Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Δημ. Νατσιός

ΟΣΟ ΨΗΛΟΤΕΡΑ ΠΗΔΑΕΙ Η ΜΑΪΜΟΥ… ΤΟΣΟ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΕΝΟΔΟΞΕΣ ΚΟΠΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ!

«Ὅσο ψηλότερα πηδάει ἡ μαϊμού…
…τόσο περισσότερο φαίνεται ὁ κῶλος της».

Γράφει ὁ Δ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.         Εὐθύβολη καὶ περιεκτικότατη ἡ λαϊκὴ παροιμία, ἀποτυπώνει, «ἀκραιφνῶς καὶ ἀκιβδήλως», μίαν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Καί, ὡς γνωστόν, τὸ συμπαθέστατο, κατὰ τὰ ἄλλη, αὐτὸ ζῶο, ἡ μαϊμού, ἐκτίθεται ἀπὸ τὴν… πισινή του θέα. Οἱ παροιμίες, σύμφωνα μὲ τοὺς μελετητές, εἶναι συμπυκνωμένοι μύθοι. Ἄρα, ὀφείλουμε, νὰ παραθέσουμε τὸ ἐπιθύμιον, νὰ τὴν προβάλλουμε στὴν ἀνθρώπινη βιοτή. Λοιπόν. Κάποιοι ἄνθρωποι, ἀτάλαντοι καὶ ἀσήμαντοι, «νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, ὀνειροφαντάζονται λαμπρὲς καριέρες, ὑπερεκτιμοῦν τὶς δυνατότητές τους, ἀναρριχῶνται στὰ ὑψηλὰ καί… ἀποκαλύπτεται ὁ δυσειδὴς κῶλος τους. (Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τὸ μελέτησε ἐπαρκῶς, ὁ Καστοριάδης, στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο του «ἡ ἄνοδος τῆς ἀσημαντότητας». Καὶ οἱ ἀρχαῖοι τὸ συνόψισαν, ἀριστοτεχνικὰ καὶ δωρικῶς, μὲ τρεῖς λέξεις: «ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι»).
.         Ἂν σκαλίσουμε λίγο τὰ περασμένα, ἕνα κλασικὸ παράδειγμα ἐγωτικῆς μεγαλαυχίας καὶ ψωροπερηφάνειας (θαυμάσια λέξη), συναντᾶμε στὰ «ἀπομνημονεύματα» τοῦ Μακρυγιάννη. Ἂς προσέξουμε τὸ «πνεῦμα ἀνεκτικότητας» καὶ δημοκρατικότητας» μὲ τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ βαθύτατα Ὀρθόδοξος χριστιανός, στρατηγός, μιὰ τέτοια ὑπερφίαλη καὶ φίλαυτη «μαϊμού»: «Ἀφοῦ εἴμουνα εἰς τὴν Ἀρκαδία ἄκουγα τὸν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νὰ καθήσω μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τρακόσιους ἄνδρες διαλεχτοὺς ὀπούχα. Τὸ λέγω τοῦ διοικητῆ τῆς Ἀρκαδίας, νὰ τὸν ἀφήσω ἕναν ἀξιωματικὸν μὲ πενήντα ἀνθρώπους καὶ νὰ πάγω μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδας. Μ’ ἀποκρίνεται: “Δὲν ἔχεις νὰ πᾶς πουθενά, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ κείνους ὁπού κατεβάζω κι ἀνεβάζω στρατηγούς”. Ἦταν ἕνας μπαρμπέρης, φίλος του ἀρχηγοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Πρωτοσύγκελου κι ἀλλουνῶν. Ἐγώ ᾽λεγα νὰ πάγω νὰ σκοτωθῶ μὲ τοὺς ὀχτρούς, αὐτὸς γύρευε νὰ μοῦ γκρεμίσει τὸν βαθμό μου. Τοῦ μίλησα δι’ αὐτό, τοῦ κακοφάνη. Εἶπε ἑνὸς ἀνηψιοῦ του, ὁποῦχε εἰς τὸ ψωμὶ καὶ γεμεκλίκια καὶ μᾶς τάκοψε. Πῆγα καὶ τὸν ἔπιασα καὶ τόδωσα ἕνα ξύλο διὰ πεθαμόν· κι ἂν δὲν πήδαγε ἀπὸ τὸ παλεθύρι κάτον ὁ διοικητής, δὲν ξέρω ἂν ἔμενε ζωντανός».
.         Βεβαίως, ἕνας ἐκλεπτυσμένος παρασιτοδιανοούμενος τῆς σήμερον ὑπέρμαχος τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, θὰ χαρακτήριζε, αὐτὴν τὴν συμπεριφορά, βαρβαρικὴ (ἢ φασιστική). Τί νὰ κάνουμε ὅμως; Κάτι τέτοιοι μᾶς ἀπελευθέρωσαν, ποὺ ἔριχναν «ξύλο διὰ πεθαμὸν» στὶς κενόδοξες «κοπριὲς» τῆς ἐποχῆς τους.
.         Πεδίον λαμπρόν. στὸ ὁποῖο σταδιοδρομεῖ τὸ συνονθύλευμα ἀθλίων καὶ μετρίων, εἶναι… ποιό ἄλλο; Ἡ πολιτικὴ τέχνη. Τὸ 1877, ὁ Ροΐδης, μὲ τὸ γνωστὸ σκωπτικὸ ὕφος, γράφει στὶς «Σκνίπες», τοῦ «Ἀσμοδαίου»: «Τὸ ἔθνος ἡμῶν ὑφίσταται πολιτικήν τινα ζύμωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα ἀνέρχονται καὶ ἐπιπλέουσιν, ἐν εἴδει ἑξαφρίσματος, ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Ὁ τοιοῦτος ἀφρός, κατέχων, κατὰ τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς, τὰ ἀνώτερα στρώματα, θέλει κυβερνᾶ, φλυαρεῖ καὶ κλέπτει ἀσυστόλως τὴν Ἑλλάδα, μέχρις οὗ (τώρα αὐτὸ τὸ «οὗ» γυμνὸ ἀπὸ τὰ στολίδια του, τὴν δασεία καὶ τὴν περισπωμένη, ποὺ ἔπαιρνε ἡ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία δὲν καταλήγει νὰ φαίνεται ἀρνητικὸ μόριο;) τελειώση ἡ ζύμωσις καὶ λάβη ἀνὰ χεῖρας ὁ λαὸς τὴν μεγάλη ἐξαφριστικὴν κουτάλαν». («Ἅπαντα», τόμ. Β´, σελ. 70). Πέρασαν 150 χρόνια ἀπὸ τὸ ροϊδικὸ ὅραμα καὶ ὁ λαὸς ὄχι μόνον δὲν κατόρθωσε ἀκόμη «νὰ λάβη ἀνὰ χεῖρας» τὴν «ἐξαφριστικὴν κουτάλαν», ἀλλὰ τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα (τὰ καθάρματα) ἐπληθύνθησαν σφόδρα, κλέπτοντας, ἀσυστόλως καὶ ποικιλοτρόπως, τὴν Ἑλλάδα, στέλνοντας τὸν λαό της, στὸν βυθὸ τῆς οἰκονομικῆς φρίκης. Τοιοῦτος ὅμως ἀφρός, μαϊμουδίλων καὶ ἐπιπλέων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιφανείας, μᾶς προέκυψε καὶ στὶς πρόσφατες ἐκλογές. Ἐξ αἰτίας τοῦ πανάθλιου ἐκλογικοῦ μέτρου, μὲ 1500 περίπου ψήφους ἐξελέγη «ἐθνομητριὰ» καὶ ἡ κ. Ρεπούση. Ἀφηνιάζοντας (ἢ σαλτάροντας ὅπως λένε οἱ νεώτεροι) ἀπὸ τὴν ἀναπάντεχη προβολὴ καὶ δόξα, ἄρχισε νὰ ….. τὶς βλακώδεις καὶ προδοτικὲς ἰδεοληψίες της. Δοκός, ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τῆς χαριτόβρυτης βουλευτοῦ, ἡ Ἐκκλησία. («Πᾶν ἀπωθούμενον προβάλλεται», ἔλεγε νομίζω, ὁ Γιούγκ).
.         Καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς τῶν μαθητῶν τὴν ἐνοχλεῖ καὶ οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ στὴν τάξη καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τὴν ἐρεθίζει ἐπιζητώντας τὴν κατάργησή του ἢ τὴν μετατροπή του σὲ θρησκειολογικὴ τιποτολογία. Παρένθεση. Ἐδῶ συμπλέει μὲ τοὺς μεταπατερικοὺς «ἀφρούς». Γι’ αὐτοὺς ἰσχύει ἀπόλυτα τό, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ρηθέν: «ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον», δηλαδή, τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσέξουν οἱ κενόσπουδοι «μεταπατερικοὶ» οἰκουμενιστές, μὴν πάθουν σὰν τὴν μαϊμοὺ τῆς παροιμίας.
.         Καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι, κάποιοι, κάτω π τ κέλυφος τς μεταπατερικς συναφειακς,τάχα κα θεολογίας,κρύβουν τ παρξιακά τους κουρέλια,τὴν ἀποτυχία τους, τὴν ὁποία θέλουν νὰ κατοχυρώσουν καὶ δογματικά, πράγμα ποὺ εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα πάσης αἱρέσεως. Ἡ δὲ περπερεύουσα κ. Ρεπούση, ἐπειδὴ «ἐπικράνθη» καὶ ἐξευτελίσθηκε ἀπὸ τὴν ὑποτιμητικὴ ἀπόσυρση τοῦ «κουρελουργήματός» της (Ζουράρις), ἐκσφενδονίζει τὶς θυμηδιογόνες ἐκκλησιομαχίες της πιστεύοντας, ἡ ταλαίπωρη, ὅτι ἔτσι παίρνει τὸ αἷμα τῆς πίσω. Τί νὰ πεῖ ……; «Ὁ καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει». Ἐκδικεῖται· ποιόν; Τὴν ἱστορία μας; Τὸν λαό, ποὺ θεωρεῖ τὸ ὄνομά της συνώνυμο τῆς προδοσίας καὶ τοῦ γραικυλισμοῦ; «Ἀέρα δέρει».
.         Τόσα χρόνια «παίδευε» φοιτητὲς στὸ παιδαγωγικό, δὲν ἔμαθε ὅτι τὸ μεγαλεῖο τοῦ δασκάλου κρύβεται στὴν ἀναγνώριση τοῦ λάθους; Ὅτι συγγνώμη εναι τ μυστικ φάδι τς σωστς διδασκαλίας; Ἔφυγε ἀπὸ τὴν Βουλή, γιὰ νὰ μὴν τιμήσει τοὺς χιλιάδες σφαγιασθέντες ἀπὸ τὶς συμμορίες τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, δηλαδὴ τίμησε τοὺς ἐγκληματίες. Δὲν τὸ γνωρίζει, ὅμως στὶς γενέθλιες ἐθνοσυνελεύσεις τοῦ κράτους μας, ὑπάρχει πρόβλεψη γιὰ τὴν περίπτωσή της: «Κάλλιον νὰ μὴν ὑπάρχει Ἕλλην εἰς τὸν κόσμον, παρὰ νὰ ἀτιμάζει τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν, ὑπάρχων ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου, ἐνῶ ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐλεύθερος». (Γ´ Ἐθνοσυνέλευσις, Τροιζήνα 5 Μαΐου 1827). ς φήσει τς τουρκολατρικς κκενώσεις της, γιατί μς φτάνει ξαθλίωση πο μς φόρτωσαν ο κομματικς συμμορίες. Τί τοῦ ἔμεινε ἄλλωστε αὐτοῦ τοῦ πολύπαθου, πληγωμένου λαοῦ, παρὰ μία ἐλάχιστη, εὐλογημένη καύχηση γιὰ τὴν ἱστορία του; Ὣς πότε θὰ τὴν μαγαρίζει, ὑπάρχουσα ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου; Στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, δὲν εἶναι ἀπίθανα, νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ λεγόμενα «Σανιδικά». Καὶ λόγῳ ἔντονων τελευταία βροχοπτώσεων οἱ σανίδες εἶναι βρεγμένες…

