαν αὐτοὶ ποὺ ἔβοσκαν τοὺς χοίρους, ἢ μᾶλλον ποιοὶ ὁμοιάζουν μὲ αὐτούς. Πράγματι ὁ χοιρώδης βίος ἐξ αἰτίας τῆς ἀκαθαρσίας του, συμβολίζει κάθε πονηρὸν πάθος. Καὶ χοῖροι εἶναι κυρίως αὐτοὶ ποὺ περιφέρουν τὸν ρυπωμένον ἀπὸ τὴν σάρκα χιτώνα. Προϊστάμενοί τους, ἕνα εἶδος βοσκῶν, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερέχουν ἀπὸ αὐτοὺς στὴν ἡδυπάθεια, καὶ λαμβάνουν πρόνοιαν γιὰ τὴν σάρκα καὶ τὴν δίαιτά τους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐκπληρώνουν τὴν ἐπιθυμία τους.
.        Σ’ ἐμᾶς ὅμως δὲν ἐπιτρέπει ὁ χρόνος οὔτε, ὅπως βλέπετε, ὁ θόρυβος τοῦ πλήθους, νὰ ἀσχοληθοῦμε λεπτομερῶς μὲ τὴν συνέχεια, ποία δηλαδὴ εἶναι ἡ γύμνωσις ποὺ προκαλεῖται στὴν ψυχὴν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποίαν ὑπεδήλωνε ὁ δαιμονιζόμενος ἐκεῖνος, καὶ ποία ἡ διαβίωσις στὰ ὄρη (διότι, λέγει «ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασι») καὶ ποῖες οἱ ἁλυσίδες, οἱ χειροπέδες καὶ τὰ δεσμὰ τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ἔσπαζε καὶ ἔφευγε διωκόμενος.
.         Ἀλλὰ ἂς ἀποφύγωμε καὶ ἐμεῖς, μάλιστα οἱ μοναχοί, τὴν συναναστροφὴ καὶ συμβίωση μὲ τοὺς χοίρους. Διότι κατὰ τὸ Σολομώντειον λόγιον «φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί», καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καθένας εναι γίνεται μοιος μ τος συντρόφους του. Τί τὸ ὄφελος νὰ φύγεις ὁριστικῶς ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ καταφύγεις στὰ ἀφιερωμένα στὸν Θεὸν φροντιστήρια, νὰ ἐξέρχεσαι ὅμως καθημερινῶς ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ συμφύρεσαι πάλι μὲ τὸν κόσμο; Πῶς, εἰπέ μου, τριγυρνώντας στὶς ἀγορὲς θὰ ἀποφύγεις τὰ προσανάμματα τῶν παθῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, ποὺ χωρίζει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν Θεόν; Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος «ὁ ἀναβαίνων εἰς ἡμᾶς διὰ τῶν θυρίδων», οἱ ὁποῖες εἶναι μέσα μας, δηλαδὴ τῶν αἰσθήσεων. Αὐτὲς ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ ἐκπέσουν ἀπὸ τὴν ἀθανασίαν καὶ οἱ προπάτορες ἐκεῖνοι.
.         Ἂς φύγωμε λοιπὸν ὅλοι μας μακριά, ἄλλοι ἀπὸ τὴν συμβίωση μὲ τὰ κακά, ἔστω καὶ ἂν μᾶς φαίνεται ὅτι ὑπερτεροῦμε πολλῶν στὴν καταγωγὴ καὶ στὴν δόξα καὶ στὴν σωματικὴν ρώμη καὶ στὸν ὑλικὸν πλοῦτο, καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ὁμοίωση πρὸς τοὺς χοίρους, λαμβάνοντας στὸν νοῦ μας τὴν λίμνην ἐκείνη τοῦ ἀσβέστου πυρός, μέσα στὴν ὁποίαν, φεῦ!, θὰ πέσουν ὅσοι ἀμετανοήτως ὑπηρετοῦν τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων. Καὶ βλέποντας τὸ βάραθρον στὸ ὁποῖον κρημνίζονται, ὅταν ἀποθαίνουν, ὅσοι μέχρι τὸ τέλος τοὺς ὁμοιάζουν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μὲ τοὺς χοίρους, ἂς ἀπομακρυνθοῦμε ἀνεπιστρόφως ἀπὸ τὸν ὄντως δυσώδη βίον τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἂς προσέλθωμε ἔτσι καλῶς καὶ δικαίως στὴν πηγὴν τῶν μύρων, τὴν ὁποία μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεός, καὶ ἐκχύνεται διὰ τῆς λάρνακος ἀπὸ τὴν σορὸν τοῦ ἐντοπίου μας Χριστομάρτυρος (Δημητρίου).
.         Καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν χρήση τούτων ἁγιασθοῦμε καὶ ἐνισχυθοῦμε, νὰ κηρύττωμε καὶ στοὺς ἀγροὺς καὶ στὶς πόλεις, ὅπου καὶ ἂν εἴμεθα, τὴν θειοτάτην δύναμη καὶ ἐνέργειαν τοῦ θείου αὐτοῦ μύρου. Δὲν ἐννοῶ μὲ τὴν γλώσσα καὶ τὰ λόγια (διότι ποῖος δὲν ἤκουσε μὲ τὴν ἰδικήν του ἀκοὴ τὴν συρροὴ τῶν θαυμάτων ποὺ γίνονται ἐδῶ;), λλ μ τν μεταβολν τς ζως μας πρς τ καλλίτερον, στε βλέποντάς μας λοι ν επον, «αὕτη λλοίωσις τς δεξις τοῦ ψίστου», μὲ τὴν ὁποία δεξιὰν ἔχει ζωγραφηθεῖ ὁ μέγας Δημήτριος, καὶ διὰ τῆς ὁποίας μετασχηματίζει αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησιάζουν πρὸς τὸ θειότερον, ὥστε νὰ ἔχει καὶ στὸν οὐρανὸν συμπολίτες αὐτοὺς ποὺ εὐτύχησαν νὰ εἶναι στὴν γῆ συγκάτοικοί του. Αὐτὸ εἴθε νὰ συμβεῖ μὲ τὶς πρεσβεῖες ἐκείνου, καὶ νὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι τὶς ὑπεσχημένες οὐράνιες μονές, καὶ τὴν ἐκεῖ συνοίκηση μὲ τοὺς ἁγίους, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ἀμήν.

 Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς
ΠΗΓΗ: «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»

, , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ

Ὁμιλία  ωάννου, το Ξιφιλίνου,
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως 
«περ τς ναστάσεως το υο τς χήρας»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,

Ἅγιον Ὄρος, σελ. 319 καὶ ἑξῆς.