, , , , , ,

Σχολιάστε

MΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ «Δυστυχισμένη Ἑλλάς! δυστυχισμένοι Ἕλληνες! Ἀναθεματισμένοι Κυβερνῆτες» (Δ. Νατσιός)

  «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος»

  Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος- Κιλκίς 

«Ἄ! Αἱ ἐκλογαί, ατ εναι μόνη π βδομήκοντα τη σχολία μας, φ’ του λευθερώθημεν, φ’ του δηλαδ μεταλλάξαμεν τυράννους, τος ποίους δι τν κλογν φανταζόμεθα τι ντικαθιστμεν τάχα συχνότερον»

λέξανδρος Παπαδιαμάντης

.         Τὸ νεοελληνικὸ κράτος τὸ ἐλευθέρωσαν οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ τὸ «ἔστησαν» οἱ Βαυαροὶ καὶ τὸ κυβερνοῦν 10-15 οἰκογένειες, δυνάστες- δυναστεῖες πολιτικῶν. Τὸ κράτος αὐτό, ἀντὶ νὰ ἀναδείξει τὶς ἀρετὲς τοῦ λαοῦ, τὴν ἀντοχή, τὴν καρτερία, τὸ πνεῦμα θυσίας καὶ αὐταπάρνησης, ποὺ τὸ κράτησαν ὄρθιο στὰ χρόνια της πολυαίωνης σκλαβιᾶς, «φρόντισε» νὰ ἐκλύσει τὶς χειρότερες ροπές του καὶ νὰ ὑποσκάψει τὸν ἐσώτερο χαρακτήρα του, τὸ φιλότιμό του. Ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐλευθέρου βίου του, οἱ δαίμονες τῆς πατρίδας, οἱ πολιτικοί του, κατακερμάτισαν τὸν λαὸ σὲ κομματικὰ σουλτανάτα. «Οἱ πολιτικοί μας καὶ οἱ ξένοι τρώγονταν καὶ καθένας κοίταζε νὰ περισκύση ἡ δική του φατρία. Ἄλλος τὸ ἤθελε Ἀγγλικόν, ἄλλος Ρούσικον, ἄλλος Γαλλικόν…τήραγαν νὰ πάρουν κάνα λεπτό, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ηὔραν ἁλώνι ν’ ἁλωνίσουν». (Μακρυγιάννης).
.        Τὸ κράτος αὐτὸ τὸ ἀνέστησε τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ του, μὲ τοὺς πολέμους τοῦ ’12-’13, γιὰ νὰ ἔρθουν μετὰ οἱ ἄπληστες κομματικὲς συμμορίες, νὰ τὸ βυθίσουν στὸν Διχασμὸ καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσουν στὸ μικρασιατικὸ σφαγεῖο. Τὸ κράτος αὐτὸ εἶδε τὸν ἀνθό του νὰ πολεμᾶ μὲ ἡρωισμό, στὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, αὐτοκρατορίες ὁλάκερες, γιὰ νὰ βρεθεῖ μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια ἐμφυλίου αἱματοκυλίσματος, ντροπιασμένο, ἐρειπωμένο «παλιοψάθα τῶν ἐθνῶν». Γιατί; Γιὰ τὸ ποιὰ «φατρία θὰ περισκύση».
.       «Ἄ, ναί, πόσες ἀνόητες μάχες, ἡρωισμοὶ/ θυσίες καὶ ἧττες κι ἄλλες μάχες, γιὰ πράγματα ποὺ κιόλας ἦταν ἀπὸ ἄλλους ἀποφασισμένα», θρηνεῖ ὁ Ρίτσος στὴν «Ἑλένη». Τὸ κράτος αὐτὸ ἔδιωξε τὰ καλύτερα παιδιά του στὰ ξένα καὶ στοίβαξε τὰ ὑπόλοιπα σὲ τρισάθλιες τερατουπόλεις, μεταβάλλοντάς τα σὲ κομματικὰ ὑποζύγια τυχοδιωκτῶν καὶ ἀπατεώνων. Τὸ κράτος αὐτὸ μὲ ἐκφυλιστικὴ ἀπάθεια καὶ δειλία ἀνέχτηκε ἕνα σφύζον καὶ θαυμαστὸ κομμάτι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν Κύπρο, νὰ δολοφονεῖται, νὰ ποδοπατεῖται καὶ νὰ δηώνεται ἀπὸ τὶς ὀρδὲς τοῦ Ἀττίλα. Τὸ κράτος αὐτό, ἀντὶ νὰ συνέλθει ἀπὸ τὴν καταστροφή, ἐπανέφερε τοὺς ἴδιους «ἐθνοσωτῆρες» καὶ τὰ ἔκγονά τους, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἀπτόητοι τὸ ψεύτισμα τῶν ψυχῶν καὶ τὴν διάλυση τῆς πατρίδας. Καὶ βαπτίζει, τοὺς διαγουμιστὲς τῆς ἑλληνικῆς νήσου, φίλους καὶ τοὺς στηρίζει ἀναίσχυντα στὴν ἐπέλασή τους πρὸς τὴν Δύση. Τὸ κράτος αὐτὸ ἀνέχθηκε μία δράκα σλαβοτουρκόγυφτων νὰ μαγαρίζει τὸ ὄνομα τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ τοὺς ἐκλιπαρεῖ ψοφοδεῶς γιὰ συνεννόηση καὶ διακανονισμό.
.      Τὸ κράτος αὐτὸ ἐπέτρεψε σὲ μία ὀλιγομελῆ, ἄνομη ὁμάδα καλαναρχῶν, νὰ μετατρέψει τὴ διασκέδαση καὶ τὴν ἐνημέρωσή του, σὲ διδασκαλεῖο ἠθικῆς παραλυσίας καὶ διαφθορᾶς. Τὴν παιδεία, τὰ σχολειὰ σὲ μάνδρες ἀναξιοκρατίας, ἀφιλοπατρίας καὶ ἀπιστίας, μπουκώνοντας τὰ παιδιὰ μὲ ἄχρηστες γνώσεις καὶ γεμίζοντάς τα «μὲ μία ἀρρωστιάρικη ἀνησυχία, γιὰ τὸ πῶς θὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους μονάχα». Τὸ κράτος αὐτὸ καταμόλυνε ἀκόμα καὶ τὴν Δικαιοσύνη «πράγμα πολλῶν χρυσίων τιμιώτερον», κατὰ τὸν Πλάτωνα. Οἱ ἀνεπάγγελτοι, ἐπαγγελματίες πολιτικοί, ὅταν κρίνονται γιὰ ἀτασθαλίες παράγοντες τοῦ ἀντιπάλου κόμματος, ἐκθειάζουν τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν λογοδοτοῦν οἱ ἴδιοι, προπηλακίζουν τὴ Δικαιοσύνη καὶ διαπομπεύουν τοὺς λειτουργούς της ἐκτοξεύοντας ὕβρεις καὶ ὀνειδισμούς. Τὸ κράτος αὐτὸ κομματικοποίησε τὶς «ἔνστολες» δυνάμεις τοῦ τόπου, διαβρώνοντας τὴν ἐπαγγελματική τους συνείδηση. Τὰ νέα ἰδεώδη τῶν στρατιωτικῶν εἶναι οἱ γρήγορες προαγωγὲς καὶ οἱ διοικήσεις. Τὸ κράτος αὐτὸ ἐμπορευματοποίησε τὸν ἔξοχο πολιτισμό μας. Ἡ ἑλληνικὴ μουσικὴ παράδοση ψυχομαχεῖ. Τὴν περιφρονοῦν οἱ ἑλληνόπαιδες, τὴν μυκτηρίζουν ὑποτονθορίζοντας (=μουρμουρίζοντας) τὶς «μουσικὲς δημιουργίες» τῶν διαφημιστῶν. Κατάντησε τὴν νεολαία νευρόσπαστο, λικνιζόμενη στοὺς ρυθμοὺς τοῦ κάθε μασκαρά, ποὺ ὑποδύεται τὸν καλλιτέχνη. Τὸ ἀνίκανο κομματικὸ κράτος διέφθειρε τὴν γλώσσα μας «ἐργαλεῖο μαγείας καὶ φορέα ἠθικῶν ἀξιῶν» (Ἐλύτης). Ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα ἀκόμη ὁ συγγραφέας Χουρμούζης διεκτραγωδεῖ καὶ γράφει γιὰ τὰ ἐκτρώματα τῆς γλωσσικῆς ξενομανίας τῶν Ἑλλήνων: «Συμπεριφορὰ γελοιωδεστάτη…ξιπασμένων ὀψιπλούτων ἀηδεστάτη ἐπίδειξις! Πτωχοαλαζονεία ἀξία οἴκτου, γλώσσα παρδαλή!».
.    Τὸ κομματικὸ αὐτὸ κράτος νοικιάζει μισθοφόρους «ψευτοδιανοούμενους», γιὰ εὐνουχισμὸ τῆς κοινωνίας καὶ ἅλωση τῶν ψυχῶν. «Γνωρίζω μερικοὺς ὅπου σχεδὸν ἐντρέπονται νὰ λέγωσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες!», ἔγραφε ὁ Ἀνώνυμος τῆς «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας».
.      Τὸ ἀνίσχυρο καὶ καχεκτικὸ αὐτὸ κράτος τῆς «βαλκανικῆς ἐπαρχιωτίλας», τὸ ἔσυραν κάποιες ἀδηφάγες συντεχνίες στὴν ὀργάνωση τῶν κατ’ ὄνομα Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ροκανίζοντας δισεκατομμύρια, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ διοχετευτοῦν σὲ κοινωφελῆ καὶ ἐθνωφελῆ ἔργα.
.     Τὸ κράτος αὐτὸ φέουδο τῆς ἀσημαντοκρατίας, τῆς οἰκογενειοκρατίας  καὶ τῆς κομματολησταρχίας καταδιώκει τὰ καλύτερα παιδιά του στέλνοντάς τα δουλοπάροικους στὶς Φραγκογερμανίες καὶ στὶς Αὐστραλίες.
.          Βυθίζει τοὺς γονεῖς στὸν καημὸ τῆς ξενιτιᾶς, στερώντας ἀπὸ τὸν λαὸ πλοῦτο ἀειφόρο καὶ περιουσία ἀνεκτίμητη. Γιατί; Γιὰ νὰ σώσουν τὸ παλιοτόμαρό τους οἱ νεκρόσιτοι, οἱ ἐρεβομανεῖς, οἱ καντιποτένιοι ποὺ κοπροκρατοῦν τὸ μέλλον μας. «Δυστυχισμένη Ἑλλάς! δυστυχισμένοι Ἕλληνες! Ἀναθεματισμένοι Κυβερνῆτες». Θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται ὁ ἀθάνατος Μακρυγιάννης, ἔβλεπε ὁ γερο-στρατηγὸς τὶς προκοπὲς τῶν «μακιαβέληδων» τῆς πολιτικῆς.
.        Ἡ πατρίδα στὴν κόψη τοῦ ξυραφιοῦ, μὲ τὰ θεριὰ γύρω της νὰ ἀλυχτοῦν καὶ αὐτοὶ τρώγονται σὰν τὰ σκυλιά. Μὴν χάσουμε τὴν εὐρωπαϊκή μας πορεία, πιὸ βαθιὰ στοῦ κακοῦ τὴν σκάλα. «Ἡ βλακεία, ἡ ἐγωπάθεια, ἡ μωρία καὶ ἡ γενικὴ ἀναπηρία τῆς ἡγετικῆς τάξης στὴ σημερινὴ Ἑλλάδα σὲ φέρνει στὴν ἀνάγκη νὰ ξεράσεις…», ἔγραφε στὸ «πολιτικὸ ἡμερολόγιό» του ὁ σοφὸς ποιητής μας Γ. Σεφέρης.
.            Δὲν φεύγουν τὰ σάβανα ποὺ ἁπλώθηκαν πάνω ἀπὸ τὸν γαλάζιο ὁρίζοντα τῆς πατρίδας μας μὲ ἐκλογές. Ὁδεύουμε «ἀργόσυρτα» πρὸς ἀφανισμό. (Μὲ κυβέρνηση τὸν ΣΥΡΙΖΑ, ὅτε καὶ ἄν, ἴσως βιώσουμε τὸ εὐαγγελικὸ «…καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη  πλάνη χείρων τῆς πρώτης». Οὔτε βέβαια θὰ φερθοῦμε ὡς κύνες ἐπιστρέψαντες ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα. ΠΑΣΟΚ πρωτίστως καὶ ΝΔ πρέπει νὰ ἐξαφανιστοῦν. Νὰ τελειώνουμε μὲ τὴν πλατωνικὴ «νόσον τῆς πόλεως»). Στὸ σημεῖο ποὺ εἴμαστε μόνο μιὰ λύση ὑπάρχει: Ἐπανάσταση τοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον οἱ ἀποφάσεις τῶν ἀνίκανων κυβερνητῶν ἀκυρώνουν, στὴν οὐσία, τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21 καὶ μᾶς ὑποδουλώνουν στὴ ἀνθρωποφαγικὲς συμμορίες τύπου ΔΝΤ, τὸν δρόμο μᾶς τὸν δείχνουν οἱ ἡρωικοὶ πρόγονοί μας: ἐπανάσταση, παλλαϊκὴ ἐξέγερση.
.       Οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης «προσηλώνοντες τοὺς ὀφθαλμούς τους εἰς ἐμᾶς, ἀποροῦν διὰ τὴν ἀκινησίαν μας». «…ἡ Πατρὶς γυμνὴ δεικνύει τὰς πληγάς της καὶ μὲ διακεκομμένην φωνὴν ἐπικαλεῖται τὴν βοήθεια τῶν τέκνων της… Ἂν λοιπὸν ἀπὸ ἀξιόμεμπτον ἀβελτηρίαν ἀδιαφορήσωμεν, ὁ τύραννος γενόμενος ἀγριώτερος, θέλει πολλαπλασιάση τὰ δεινά μας καὶ θέλομεν καταντήση διὰ παντὸς τὸ δυστυχέστερον πάντων τῶν ἐθνῶν». Ἡ ὥρα ἦλθεν.  Ἡ ἐπαναστατικὴ προκήρυξη –«Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» εἶναι ἕτοιμη. Τὴν ἔγραψαν μὲ τὸ αἷμα τους οἱ ἀθάνατοι ἀγωνιστὲς τοῦ Εἰκοσιένα…
.         (Καί, πρὸς Θεοῦ, δὲν μιλάω γιὰ αἱματοκύλισμα. Ἀπὸ τὸ ἔπος τοῦ ’40, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ λαὸς ὁμονοεῖ, γεγονὸς ποὺ ἐπιμαρτυρεῖ τὴν κρισιμότητα τῶν στιγμῶν).