.       Τὸ μέγα μυστήριον τῆς Ἀναστάσεως τὸ διδασκόμεθα ἀπὸ τὸν Σωτήρα μας καὶ Θεὸν τόσον μὲ λόγια, ὅσον καὶ μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα. Καὶ στὰ παραγγέλματα καὶ στὶς διδαχὲς καὶ στὶς θαυματουργίες του, ὁ Κύριος ἀρχίζει ἀπὸ τὰ κατώτερα, καὶ προχωρεῖ πρὸς τὰ μεγαλύτερα. Σὰν μὲ κάποια σκαλοπάτια ἀνεβαίνει ἀπὸ τὰ χαμηλότερα στὰ ὑψηλότερα, καὶ σιγὰ-σιγὰ ἀνυψώνει τὸ ἀνθρώπινον γένος στὴν δόξα καὶ τὴν γνώση καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς Θεότητός του. Μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἰδεῖ αὐτὸ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις, ἰδιαιτέρως ὅμως στὴν προκειμένην ὑπόθεση.
.       Πρῶτα λοιπόν ὁ Κύριος ὑπέδειξε καὶ προανήγγειλε τὴν δύναμη τῆς Ἀναστάσεως στὴν περίπτωση μιᾶς βαριᾶς ἀσθενείας, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἠμποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτε, ὅταν ἐπετίμησε τὸν πυρετὸ ποὺ ἔκαιγε τὴν πενθερὰ τοῦ Πέτρου, καὶ προεκάλεσε τέτοιαν ἀλλαγὴ στὴν κατάστασή της, ὥστε καὶ νὰ τὴν ἐνισχύσει στὴν διακονία τῶν ἐπισκεπτῶν, ἐκείνην ποὺ ὅλοι ἐπερίμεναν πὼς θὰ ἀποθάνει.
.       Ἔπειτα προσθέτει κάτι περισσότερο στὴν ἐκδήλωση τῆς δυνάμεώς του ὁ φιλάνθρωπος, καὶ προχωρεῖ πάλι σὲ μεγαλύτερο θαῦμα, τὸ ὁποῖον ἔγινε στὸν δοῦλο τοῦ ἑκατοντάρχου ποὺ ἔπασχε ἀπὸ πολὺ σοβαρὴν ἀσθένεια, ἡ ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει στὸ χεῖλος τοῦ θανάτου. Ὅταν αὐτὸς εἶχε φθάσει στὶς τελευταῖες του ἀναπνοὲς καὶ προσήγγιζε στὶς πύλες τοῦ Ἅδου, τότε ἐκλήθη ὁ Δεσπότης, καὶ ἐπροθυμοποιήθη κατ’ οἰκονομίαν νὰ ἔλθει κοντά του. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς αἰτήσεως καὶ τῆς πίστεως τοῦ ἑκατοντάρχου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Κύριε, εἰπὲ λόγον καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου», μόνον μὲ τὸ πρόσταγμά του ἀνέστησε αὐτὸν ποὺ ὅλοι ἐπίστευαν ὅτι εἶχε ἤδη σχεδὸν ἀποθάνει, χωρὶς οὔτε νὰ πλησιάσει καθόλου σ’ ἐκεῖνον τὸν τόπον. Ἀλλὰ ἔστειλε ἀπὸ μακριὰ τὴν ὑγεία στὸν ἑτοιμοθάνατο, τὴν ἴδιαν ὥρα ποὺ ἔδωσε τὸ πρόσταγμα. Ἔτσι ὁ δοῦλος ἀπηλλάγη ἀπὸ τὴν νόσο, καὶ ἐπανῆλθε στὴν προηγουμένην καὶ ἀκόμη καλλιτέραν ὑγεία καὶ κατάσταση. Ὢ δύναμις προστάγματος! Πράγματι φωνὴ δυνάμεως ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Δαβίδ: «ἰδοὺ δώσει τὴν φωνὴν αὐτοῦ φωνὴν δυνάμεως». Διότι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δεσπότης εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο: «Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γεννηθήτω σοι», τότε καὶ ἡ ἀρρώστια ἀμέσως ἀπεχώρησε ἀπὸ τὸν νέον.
.       Ἔπειτα παρουσιάζει ὁ Κύριος τὴν δύναμή του καὶ μὲ ἄλλην μεγαλυτέραν θαυματουργίαν, ὅταν ἐπῆγε στὴν πόλη Ναΐν. Διότι πλησιάζοντας ἐκεῖ, συνήντησε τὸν υἱὸν τῆς χήρας, ὁ ὁποῖος εἶχε ξεψυχήσει, καὶ εἶχε μείνει γιὰ πολὺν χρόνο στὸ φέρετρο, ἤδη δὲ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸν τάφο. Αὐτὸν τὸν ἀνέστησε τότε παραδόξως καὶ τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ὅπως μᾶς φανερώνει σαφέστατα ἡ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ Εὐαγγελίου.
.       Βλέπουμε ἐδῶ τὸν μεγαλουργὸν Θεὸν καὶ Δεσπότην, τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστὸν νὰ θαυματουργεῖ θαῦμα μέγα, νὰ ζωοποιεῖ ἡ Ζωή, νὰ ἀνιστᾶ ἡ Ἀνάστασις, καὶ νὰ ἐγείρει τὸν νεκρὸν τὴν ὥρα τῆς κηδείας. Μὲ τὸ θαῦμα αὐτὸ μᾶς βεβαιώνει καὶ μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὴν προσδοκωμένην κοινὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καὶ συγχρόνως δεικνύει ἀπὸ πρὶν τὴν ἰδικήν του ζωηφόρο καὶ Θείαν Ἀνάσταση, φανερώνοντας τὴν δι’ αὐτῆς λύτρωση καὶ ἐλευθερία μας, καθὼς καὶ τὴν σωτηρία καὶ τὴν αἰωνία ζωή. Διότι λέγει, ὅτι καθὼς ἐπλησίαζε στὴν πύλη τῆς πόλεως, ἐκείνη τὴν ὥρα ἐκηδεύετο ἕνας νεκρός, τὸ μονάκριβο παιδὶ μίας χήρας. Ἦλθε κοντὰ στὴν πύλη τῆς πόλεως Ναῒν ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας, ἡ πύλη τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ προσέταξε ὁ Ζωοδότης νὰ σταματήσουν τὸν θρῆνο. Ὅταν ὁ Δεσπότης τοὺς συνήντησε, ἐκράτησε τὸ ξυλοκρέβατο καὶ εἶπε στὴν μητέρα τοῦ νεκροῦ: Μὴ κλαῖς, γυναίκα, ἄφησε τὸ πένθος σου νὰ ἠρεμήσει, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Παῦσε τὸν ὀδυρμό, παῦσε τοὺς θρήνους, κράτησε τὰ δάκρυά σου. Καταργεῖται ἐντὸς ὀλίγου ἡ αἰτία τῶν δακρύων σου, τὸ πένθος δίδει τὴν θέση του στὴν χαρά.
.       Καὶ πλησιάζοντας ἤγγισε τὴν σορό. Ἐκεῖνοι ποὺ τὴν μετέφεραν, ἐστάθησαν γεμάτοι ἔκπληξη καὶ ἀπορία. Ποῖος εἶναι αὐτός, καὶ μὲ ποῖον σκοπὸ ἔβαλε τὸ χέρι του ἐπάνω στὴν σορό; Καὶ καθὼς ἐπερίμεναν ἔκθαμβοι καὶ προσδοκοῦσαν νὰ ἰδοῦν τί θὰ συμβεῖ, ἐφώναξε τὸν νεκρὸν ὁ Χριστός, καὶ τοῦ εἶπε: «Σοὶ λέγω νεανίσκε, ἐγέρθητι». Καὶ ἔτσι μὲ τὸν λόγο καὶ τὴν ἁφὴν ἀνέστησε τὸν νεκρόν, ὁ ὁποῖος ἐλαλοῦσε τώρα ἐνώπιον ὅλων.
.       ν μποροσε Χριστς μόνο μ λόγο ν κάνει τ θαμα, γγίζει μως τν κλίνη, γι ν μάθωμε τι τ σμα το Χριστο κα Θεο μς εναι σμα τς ζως κα τς θανασίας, κα τι ατς εναι κενος πο πλασε στν ρχ μ τ χραντα χέρια του τν νθρωπο, κα μ τ θεο κα νοερν μφύσημά του το δωσε νον κα ζωή. Ἐπίσης ὅτι στὸ τέλος αὐτὸς μέλλει νὰ ἀναστήσει μὲ σάλπιγγα τὴν ἀνθρωπίνην φύση, καὶ ἀφοῦ ἐγείρει τοὺς νεκρούς, νὰ ἀποδώσει στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του. Διότι εἶναι κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια, γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι τὸν ἀκολουθοῦν δὲν θὰ χρειασθοῦν ὁδηγόν. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ποὺ λέγω εἶναι ἀλήθεια καὶ ὄχι ψεῦδος, μακάριοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὸ πιστεύουν.
.       Ἐπειδὴ δὲ εἶναι καὶ ζωή, ὅσοι ἐκπληρώνουν τὶς ἅγιες ἐντολές του, καὶ ἂν ἀποθάνουν θὰ ζήσουν, ὅπως πάλι λέγει ὁ ἴδιος σὲ ἄλλο σημεῖο: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνει ζήσεται». Καὶ «ἐὰν τὶς τὸν λόγον μου τηρήσει, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσει εἰς τὸν αἰώνα».
.       Δέχονται μὲν στὶς ἀκοές τους τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ δαίμονες καὶ ἄνθρωποι φαῦλοι, ἀλλὰ ὅταν πρόκειται γιὰ τὸν λόγο τῆς σωτηρίας δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλὴ ἀκρόασις, οὔτε γιὰ τὴν ζωὴν ἡ μάθησις, ἀλλὰ πρέπει κανεὶς νὰ τηρήσει καὶ νὰ ἐκπληρώσει ὅ,τι ἤκουσε. Δὲν θὰ ἀντικρύσει λοιπὸν θάνατο σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες ὁ σταθερὸς φύλακας τῶν θείων ἐντολῶν καὶ προσταγμάτων τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ Κύριος, χι βέβαια πειδ καταργε τν σωματικν θάνατον, λλ πειδ ς Θες πο εναι, δν τν θεωρε ς θάνατον. Ἐπειδὴ φυσικὰ γιὰ τὸν Θεὸν ὄχι μόνο τὸ νὰ ζωοποιεῖ τὸ νεκρὸ καὶ τὸ φθαρμένον εἶναι εὔκολον, ἀλλὰ νὰ ὁδηγεῖ καὶ τὸ ἀνύπαρκτο στὴν γέννηση. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγει: Νεανίσκε σοὶ λέγω καὶ σὲ προστάζω, σήκω ἐπάνω. Σὲ σένα τὸν ἀποθαμένο τὸ λέγω. Δὲν σοῦ βάζω ἢ ἐμφυσῶ ἄλλην ψυχὴν ἀντὶ γιὰ ἐκείνην ποὺ εἶχες, ἀλλὰ τὴν ἰδίαν ἀνακαλῶ κυριαρχικῶς, νὰ ἐπιστρέψει μὲ τὴν δύναμή μου.
.       Λάβε ζωὴν καὶ σήκω ἐπάνω, διέταξε ὁ Δεσπότης, καὶ ὁ δοῦλος ὑπήκουσε στὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου, κι ἀφοῦ ἐψυχώθη καὶ ἐκινήθη, ἀνεκάθισε καὶ ἄρχισε νὰ ὁμιλεῖ ἐμπρὸς σὲ ὅλον τὸν κόσμο, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι εἰσῆλθε κάποιο πονηρὸν πνεῦμα καὶ ἐκίνησε τὸ σῶμα, καὶ ἄρα τὸ γεγονὸς ἔγινε μὲ φαντασία καὶ ἀπάτη. Γι’ ατ κα νεκάθισε νεκρς κα λαλοσε, πρς κανν πόδειξη τς κοινς κα καθολικς ναστάσεως τν νεκρν.
.       Διότι αὐτὰ εἶναι βέβαια καὶ ἀσφαλῆ σημεῖα τῆς Ἀναστάσεως. Πράγματι, σῶμα ἄψυχον οὔτε νὰ καθίσει οὔτε νὰ ὁμιλήσει ἠμπορεῖ. Ἐν συνεχείᾳ τὸν ἔδωσε στὴν μητέρα του, πρὸς μεγαλυτέραν ἀπόδειξη καὶ ἐπιβεβαίωση τοῦ γεγονότος. Καὶ ἐπειδὴ τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα ἦταν τόσο παράδοξον, ὥστε προξένησε φόβο καὶ κατάπληξη σὲ ὅσους εὑρέθησαν τότε ἐκεῖ, ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι: «Προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ». Δὲν εἶχαν ἀκόμη σχηματίσει τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Σωτὴρ Χριστὸς εἶναι Θεός. Ὅμως οὔτε αὐτὸ ἦταν μικρό, τὸ νὰ θεωροῦν τὸν Κύριον ὡς μεγάλον Προφήτη καὶ μεγαλύτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους Προφῆτες, καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν νομοδότη Μωυσῆ. Σιγὰ-σιγὰ προχωρώντας θὰ ἀνέβαιναν καὶ σὲ ὑψηλοτέραν ἀντίληψη, καὶ θὰ ἐπίστευαν ὅτι εἶναι Θεὸς ἀληθινός.