, ,

Σχολιάστε

KAI TOY ΓΛΥΠΤΗ ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΤΟΥ ΓΛΕΙΦΤΗ

Καὶ τοῦ γλύπτη συνώνυμο τοῦ γλείφτη

γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς 

«Ὅπου γλώσσα πατρὶς» (Ἐλύτης)

.          Εἶναι ἀποδεκτὸ ἀπ’ ὅλους ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι πλούσια, ἀρχοντική. «Ἐδῶ καὶ 3.000 χρόνια ὁ ἴδιος λαὸς στὴν ἴδια γῆ ἐξακολουθεῖ νὰ ὁμιλεῖ τὴν ἴδια γλώσσα», ὅπως ἔλεγε ὁ Ἐλύτης. Εἶναι μία γλώσσα ὄμορφη, μὲ πολύμορφο, πολύχρωμο καὶ πολυδύναμο λεξιλόγιο, ποὺ καλύπτει ὅλες τὶς ἀποχρώσεις τοῦ λόγου. Εἶναι ἡ μόνη γλώσσα στὴν ὁποία ἡ λέξη «ξένος» δὲν σημαίνει «ἐχθρός», ἀλλὰ «φίλος» («Ξένιος Ζεύς»). Ἀπ’ αὐτὴν τὴν γλώσσα γεννήθηκε καὶ ἡ λέξη «φιλότιμο», ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ καμμιὰ ἄλλη γλώσσα. «Γιὰ ἕνα φιλότιμο», λέμε κι ἐννοοῦμε ψυχικὰ ἀθλήματα ἀπροσμέτρητα καὶ κακουργήματα δυσπερίγραπτα. «Πῶς νὰ ἐξηγήσεις στοὺς Εὐρωπαίους», γράφει ὁ Αὐστριακὸς Λαυρέντιος Γκεμερέυ, στὸ πολύκροτο βιβλίο του «Ἡ δύση τῆς Δύσεως», «ὅτι ἡ λέξη τιμή, ὅταν συνδέεται μὲ τὴν φιλία, χάνει τὴν οἰκονομική της χροιά, ἐπειδὴ ἔγινε φιλότιμο; Πῶς νὰ τὰ πεῖς στοὺς Εὐρωπαίους ὅλα αὐτά, ἀφοῦ δὲν ἔχουν φιλότιμο;».
.          Καὶ τὴν γλώσσα αὐτὴ τὴν διαφύλαξε κυρίως ὁ λαός, ποὺ ὅταν κάθεται στὸ τραπέζι τρώει «ψωμί», ἐνῶ στὸν Ἑσπερινὸ θὰ πάει τοὺς «ἄρτους», γιὰ νὰ γίνει «ἀρτοκλασία». Ἦρθαν, ὅμως, οἱ διανοούμενοι τῶν σαλονιῶν καὶ κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ‘70 ἔκοψαν σύρριζα τὴν βασιλικὴ φλέβα, ποὺ ζωογονοῦσε τὸν ὕστερο λόγο μὲ τὸν ἀρχαῖο. Ἡ γλώσσα αἴφνης κατάντησε διαπιστευτήριο «προοδευτισμοῦ». Στήθηκε ἕνα γλωσσικὸ «γκέτο» καὶ χιλιάδες λέξεις «ποινικοποιήθηκαν», διότι «μύριζαν» «συντηρητισμό». Θεωρήθηκαν «παρακρατικές». Ἔτσι φτάσαμε σὲ γλωσσικὰ ἐκτρώματα τοῦ τύπου «ἡ συναυλία θὰ γίνει στὶς 18 τοῦ Ἰούνη». Ὅμοιες προγραφὲς εἴχαμε καὶ μὲ λέξεις, ποὺ ἦταν ὕποπτες γιὰ λανθάνουσα ἐθνικοφροσύνη. Λέξεις ὅπως πατριώτης, ἔθνος, Ὀρθόδοξος, ἀπέκτησαν ἀρνητικὴ σημασία καὶ ταυτίστηκαν μὲ τὸν φανατισμὸ καὶ τὴν μισαλλοδοξία. Ἀκόμη καὶ σήμερα, ἂν τολμήσεις καὶ μιλήσεις γιὰ πατριωτισμό, οἱ ἐνεδρεύοντες ἡμιμαθεῖς τῆς προοδομανίας, ἀναρριπίζουν τὴν ἐτικέτα τοῦ ἐθνικισμοῦ.
.          Ἦρθε καὶ ἐκείνη ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἀπὸ καμμιὰ δεκαριὰ νυσταλέους «ἐθνοπατέρες» καὶ «ἐθνομητέρες», στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’80, καὶ φτάσαμε στὸν σημερινὸ πτωματώδη νεοελληνικὸ λόγο. «Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους, νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει, ἔλεγε Ρῶσος γλωσσολόγος. Ἡ ὀρθογραφία ὡς σημαντικὴ καὶ καίρια παράμετρος τοῦ γλωσσικοῦ μαθήματος, ἰδίως στὶς μικρὲς τάξεις τοῦ δημοτικοῦ, καταργήθηκε. Τὶς συνέπειες τὶς βιώνουμε. Ἡ ἀνορθογραφία εἶναι ὁ κανόνας. Κάτι παρόμοιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν πάλαι ποτὲ καλλιγραφία.
.          Ὅλος, ὅμως, αὐτὸς ὁ ἐθελότυφλος φανατισμὸς καὶ ἡ ἀσχετοσύνη διοχετεύτηκε στὴν ἐκπαίδευση μὲ τραγικὰ ἀποτελέσματα. Ἀντὶ ἡ ἐκπαίδευση νὰ γίνει θύλακος ἀντιστάσεως στὴν γλωσσικὴ ἐκμβαρβάρωση, ἀπέβη σιγὰ-σιγὰ συντελεστής της. Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καταργήθηκαν στὴν μέση ἐκπαίδευση, διότι παρέπεμπαν, κατὰ τοὺς «ἐκδημοτικιστές», στὴν ὀπερετικὴ καθαρεύουσα τῶν Ἀπριλιανῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν γραμματικὴ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἡ ὁποία ἀποσύρθηκε, διότι καταπίεζε ψυχολογικὰ «τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ». Ἀφοῦ χαντακώθηκε γλωσσικὰ μία ὁλόκληρη γενιὰ μαθητῶν, ἐπανῆλθαν ἀμφότερα-ἀρχαῖα καὶ γραμματικὴ-στὸ σχολεῖο. (Καὶ γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ὅσοι δάσκαλοι ἢ φιλόλογοι φοιτήσαμε καὶ ἀποφοιτήσαμε τὴν δεκαετία τοῦ ’80 καὶ ἐντεῦθεν, ὑστεροῦμε σὲ γνώσεις- καὶ σὲ ἦθος-ἀπὸ τοὺς παλαιότερους. Εἴμαστε «προϊόντα» τῆς ἀκαδημαϊκῆς μετριοκρατίας καὶ τῆς λογικῆς τῆς ἥσσονος προσπαθείας, ὅπως ἐλέχθη ἐπιτυχῶς). Κι ἂν στὸ δημοτικὸ σχολεῖο κάποιοι δάσκαλοι, παραβαίνοντας τὶς ἄνωθεν ἐντολές, διδάσκαμε τὴν γραμματικὴ καὶ ἀναθέταμε, παρὰ τὶς σχετικὲς ἀπαγορεύσεις, κατ’οἶκον σχολικὲς ἐργασίες, ἡ κατάργηση τῶν ἀρχαίων ἦταν ἐγκληματική.
.       (Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια «ἔδινα» στὴν θεολογικὴ σχολὴ τοῦ ΑΠΘ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἀγανακτισμένη ἡ διδάσκουσα καθηγήτρια, κατηγοροῦσε τὴν πανάθλια ἐκπαίδευση γιὰ τὸ τραγικὸ ἐπίπεδο τῶν φοιτητῶν, καὶ μάλιστα πρωτοετῶν μὲ νωπὴ ἀκόμη τὴν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων). Ὁ πρωτομάστορας τῆς (Κακιᾶς) δημοτικῆς ὁ Ψυχάρης ἔλεγε: «Γράφω τὴν κοινὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ. Ὅταν ἡ δημοτική μας γλώσσα δὲν ἔχει μία λέξη ποὺ μᾶς χρειάζεται, τὴν παίρνω ἀπὸ τὴν ἀρχαία καὶ προσπαθῶ, ὅσο εἶναι δυνατό, νὰ τὴν ταιριάσω στὴ γραμματική. Ἔτσι ἔκαμαν ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου, ἔτσι θὰ κάμουμε καὶ ἐμεῖς». [Ὁ Ψυχάρης μᾶλλον περισσότερο κακὸ ἔκανε παρὰ καλό. Ἡ γλώσσα ποὺ πρότεινε ἦταν ἕνα ἀνύπαρκτο λαϊκὸ ἰδίωμα, ποὺ προφανῶς ὀνομάστηκε «ἡ καθαρεύουσα» τοῦ Ψυχάρη]. Ἡ λεγομένη δημοτικὴ δὲν νοεῖται αὐτοδύναμη, ξεκομμένη ἀπὸ τὴν ἀρχαία. Αὐτὸς ὁ ψευτολαϊκότροπος δημοτικισμὸς μᾶς φόρτωσε ἐκεῖνα τὰ ἀμίμητα: Ἰούνη, Γιούλη, δημόσιου, ἄμεσα (ἀντὶ ἀμέσως), κύρια (ἀντὶ κυρίως), προηγούμενα (ἀντὶ προηγουμένως), ἑπόμενα, ὁμολογούμενα, ἀντικατάσταση, δηλαδή, τοῦ ἐπιρρήματος ἀπ’ τὸ ἐπίθετο. Πειραματίστηκαν οἱ «καυσοκαλυβίτες» τῆς παιδείας, ἀπέκοψαν τὸν ὀμφάλιο λῶρο, ποὺ συνέδεε τὴν ἀρχαία μὲ τὴν νέα γλώσσα, καὶ ἔτσι «οἱ μαθητὲς θὰ θεωροῦν σὲ λίγα χρόνια τὴν μουσικὴ ὡς θηλυκὸ τοῦ μουσακά, τὸν Ἕλληνα συνώνυμο τοῦ σέλινου καὶ τὸν γλύπτη συνώνυμο τοῦ γλείφτη, θὰ συγχέουν τὴν δημοκρατία μὲ τὴν δημοπρασία, τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν εὐήθεια (=βλακεία), τὸν πολίτη μὲ τὸν ἀλήτη». (Καργάκος, «Ἀλαλία», σελ. 68).
.          Ἤδη οἱ λέξεις ἐργασία, σύνταξη, ἐφάπαξ, ἀσφάλεια, ἔχουν σχεδὸν προγραφεῖ ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῶν σαλταδόρων τῆς πολιτικῆς. ντικαθίστανται π δυσνόητους νεολογισμούς, γι ν κρύψουν γκλήματα. Εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς «Νέας Τάξης». Ἂς προστεθεῖ καὶ ἡ περιρρέουσα γλωσσικὴ ἡμιμάθεια καὶ ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα γλωσσικὰ κοιτάσματα ποὺ ἐπέτειναν τὴν …ἀγλωσσία
.          Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία γλώσσα προλείανε τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν «Νέα Ὁμιλία» τοῦ Ὄργουελ. «Κάποιος ποὺ θὰ ἔχει ἀνατραφεῖ μόνο μὲ τὴν Νέα Ὁμιλία δὲν θὰ ξέρει ὅτι κάποτε ἡ λέξη “ἴσοι”, εἶχε τὴν δευτερεύουσα σημασία «πολιτικῶς ἴσοι» ἢ ὅτι ἡ λέξη «ἐλεύθερος» κάποτε σήμαινε «πολιτικῶς ἐλεύθερος». («1984». Σελ. 307)
.          Σήμερα ξεβράζονται οἱ ἐπιπτώσεις τῆς γλωσσικῆς κακοδιδασκαλίας, «ἀκουμποῦν» ἀκόμη καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἀναλάβουν τὸν ἐπίμοχθο καὶ κρίσιμο λειτούργημα τῆς ἐκμάθησης στοὺς μικροὺς μαθητές. Πῶς νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης παγκόσμιος ἀπὸ τὸ «πάγκος» καὶ «ὀσμή», ὅπως ἔγραψε δάσκαλος ἐξεταζόμενος γιὰ τὴν εἴσοδό του στὴν ἐκπαίδευση;

ΣΥΜΠΛ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: 1. Νὰ μὴ λησμονεῖται ὅτι πλῆθος «προοδομανῶν» ἐκτρέφεται μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐπιδιώκει τὴν “μετάφραση” καὶ ἀντικατάσταση τῶν λειτουργικῶν κειμένων.

2. Νὰ μὴ λησμονεῖται ὅτι καλὰ τὰ λέμε ἀλλὰ μετὰ τὴν ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ τῆς γλώσσας μας μὲ τὸ μονοτονικό, ΧΑΘΗΚΕ ΚΑΙ Η ΠΑΤΡΙΣ. «Ὅπου γλώσσα πατρὶς» (Ἐλύτης) ΤΟΣΟ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΔΗΘΕΝ ΚΟΣΜΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ τοῦ «πολυτονικοῦ», δηλ. τῆς «ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΜΑΣ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑΣ». Πολλοὶ κραυγάζουν ἢ θρηνοῦν γιὰ τὶς ΑΞΙΕΣ καὶ τὰ ΤΙΜΑΛΦΗ τοῦ Γένους ἀλλὰ δὲν τοὺς καίγεται καρφάκι ΝΑ ΤΗΡΗΣΟΥΝ μὲ κάποια ἐπὶ τέλους εὐσυνειδησία καὶ μὲ κάποιο μικρὸ ΚΟΣΤΟΣ κάποιες ἀπὸ αὐτές. Εἶναι καὶ αὐτὸ σύμπτωμα ἢ μᾶλλον ΑΙΤΙΟ τῆς ΚΡΙΣΕΩΣ. Μόνο λίγοι θαρραλέοι ἀπέμειναν, ὅπως ὁ Δημήτρης ἀπὸ τὸ Κιλκίς!