.       Ἡ φήμη τοῦ θαύματος διεδόθη τότε σὲ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ σὲ ὅλα τὰ περίχωρα. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐδημιουργοῦσε πολλοὺς μάρτυρες τοῦ γεγονότος, ὥστε οἱ φθονεροὶ Ἰουδαῖοι ὅσον καὶ νὰ θέλουν νὰ τὸν διαβάλλουν καὶ νὰ κρύπτουν τὰ θαύματα, νὰ μὴν ἠμποροῦν. Πράγματι, τόσο πολὺ ἐπεξετάθη ἡ φήμη τῆς ἀναστάσεως τοῦ νεκροῦ καὶ πέραν ἀπὸ τὰ περίχωρα τῆς Ἰουδαίας, ὥστε ἔφθασε καὶ μέχρι τὰ ὦτα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ ἐζοῦσε στὴν ἔρημο.
.       Τρεῖς ἀναστάσεις ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Προφῆτες πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, καὶ τέσσερις ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστόν. Πρώτη ἦταν ἡ ἀνάστασις τοῦ υἱοῦ τῆς Σαραφθίας, ποὺ ἀνέστησε ὁ Ἠλίας. Δευτέρα τοῦ υἱοῦ τῆς Σουμανίτιδος, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἐλισσαῖο. Καὶ τρίτη αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ἐλισσαίου. Ἐπειδὴ ὁ Ἐλισσαῖος ἔλαβε διπλὸ τὸ χάρισμα μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Ἡλιοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μολονότι ἦταν νεκρός, ἀνέστησε νεκρὸν τὸν ὁποῖον ἀπέθεσαν ἐπάνω στὸ σῶμα του. Τετάρτη ἀνάστασις εἶναι τοῦ νέου γιὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλοῦμε, ἡ πρώτη ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Χριστόν. λλ Χριστς δν νέστησε ατν τν νεκρν πως λίας λισσαος, μ προσευχν παράκληση, λλ ξουσιαστικς. Πέμπτη ἀνάστασις εἶναι τῆς θυγατέρας τοῦ Ἰαείρου. Ἕκτη τοῦ Λαζάρου τοῦ τετραημέρου. Ἑβδόμη αὐτὴ ἡ ὁποία ἔγινε στὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, ὅταν «πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἀνεστήθησαν». Αὐτὲς τὶς ἠκολούθησεν ὀγδόη, ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου. λλ τς μν πτ τς διεδέχθη πάλιν θάνατος, δ γδόη μεινε νωτέρα π τν θάνατο. Διότι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνει κατὰ τὸν ὄγδοον αἰώνα, (σημείωση: ὁ γήινος χρόνος ἔχει σὰν μέτρο τὸν ἀριθμὸ ἑπτά. Στὴν συντέλεια θὰ παύσει ἡ μέτρησις αὐτή, γι’ αὐτὸ λέγεται ὅτι θὰ εἰσέλθωμε στὸν ὄγδοο καὶ ἀτελεύτητον αἰώνα) δὲν θὰ διακοπεῖ πλέον ἀπὸ τὸν θάνατον, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀκατάλυτος καὶ αἰωνία.
.       Ἂς προσπαθήσωμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀδελφοί, νὰ ζωοποιήσωμε καὶ νὰ ἀναστήσωμε τὶς ψυχές μας, οἱ ὁποῖες εἶναι νεκρωμένες ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Ἂς προσέλθωμε, παρακαλῶ, στὸν Κύριο, ποὺ ζωογονεῖ τοὺς νεκρούς, ἂς προσπέσωμε καὶ ἂς κλαύσωμε ἐνώπιόν του. Διότι τώρα ἔχουμε ἀνάγκην ἐξομολογήσεως, στὴν ζωὴν αὐτή. Τώρα χρειάζονται προσευχές, τώρα εἶναι καιρὸς δακρύων καὶ στεναγμοῦ καὶ πένθους. Ἂς συντρίψωμε λοιπὸν τὶς καρδιές μας ἐπικαλούμενοι τὸν Δεσπότη. Διότι αὐτὸς εἶναι ἡ λύτρωσις τῆς λύπης, ἡ χαρά, ἡ ἐλευθερία, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις. Ἂς τὸν δοξάσωμε ἀδελφοί μου, ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα καὶ τὰ χείλη, ἀλλὰ μὲ καρδίαν καθαρὰ καὶ μὲ κάθε ἀπάθειαν, μὲ ζωὴν ὅσον τὸ δυνατὸν καλλιτέραν, πολιτευόμενοι ἀκατακρίτως, ἐπειδὴ ἔτσι δοξάζεται ὁ Θεός. «Ὅπως ἂν ἴδωσι», λέγει, «τὰ καλὰ ἔργα ὑμῶν, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ὅλα νὰ τὰ κάνωμε πρὸς δόξαν Θεοῦ, καὶ μὲ καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην, ἂς ἀναφωνήσει ὁ καθένας μας πρὸς αὐτὸν λέγοντας: «Ρῦσαι, Κύριε, ἀπὸ ρομφαίας τὴν ψυχήν μου, ἐκ χειρὸς κυνὸς τὴν μονογενῆ μου».
.       Καὶ ὁ Θεὸς θὰ εἰσακούσει, δὲν θὰ ἀπομακρύνει τὴν βοηθειά του ἀπὸ ἐμᾶς ὁ ἄκακος Κύριος. Ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ κάθε ὀργὴν καὶ κίνδυνον καὶ στενοχωρίαν καὶ θλίψη, θὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ κάθε τυραννίαν, ἐπίθεση καὶ βλάβη τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν μας, καὶ θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸν φοβερὸν θάνατον τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς οὐρανίου Βασιλείας. Διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις καὶ ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας, καὶ σ’ Αὐτὸν προσφέρουμε τὴν εὐχαριστία, «σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ Ἀγαθοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

 Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς
ΠΗΓΗ: «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»

, , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ (Ζ´Κυρ. Ματθ.)

Κυριακή ζ´ Ματθαίου
τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ,

Ὁμιλία μὲ θέμα τοὺς τυφλοὺς, 
οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ἀνέβλεψαν σὲ οἰκία.
Καὶ ὅπου γίνεται ἀναφορὰ
καὶ στὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει κάποιος ἀληθῶς πίστη

χωρὶς ἔργα μετανοίας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελίδες 191 κ. ἑξ.

.     Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς πρὸς χάριν μας, κατὰ τὴν συναναστροφή του μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐθεράπευσε πολλοὺς ὡς πρὸς τὸ σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχὴ τυφλούς. Ἢ μᾶλλον, ἐὰν κανεὶς σκεφθεῖ τὴν ἀνάβλεψη τῆς διανοίας, ποὺ εἶναι ἡ μετάθεση ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη καὶ ἀπὸ τὴν ἄγνοια στὴν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε κἂν νὰ ἀπαριθμήσει τυφλοὺς ποὺ ἀνέβλεψαν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου. Αὐτοὶ εἶναι ἀριθμημένοι μόνον ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀριθμημένες τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας. Ἐὰν ὅμως σκεφθοῦμε τὴν ἀνάβλεψη τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν, καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν θὰ εὕρωμε πολλοὺς νὰ ἔχουν θεραπευθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, ἄλλους μὲ μόνο τὸν λόγο, ἄλλους μὲ τὴν ἁφή. Ὁρισμένους δὲ καὶ μόνον μὲ τὸ νὰ προσπέσουν σ’ Αὐτόν, καὶ μὲ τὸ νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἐπίσης καὶ μερικοὺς ποὺ ἔλαβαν τὴν ἴαση καὶ μὲ τὸ πτύσμα του ἢ καὶ μὲ χρῖσμα πηλοῦ.
.     Πράγματι, ὅταν, καθὼς λέγει ὁ Ματθαῖος, εἶχε ἔλθει κοντὰ στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, «προσῆλθον αὐτῶ ὄχλοι πολλοί, ἔχοντες μεθ’ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφοὺς καὶ ἄλλους πολλούς», οἱ ὁποῖοι ἐρρίφθησαν ὅλοι στὰ πόδια του καὶ τοὺς ἐθεράπευσε, ὥστε καὶ οἱ ὄχλοι τότε νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ τὸν δοξάζουν, βλέποντας κωφοὺς νὰ ὁμιλοῦν, χωλοὺς νὰ περπατοῦν, καὶ τυφλοὺς νὰ ἀναβλέπουν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν εἰσῆλθε «καθήμενος ἐπὶ πώλου», κατὰ τὴν προφητεία, στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τρόπο παράδοξο, ὑμνούμενος ἀπὸ τὰ νήπια ὡς Θεός, ἐθεράπευσε ὅλους τους χωλοὺς καὶ τοὺς τυφλοὺς ποὺ προσῆλθαν ἐκεῖ, ὅπως λέγει ἐπίσης ὁ Ματθαῖος. Καὶ ὅταν ἦλθε στὴ Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αὐτῷ τυφλόν», ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, «καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἅψηται αὐτοῦ». Ὁ δὲ Κύριος, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ἔπτυσε στοὺς ὀφθαλμούς του, ἐπέθεσε σ’ αὐτὸν τὰ χέρια καὶ τὸν ἔκαμε νὰ βλέπει ἀμυδρά. Ἔπειτα ἔθεσε πάλι τὰ χέρια ἐπάνω του καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπει καθαρά. Καθὼς δὲ ἤγγιζε στὴν Ἱεριχώ, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, ἐθεράπευσε μόνο μὲ ἕναν λόγο του τυφλόν, ποὺ εἶχε καθίσει δίπλα στὸν δρόμο καὶ ἐπαιτοῦσε. Μόλις ἐκεῖνος τοῦ ζήτησε τὴν ἴαση τοῦ εἶπε: «ἀνάβλεψον». Ἐξερχόμενος δὲ ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ὅπως λέγει ἐπίσης ὁ Μάρκος, χαρίζει τὴν ὅραση σὲ ἄλλον πάλι τυφλόν, ὀνομαζόμενον Βαρτιμαῖον, υἱὸν τοῦ Τιμαίου, λέγοντας πρὸς αὐτόν, ὅταν τοῦ ἐζήτησε τὴν ἀνάβλεψη: «κατὰ τὴν πίστιν σου γενηθήτω σοι». Ὅταν δὲ εὐρίσκετο στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ εἶδε ἕναν τυφλὸν ἐκ γενετῆς, καθὼς λέγει ὁ Ἰωάννης, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ ζητηθεῖ, ἀλλὰ κινούμενος ἀπὸ μόνη του τὴν ἀγαθότητα, ἀφοῦ ἔπτυσε στὴν γῆ καὶ ἔπλασε πηλό, ἄλειψε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «ὕπαγε, νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ». Ἐπῆγε λοιπὸν καὶ ἐνίφθη. Ὅταν δὲ ἐπανῆλθε, εἶχε ἀποκτήσει τὴν ὅρασή του.
.     Ἀλλὰ καὶ ὅταν εἶχε ἀναστήσει τὴν ἀποθαμένη θυγατέρα τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου, μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅπως θὰ ἀκούσουμε νὰ εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Ματθαῖος, καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες, «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαβίδ». Αὐτὸς εἰσῆλθε μαζί τους στὴν οἰκία καὶ ἀφοῦ ἤγγισε τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», τοὺς ἐθεράπευσε. Ἐκτὸς λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀναφερθεῖ, οἱ τυφλοὶ εἶναι ἕξι. Καὶ νομίζω ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς τυφλοὺς ποὺ εὑρίσκοντο τότε στὴν Ἰουδαία ἢ καὶ στὶς γειτονικὲς περιοχὲς δὲν ἔμεινε ἀφώτιστος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, προεῖπε περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα «κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Ἀλλὰ πῶς δὲν εἶπε ὁ Προφήτης ὅτι ἀπεστάλη γιὰ νὰ δώσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ κηρύξει στοὺς τυφλοὺς ἀναβλέψιν; Ἀκριβῶς, διότι Κύριος δν λθε στὴν γ πρωτίστως γι ν νοίξει τος σωματικος φθαλμούς, λλ τος τς ψυχς, ο ποοι φθαλμο ποκτον τν νάβλεψη δι το εαγγελικο κηρύγματος. Εὐλόγως, λοιπόν, ἡ προφητεία λέγει ὅτι ὁ Κύριος θὰ κηρύξει στοὺς τυφλοὺς ἀνάβλεψη.