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙ᾽ ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ; «Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν Ἕλληνες ποὺ βάζουν τὸ κεφάλι τους κάτω ἀπὸ πετραχήλι, ποὺ πιστεύουν καὶ πανηγυρίζουν γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν τοὺς γονατισμένους τοῦ Μνημονίου ἢ χειρότερα, αὐτοὺς ποὺ ἐπαναλαμβάνουν τὰ λόγια τῶν σταυρωτῶν στοὺς στρατιῶτες “εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων”» (Δ. Νατσιός)

Γι᾽ αὐτὰ πολεμήσαμε;

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος- Κιλκίς 

«Καὶ τρώγονται σὰν τὰ σκυλιά…»
Μακρυγιάννης

.            «Κάναμε τὴν αὐτοκριτική μας». Φιλοξενοῦσε, τὶς προάλλες, κάποιο ραδιόφωνο, τὴν κ. Διαμαντοπούλου, τὸ καρυκευμένο καὶ ψιμυθιωμένο «τίποτε». Στὴν ἐρώτηση τοῦ δημοσιογράφου γιὰ τὶς εὐθύνες τοῦ πασοκικοῦ καρκινώματος, τὸ μόνο ποὺ βρῆκε νὰ ψελλίσει ἦταν ἡ χιλιομασημένη φράση: «Κάναμε τὴν αὐτοκριτική μας». Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι διώξαμε κλωτσηδὸν τὸν προδότη ΓΑΠ καὶ τὸν ἀντικαταστήσαμε μὲ τὸν θλιβερὸ δημαγωγό, Βενιζέλο. Αὐτή, περίπου, ἦταν ἡ… αὐτοκριτική τους. Τὸ ὅτι ἀκόμη φθάνουν βιβλία στὰ σχολεῖα αὐτὸ εἶναι ὑπεράνω τῆς αὐτοκριτικῆς. Τέλος πάντων. Γράφω γιὰ τὴν λεγάμενη καὶ «καπνίζουν τὰ μάτια μου», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης.
.            Σήμερα, ἂν ζοῦσε  ὁ στρατηγός, θὰ ἔβαζε ἕνα ἐρωτηματικό, ὀργῆς, καταφρόνιας καὶ ἐπιτιμήσεως, σ’ ἐκείνη τὴν περίφημη φράση του: «Γι’ αὐτὰ πολεμήσαμε». «Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ἀκαδημίες δὲν ἀξίζουν τὴν κουβέντα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου», γράφει ὁ Σεφέρης στὴν ἔξοχη ὁμιλία του «Ἕνας Ἕλληνας-ὁ Μακρυγιάννης». («Δοκιμὲς» α´ τ., σελ. 241).
.            Τώρα, ποὺ θόλωσε ὁ νοῦς μας καὶ τὰ φρένα μας τελοῦν ἐν συγχύσει, ἂς μνημονεύσουμε, γιὰ νὰ ἀνασάνουμε λιγάκι, τὸν ἀγωνιστή. Ἐξ ἄλλου, στὴν καθ’ ἡμᾶς ρωμαίικη παράδοση, «ὅλοι μαζί, πεθαμένοι καὶ ζωντανοὶ εἴμαστε ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι» κατὰ τὸν ποιητή.
.            «Εἶχα δύο ἀγάλματα περίφημα, μία γυναίκα κι ἕνα βασιλόπουλο, ἀτόφια-φαίνονταν οἱ φλέβες, τόση ἐντέλεια εἶχαν. Ὅταν χάλασαν τὸν Πόρο, τά ᾽χαν πάρει κάτι στρατιῶτες, καὶ στ’ Ἄργος θὰ τὰ πουλοῦσαν κάτι Εὐρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πῆρα τοὺς στρατιῶτες, τοὺς μίλησα: “Αὐτά, καὶ δέκα χιλιάδες τάλαρα νὰ σᾶς δώσουνε, νὰ μὴν τὸ καταδεχτεῖτε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ”». Γι’ αὐτὰ πολέμησαν οἱ ἥρωες; γιὰ νὰ βλέπουν τὴν πατρίδα μας «παλιοψάθα τῶν ἐθνῶν», ἄθυρμα στὰ χέρια τῶν Γερμανῶν;
.            (Γιὰ νὰ καταλάβουμε ποιοὶ μᾶς δακτυλοδεικτοῦν καὶ μᾶς συκοφαντοῦν παραθέτω ἕνα κείμενο, ποὺ περιέχεται στὸ βιβλίο «Πνευματικὸς Ἀγώνας» Λόγοι Γ´, τοῦ ὁσιακῆς μνήμης Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀποκαλύπτει τὸ ποιὸν τῶν Γερμανῶν, πού, κατὰ τὸ ἱστορικό τους συνήθειο, ποδοπατοῦν καὶ «ματώνουν» ξανὰ τὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο. Ἔλεγε ὁ Γέροντας «κάτι» προσκυνητῶν ποὺ τὸν ἐπισκέφτηκαν στὴν ταπεινὴ Παναγούδα: «Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε! Νὰ σᾶς πῶς ἕνα ἄλλο: Πρὶν ἀπὸ χρόνια εἶχαν πάει Γερμανοὶ στὴν Κρήτη, γιὰ νὰ κάνουν ἕνα μνημόσυνο γιὰ τοὺς Γερμανοὺς ποὺ εἶχαν σκοτωθεῖ στὴν Κατοχή. Τὴν ὥρα ποὺ ἔκαναν τὸ μνημόσυνο περνοῦσε ἕνας Κρητικὸς μὲ τὸν γάϊδαρό του φορτωμένο μὲ τὶς πραμάτειές του. Ὁ γάϊδαρος, ὅταν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖ μαζεμένους, ἄρχισε νὰ γκαρίζει. Ἕνας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς νόμιζε ὅτι ὁ γάϊδαρος ἦταν ὁ ἀδελφός του ποὺ εἶχε σκοτωθεῖ στὸν πόλεμο καὶ μετεμψυχώθηκε! Τὸν γνώρισε καὶ τὸν χαιρέτισε μὲ τὸ γκάρισμα! Καὶ ὁ Γερμανὸς στάθηκε προσοχή, καὶ τάκ, τὸν χαιρέτισε στρατιωτικά… Κλάματα!… Πάει ἀμέσως στὸν Κρητικὸ καὶ τοῦ λέει: “Πόσα θέλεις, γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσω;”. “Βρέ, φύγε ἀπὸ ᾽δῶ”, τοῦ λέει ὁ Κρητικός. Ὁ Γερμανὸς τοῦ μετροῦσε τὰ μάρκα: τόσα, τόσα. «Φύγε, ἄσε με», ἔλεγε ἐκεῖνος. Τελικὰ τοῦ λέει κάποιος: “Βρὲ χαμένε, τὸν πληρώνει τὸν γάϊδαρο γιὰ μερσεντές, δῶσ’ τον”. Ξεφόρτωσε τὰ πράγματά του ὁ Κρητικός, τὸν ξεσαμάρωσε, τὸν ἐλευθέρωσε, καὶ τὸν πῆρε ὁ Γερμανὸς μὲ βουρκωμένα μάτια καὶ τὸν πῆγε στὴν Γερμανία!