.     Ὅπως δὲ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας παραγγέλλει νὰ ζητοῦμε τὰ πνευματικά, λέγοντας «ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον», καὶ ὑπόσχεται νὰ μᾶς προσθέσει καὶ τὰ σωματικά, ἐὰν ἐμεῖς ζητοῦμε τὰ ψυχωφελῆ, λέγοντας «ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», ἔτσι κάμνει καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μας. Διότι ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατῆλθε στὴν γῆ ἀπὸ φιλανθρωπία, γιὰ νὰ διανοίξει μὲ τὸ Εὐαγγελικὸ κήρυγμα τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας, καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν νοητὴ ἀνάβλεψη, προσέθετε καὶ τὴν θεραπεία ὅσων αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν δὲν ἔβλεπαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει πολλὴ ἀντιστοιχία μεταξὺ τῶν δύο ἀναβλέψεων, ἐννοῶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Ὅπως δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς σωματικῶς τυφλούς, ἄλλοι μὲν ἀπέκτησαν ἀμέσως τὴν ἀνάβλεψη, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε «ἀναβλεψον», καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐθεραπεύθη, ἄλλοι δὲ βαθμιαίως, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ πρὶν λάβει τελείως τὴν ἴαση εἶπε ὅτι βλέπει τοὺς ἀνθρώπους σὰν δένδρα νὰ περπατοῦν. Ἔτσι καὶ ὅσοι διὰ τῆς πίστεως ἐδέχθησαν τὴν ἴαση τῶν νοητῶν ὀφθαλμῶν, ἄλλοι μὲν τὴν βρῆκαν ἀμέσως, ὅπως αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τελώνης εὐθὺς ἀνεδείχθη εὐαγγελιστής, ἐνῶ ἄλλοι βαθμιαίως, ὅπως ὁ πάντοτε νυκτερινὸς μαθητὴς Νικόδημος.
.     Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς σωματικῶς τυφλούς, ἄλλοι μὲν ἐπέτυχαν τὴν ἴαση μόνο μὲ λόγον, ὅπως ὁ Βαρτιμαῖος, ἄλλοι δὲ καὶ μὲ ἔργον, (διότι μέσα στοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ Βηθσαϊδά, ἔβαλε καὶ ἀπὸ τὸ πτύσμα του, ἐπειδή, καθὼς φαίνεται, αὐτὸς εἶχε μὲν βλέφαρα, ἀλλὰ κενά, ἀφοῦ εἶχαν ἀδειάσει ἀπὸ τὸ ὑγρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, τὸ ὁποῖο καὶ ἀνεπληρώθη τότε μὲ τὸ θεῖον πτύσμα, ἐνῶ ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς οὔτε βλέφαρα εἶχε, γι’ αὐτὸ καὶ ἐχρειάσθη αὐτὸ τὸ χωμάτινο μίγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδέχθη ἀπὸ τὰ δάκτυλα τοῦ Κυρίου ὑπὸ μορφὴν ζυμωμένου πηλοῦ). Καθὼς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς κατὰ τὸ σῶμα τυφλούς, ἄλλοι μέν, ὅπως εἶπα, ἔλαβαν μόνο μὲ λόγον τὴν ἴαση, ἄλλοι δὲ καὶ μὲ πράξη, ἔτσι καὶ ἐκείνων ποὺ ἔλαβαν τὴν ἴαση τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἡ μετάθεση ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη: ὁρισμένοι χρειάσθηκαν καὶ θαύματα γιὰ νὰ πιστεύσουν, ὅπως συνέβη καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο γιὰ νὰ ἐρωτήσουν «σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;», ἐνῶ ἄλλοι ἔλαβαν μὲ μόνον τὸν λόγο, πιστεύοντας ἀπὸ μόνον τὴν ἀκοή, ὅπως καὶ ὁ ἑκατόνταρχος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος διεκήρυξε ὅτι ὑπερέχει τῶν Ἰσραηλιτῶν κατὰ τὴν πίστη.
.     Τέτοιοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ σύμφωνα μὲ ὅσα μᾶς εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Ματθαῖος, ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Χριστὸν τὴν σωματικὴ ἀνάβλεψη. Διότι εἶναι φανερὸ ὅτι εἶχαν πιστεύσει καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ ὅμως ἦσαν τυφλοί, βεβαίως ἐξ ἀκοῆς ἐπίστευσαν. Διότι λέγει ὅτι καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες καὶ λέγοντες: «ἐλέησον ἡμᾶς υἱὲ Δαβίδ». Πς λοιπν θ κολουθοσαν κα πς κολουθώντας θ ζητοσαν, κα μάλιστα μ κραυγές, τόσο μεγάλη λεημοσύνη, τν νάβλεψη τν φθαλμν τους, ἐὰν δν εχαν πιστεύσει;
.     Ἀλλὰ τὴν πίστη τῶν τυφλῶν τὴν φανερώνουν καὶ τὰ ἀκόλουθα: «Καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ», Ἀπὸ ποῦ ἀπὸ ἐκεῖ;, καὶ γιὰ ποιό λόγο τὸ ἀναφέρει αὐτὸ ὁ Εὐαγγελιστής, καὶ ὄχι μόνον ἐδῶ ἀλλὰ καὶ λίγο παραπάνω, ὅταν λέγει: «Παράγων (δηλαδὴ περνώντας) ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν, εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον», αὐτὸν τὸν Εὐαγγελιστή, τὸν ὁποῖον ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ μὲ μόνον τὸν λόγον μετεμόρφωσε. Ἐγὼ λοιπὸν θεωρῶ ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ λέγει αὐτὸ γιὰ νὰ δώσει ἀφορμὴ στοὺς συνετοὺς ἀκροατὲς νὰ ἐκλαμβάνουν καὶ ἀναγωγικῶς τὰ ἐξιστορούμενα. Ἐὰν δηλαδὴ κανεὶς τὰ ἐξετάσει ἐπακριβῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδεῖ ὅτι ἡ ἱστορία αὐτὴ περιγράφει συνοπτικῶς καὶ ἀνακηρύττει θαυμασίως ὅλη τὴν διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως οἰκονομίαν τοῦ Δεσπότου.
.     Πράγματι, ὁ Κύριος κατοικία εἶχε τὴν Καπερναούμ. Διότι λέγει «ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν», καὶ ἡ πρόσκαιρος αὐτὴ κατοικία ὁπωσδήποτε ἦταν τύπος τοῦ οὐρανοῦ, ἀφοῦ ἔφερε μέσα της Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει: «καὶ σὺ Καπερναοὺμ ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα». Ὁ Κύριος, λοιπόν, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὅπως ἀπὸ τὴν οἰκίαν ἐκείνη «καὶ παράγων ἐκεῖθεν», διῆλθε δηλαδὴ ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐὰν μὲν ἐννοήσεις τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ εὕρεις ὅτι καὶ τοὺς Ἀποστόλους ἐξέλεξε καὶ τὴν τάση τῆς φύσεώς μας πρὸς ἀκαθαρσίαν ἐθεράπευσε. Ἐὰν δὲ ἐννοήσεις ὅτι διήρχετο ἀπὸ τὴν οἰκία τῆς Καπερναούμ, θὰ τὸν εὕρεις ὅτι ἐφανέρωσε τὰ προλεχθέντα μὲ ἔργα. Διότι καὶ τὸν Ματθαῖο μετέτρεψε τότε ἀπὸ τελώνη σὲ Ἀπόστολο καὶ τὴν αἱμορροοῦσα ἐθεράπευσε διερχόμενος ἀπὸ ἐκεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἦλθε μέχρι τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰαείρου, ποὺ εἶχε ἀποθάνει, καὶ μὲ τὴν ζωοποίησή της ἀνέδειξε τὸν ἑαυτό του νικητὴ τοῦ θανάτου, ἐπανέρχεται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐξῆλθε. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν καὶ διερχόμενος πάλι ἀπὸ ἐκεῖ, ἀνοίγει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολούθησαν. Ἔπραξε δηλαδὴ ὅπως τότε ποὺ διήνοιξε τὸν νοῦ τῶν μαθητῶν του, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὶς Γραφές: ἀφοῦ κατέβη ὁ ἴδιος μέχρι τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του κατήργησε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, ἐπανῆλθε καὶ διήρχετο ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξῆλθαν καὶ τὸν ἐκήρυξαν σὲ ὅλη τὴν γῆ, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ γιὰ τοὺς τυφλούς, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀνέβλεψαν, ὅτι «ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ». Βλέπετε μὲ πόση σαφήνεια διαγράφεται ὅλη σχεδὸν ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὴν ἱστορία αὐτή. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ «παράγων ἐκεῖθεν» ἐλέχθη δύο φορές, γιὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἐπάνοδό του. Καὶ μάλιστα κατὰ μίμηση αὐτῆς τῆς ἐξόδου καὶ ἐπανόδου, καὶ ὁ ἱερεύς, ἀφοῦ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ἅγιον Βῆμα καὶ κατεβεῖ μέχρι τὸ χαμηλότερο σημεῖο, ἐπανέρχεται πάλι καὶ ἀποκαθίσταται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐξῆλθε.
.     Καθὼς λοιπὸν ὁ Κύριος διήρχετο κατὰ τὴν ἐπάνοδο, τὸν ἠκολούθησαν δύο τυφλοί, ο ποοι ποτύπωναν τος δύο λαούς, τν ουδαίων κα τν θνικν. Κα κραζαν λέγοντας «λέησον υἱὲ Δαυίδ», δεικνύοντας τι ατς εναι προφητευόμενος κα προσδοκώμενος. Ὁ δὲ Κύριος ἐκπληρώνοντας καὶ τὴν ὑποτύπωση τῆς οἰκονομίας, καὶ δοκιμάζοντας ἀλλὰ καὶ φανερώνοντας τὴν πίστη τῶν τυφλῶν, τοὺς προσπερνᾶ σιωπηλὸς μέχρι νὰ εἰσέλθει στὴν οἰκία ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε ἐξέλθει στὴν ἀρχή. Ἔπειτα λέγει πρὸς αὐτούς: «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Καὶ αὐτοὶ τοῦ ἀπαντοῦν «ναί, Κύριε». Καὶ δὲν ἐρωτᾶ, ἐπειδὴ ἀγνοεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερώσει σὲ ὅσους ἀγνοοῦν τὴν πίστη τῶν τυφλῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀφοῦ ἔψαυσε τοὺς ὀφθαλμούς των, προσέθεσε «κατὰ τὴν πίστιν ἡμῶν γενηθήτω ὑμῖν», καὶ ἀνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τους, μαρτυρώντας καὶ ὅτι ἐκεῖνοι τὸν εἶχαν πιστεύσει, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὐτὸς ἦταν ὅπως τὸν ἐπίστευσαν, Θεὸς δηλαδὴ μαζὶ καὶ ἄνθρωπος. Διότι ὡς ἄνθρωπος μὲν ἦταν υἱὸς τοῦ Δαυὶδ καὶ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ἔψαυσε τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ αἰσθητῶς ὁμίλησε. Ὡς Θεὸς δὲ καὶ Δημιουργὸς ἐφώτισε τοὺς σκοτεινοὺς ὀφθαλμούς. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν ἀκόμη καιρὸς νὰ γίνει φανερὸς σὲ ὅλους, διότι αὐτὸ ἐπεφυλάσσετο γιὰ μετὰ τὸ Πάθος καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του, τοὺς ἐπιτίμησε λέγων, «ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους μὲ πολλὴ σφοδρότητα νὰ ἀποσιωπήσουν τὸ γεγονός. «Οἱ δὲ ἐξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αὐτὸν ἐν ὅλῇ τῇ γῇ ἐκείνῃ». Ὅπως φαίνεται, ἐὰν δὲν τοὺς εἶχε παραγγείλει νὰ σιωπήσουν, θὰ γίνονταν καὶ παγκόσμιοι κήρυκες τῆς δυνάμεώς του. Ἐπειδὴ ὅμως διετάχθησαν, ἀπέφυγαν μὲν νὰ πορευθοῦν μακριά, δὲν βάσταξαν ὅμως νὰ μὴν κηρύξουν στοὺς πλησίον χώρους. Ὥστε οἱ τυφλοὶ ποὺ ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν, ἐφωτίσθησαν τελείως ὄχι μόνον κατὰ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ψυχή.
.     Ἂς ἀκολουθήσουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀδελφοί μου, τὸ φῶς, ποὺ φωτίζει καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα. Ἂς βαδίσουμε πρὸς τὴν λάμψη του καὶ «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν». Ἂς Τὸν δοξάσωμε μὲ ἔργα ἀγαθὰ καὶ ἂς βοηθήσουμε ὅσους μᾶς βλέπουν νὰ Τὸν δοξάζουν καὶ αὐτοί. Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ ἀντίθετο σκότος, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ προστάτης τῆς ἁμαρτίας διάβολος. Ἐκεῖνο τὸ φῶς, ὡς ἥλιος ποὺ εἶναι τῆς καθολικῆς δικαιοσύνης, σωφροσύνης, εἰρήνης, συμπαθείας, ἀνεξικακίας, ἀγάπης καὶ γενικῶς κάθε ἀρετῆς, καθιστᾶ μετόχους αὐτοῦ ὅσους τὸν ποθοῦν. Ἐνῶ τὸ ἀντίθετο σκότος, ὡς σκότος κακίας ποὺ εἶναι, καθιστᾶ ὅσους τὸ πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησικάκους, ἀσπλάχνους, ἀτάκτους, ἅρπαγες καὶ γενικῶς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι εἰπέ μου, π πο θ διακρίνουμε τν πιστ π τν πιστο, τν φωτισμένο π τν φώτιστο, μ λλα λόγια, τν βαπτισμένο κατ Χριστν κα συντεταγμένο μ τν Χριστ π τν βάπτιστο κα συντεταγμένο μ τν διάβολο; χι π τος λόγους, χι π τ ργα, χι π τος τρόπους;
.     Ἐὰν λοιπν κάποιος ξομοιώνεται σ’ ατ μ τος φώτιστους, ν κα λέγει τι εναι βαπτισμένος κατ Χριστόν, εναι σαφς τι δν χει πάψει ν νήκει στν συμμορία κείνων γι τος ποίους πόστολος λέγει: «Θεν μολογοσιν εδέναι (τι τν γνωρίζουν δηλαδή), τος δ ργοις ρνονται, βδελυκτο ντες κα πειθες, κα πρς πν ργον γαθν δόκιμοι». Ποῦ λοιπόν, εἰπέ μου, θὰ κατατάξουμε αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν καὶ συγχρόνως ἀρνοῦνται τὸν Θεό; Μὲ τοὺς πιστούς; Μὲ τὰ ἔργα ὅμως τὸν ἀρνοῦνται. Μὲ τοὺς ἀπίστους; Ἀλλὰ μὲ τὴν γλῶσσα τὸν ὁμολογοῦν. ντως πρόκειται γι να διπρόσωπο τέρας πο εναι δύσκολο ν τ κατατάξεις κάπου. ψαλμωδς Προφήτης μως χει δη λύσει ατ τν πορία λέγοντας: «ποδώσει Κύριος κάστ κατ τ ργα ατο». Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεφάνθη ὅτι αὐτός, ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους του καὶ δὲν τοὺς ἐκτελεῖ, εἶναι μωρός. Ὁ δὲ Παῦλος, ὁ Ἀπόστολος ποὺ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν οὐρανό, λέγει: «ἀποδώσει ὁ Κύριος τοῖς μὲν καθ’ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι, ζωὴν αἰώνιον. …ὀργὴ δὲ καὶ θυμὸς καὶ θλίψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πάσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν». Καὶ πάλιν «οὐχ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῶ, ἀλλὰ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται», καὶ «ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις;» Ὅπως δὲ ἀκριβῶς, ἀδελφοί, ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἔλεγε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι «περιτομὴ ὠφελεῖ ἐὰν νόμον πράττῃς, ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ἦς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονεν (σὰν νὰ μὴν εἶχες δηλαδὴ περιτμηθεῖ)», ἔτσι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο νὰ σᾶς εἰπῶ ὅτι πίστις φελε ἐὰν κανες πολιτεύεται κατ συνείδησιν κα καθαίρει συνεχς τν αυτό του μ ξομολόγηση κα μετάνοια, κα μετατρέπει σ ργο τς συνθκες το γίου Βαπτίσματος. ν μως δν πακούσει στὴν συνείδησή του κα θετε τς συνθκες, πίστη του γίνεται πιστία.
.     Διότι πῶς πιστεύσαμε ὅτι ἀφοῦ ἔχουμε βαπτισθεῖ θὰ σωθοῦμε; Ἐπειδὴ βεβαίως ἀκούσαμε τὸν Κύριο ποὺ εἶπε: ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ τὰ δύο αὐτὰ τὰ εἶπε Ἐκεῖνος, ἡ Αὐτοαλήθεια, τὸ νὰ πιστεύσουμε καὶ τὸ νὰ βαπτισθοῦμε, εναι δύνατον ν σωθεῖ ποιος δν θέλει ν βαπτισθε, στω καὶ ν λέγει τι δθεν πιστεύει, πως κα ατς πο δν πιστεύει, στω καὶ ν χει βαπτισθε. Ἀλλὰ κάθε βαπτισμένος θὰ εἰπεῖ ὅτι πιστεύει. Θὰ ἀκούσει ὅμως ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο: «δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου». Γι’ αὐτὸ καὶ Κύριος συνδέει τν πίστη μ τ Θεον Βάπτισμα, συνάπτοντας τν τήρηση τν ντολν του μ τ Βάπτισμα, δι τς πίστεως. Διότι ἀφοῦ εἶπε προηγουμένως: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει», ἔπειτα προσέθεσε «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται». Τί λοιπὸν λέγει στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἐκηρύχθη ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους του, καὶ τί πρέπει νὰ πιστεύομε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουν οἱ ὑπήκοοί του; Ὁπωσδήποτε ὅτι ὅποιος ἔχει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς πράττει καὶ τὶς τηρεῖ, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ὅτι μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ζωὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουμε τὴν σωτηρία. Καὶ «ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη (ἡ ἀρετὴ δηλαδὴ) ἡμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Διότι αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ τοὺς πρόσταξε νὰ κηρύττουν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου.
.     Ὅποιος λοιπὸν ἀγωνίζεται νὰ τηρεῖ τὶς Θεῖες Ἐντολές, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ πιστεύει. Ἐνῶ ὅποιος δὲν ἀγωνίζεται νὰ τὶς πράττει καὶ νὰ τὶς τηρεῖ, καὶ δὲν θεωρεῖ ζημία τὸ νὰ μὴν τὶς τηρεῖ, οὔτε ἐπαναφέρει τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν μετάνοια στὴν τήρηση τῶν Θείων Ἐντολῶν, δὲν θὰ σταθεῖ οὔτε μαζὶ μὲ τοὺς βαπτισμένους, ἔστω καὶ ἂν λέγει ὅτι ἔχει βαπτισθεῖ. Διότι λέγει «διχοτομήσει αὐτόν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει». Ἀλλὰ αὐτὸ γιὰ ἐμᾶς μὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀπειλή, ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης ἀναμένει φιλανθρώπως τὴν μετάνοιά μας. Ἐνῶ τοὺς Ἰουδαίους τοὺς διχοτόμησε ἀπὸ ἐδῶ, πρὸς σωφρονισμὸ ἰδικόν μας, καὶ τοὺς ἀπαλλοτρίωσε ἀπὸ τὴν πρὸς Αὐτὸν καὶ τὸν Ἀβραὰμ συγγένεια, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς ὑμῶν, τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ θέλετε ποιεῖν». Καὶ πάλιν: «εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ὅτι δὲ αὐτοὶ ἦσαν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἀβραάμ, ποῖος δὲν τὸ γνωρίζει; Ἐὰν λοιπὸν ἡ διαφοροποίηση τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων καταργεῖ καὶ τὴν κατὰ σάρκα συγγένεια, καὶ ἀπομακρύνει καὶ τοὺς ἐξ αἵματος υἱοὺς ἀπὸ τὴν υἱότητα, πῶς ἡ διὰ τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων μας ἀνομοιότης πρὸς Αὐτὸν δὲν θὰ ἀποξενώσει ἀπὸ τὴν Θείαν υἱοθεσίαν, ἐμᾶς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀναγάγωμε οὔτε τὴν κατὰ σάρκα γενεαλογία μας στὸν Χριστό, καὶ δὲν θὰ καταλήξει νὰ μᾶς συντάξει μαζὶ μὲ τὸν νοητὸ ἐχθρό;
.     Αὐτὰ ὅμως καὶ ὁ Κύριος ἀπὸ φιλανθρωπία κατηξίωσε νὰ τὰ εἰπεῖ, καὶ τολμοῦμε νὰ τὰ λέγωμε πρὸς ἐσᾶς καὶ ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποκείμεθα στὰ ἴδια πάθη, ὥστε νὰ μὴν τὰ πράττουμε. Νὰ μὴν τὰ πάθουμε, γιὰ νὰ μὴν καταστήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ὑπευθύνους γιὰ τὴν καταδίκη ἐκείνων ποὺ ὁριστικῶς θὰ ἀποβληθοῦν. Διότι εἶναι δυνατὸν ἐδῶ, ὄχι μόνον νὰ ἀποφύγουμε αὐτὰ μὲ τὴν μετάνοια, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν καρπῶν τῆς μετανοίας νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ ἀφομοιωθοῦμε μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ «ἐξάγει ἀξίους ἐξ ἀναξίων», καὶ νὰ τοὺς υἱοποιεῖ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του μὲ τὸν ὕψιστον Πατέρα, καὶ νὰ τοὺς καθιστᾶ κληρονόμους καὶ συγκληρονόμους τῆς δόξης καὶ τῆς Βασιλείας Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Πατρός.

Ἀμήν.

 ΕΠΕ, Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ τόμ. 10, σελ. 250 

ΠΗΓΗ: «Ὀρθόδοξη Πορεία»

(Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 31 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.