-Σοβαρά, Γέροντα;
-Γεγονός! Ἂν δὲν τὸ εἶχα ἀκούσει ἀπὸ σοβαρὸ ἄνθρωπο, δὲν θὰ τὸ πίστευα καὶ ἐγώ».Τὰ ἔκγονα τέτοιων ἀνθρώπων κυβερνοῦν τὴν Εὐρώπη καὶ ἐμεῖς περιμένουμε προκοπή).
.         Γι’ ατ πολέμησαν τ θάνατα «λιοντάρια» το ’21, το ’12-’13 κα το ’40; γι ν ρίζουν τς τύχες το Γένους ο καντιποτένιοι πατενες τς πολιτικς, γιὰ νὰ ροκανίζουν, ἔμπλεοι οἴησης καὶ μεγαλομανίας, αὐτοὶ καὶ οἱ νόμιμες ἢ παράνομες ὀδαλίσκες τους, τὰ χρήματα τοῦ λαοῦ μας; Γιὰ νὰ ἀνεγείρουν ἀπόρθητα φρούρια-βίλες στὰ ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς πατρίδας μας;
.         Γι’ ατ πολέμησαν ο πάμφτωχοι πρόγονοί μας; γι ν μαγαριστε τ θος το λαο μας; Ποῦ πῆγαν τὸ χιλιοτραγουδισμένο φιλότιμο, ἡ αὐθορμησία, ἡ εὐγενικὴ παλληκαριά, τὸ αἴσθημα ἀλληλεγγύης, τὸ καθαρὸ μέτωπο, ἡ εὐαίσθητη συνάρση στὴν ἀγωνία τοῦ πλησίον, ὅλα ἔκφραση ζωῆς καὶ στάση ψυχῆς ποὺ δυνάμωσαν τὴν ἀντοχὴ καὶ τὴν καρτεροψυχία τοῦ λαοῦ στὶς τραγικὲς φυλετικὲς περιπέτειες; Οἱ νομιμοφανεῖς συμμορίες ποὺ λυμαίνονται σώματα καὶ ψυχές, τὰ κόμματα, καλλιέργησαν τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὶς ἀρετές του, ὅπου ὁ ὑστερῶν σὲ κακοποιὸ εὑρεσιτεχνία ἔνιωθε ὅτι κοροϊδοπιάνεται καὶ αὐτοαδικεῖται –μ’ ἕναν λόγο τὸ κλίμα σκυβαλοκρατίας καὶ σαλταδορισμοῦ, ποὺ ἡ λαϊκὴ θυμοσοφία συνόψισε εὐθύβολα στὸ ἀπόφθεγμα: «τὰ λίγα βγαίνουν μὲ κόλπο, τὰ πολλὰ βγαίνουν μὲ κόπο».
.         Γι’ ατ πολέμησαν ο λευθερωτές μας; γι ν πικρατον ο κκλησιομάχοι ο χριστοκάπηλοι, ποὺ ὅλα τὰ φοβερὰ «οὐαὶ» τοῦ Κυρίου εἶναι δικά τους; «Τὸν Χριστὸ φοβόμαστε (=σεβόμαστε) καὶ αὐτείνη ἡ θρησκεία μᾶς ἐλευθέρωσε καὶ βγήκαμε εἰς τὴν κοινωνία τοῦ κόσμου», βροντοφωνάζουν ὁ Μακρυγιάννης καὶ ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ ὁ Βελισαρίου καὶ ὁ ὑπολοχαγὸς Διάκος καὶ ὁ Αὐξεντίου. Γιὰ μιὰ τέτοια Ἑλλάδα πολέμησαν, Ὀρθόδοξη, ποὺ νὰ καμαρώνει καὶ νὰ προστατεύει, τὸν πολύτιμο μαργαρίτη της, τὴν μαρτυρικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἐξεμέουν τὰ δηλητήριά τους, ἐναντίον της, οἱ ἄθεες προοδευτικὲς ἀνθρωποκάμπιες, ποὺ ὀνειροφαντάζονται τώρα καὶ κυβερνήσεις. Εναι δυνατν ν πάρχουν λληνες πο βάζουν τ κεφάλι τους κάτω π πετραχήλι, πο πιστεύουν κα πανηγυρίζουν γι τν νάσταση το Χριστο, ο ποοι θ ψηφίσουν τος γονατισμένους το Μνημονίου χειρότερα, ατος πο παναλαμβάνουν τ λόγια τν σταυρωτν στος στρατιτες «επατε τι ο μαθητα ατο νυκτς λθόντες κλεψαν ατν μν κοιμωμένων»;
.         Γι’ αὐτὰ πολέμησαν οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες; γι ν χτίζονται τζαμι στν πρωτεύουσά μας, ταν γι ν γλιτώσουμε π τ ταγκαλάκια το Μωάμεθ, χύθηκαν ποταμο αματος; Γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν φανατικὴ ἡμισέληνο «νὰ κυματίζει» δίπλα στὸν σταυρό της, τυλιγμένη μὲ «κόκαλα ἱερά», γαλανόλευκης; Γι’ αὐτὰ πολέμησαν οἱ ἅγιοι Πατροκοσμάδες καὶ οἱ Δάσκαλοι τοῦ Γένους; Γιὰ νὰ καταντήσουν τὰ σχολεῖα μάνδρες ἀφιλοπατρίας, ἀθεΐας καὶ γλωσσικῆς ἀφασίας; Νὰ «φκειάσουμε σχολειὰ νὰ γιομίζουν οἱ μαθητὲς προκοπὴ κι ἀρετή», ὁραματιζόταν ὁ Μακρυγιάννης. «Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, ἀλλὰ κυρίως φροντιστήρια ἠθικῆς, χριστιανικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀγωγῆς», κανοναρχοῦσε ὁ πρῶτος καὶ τελευταῖος ὀρθόδοξος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδας, Ἰωάννης Καποδίστριας. Καὶ τέτοια σχολεα δν χουμε, γιατί τσι προέκρινε ξεπουλημένη, νθελληνικ κα μόρφωτη ριστερ ψευτοδιανόηση, συνεπικουρούμενη π τν γονατισμένη δεξιά. Ὄχι, δὲν πολέμησαν οἱ πρόγονοι γιὰ μία τέτοια Ἑλλάδα. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ πατρίδα τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἡρώων, εἶναι ἕνας ἐφιάλτης ποὺ ζοῦμε καθημερινά.
.         Δυστυχς κα στς μεθαυριανς κλογς τίποτε δν θ γίνει. Φόβος, εὐκολοπιστία, ἀβεβαιότητα καὶ τρόμος φωλιάζουν στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ λαὸς εὐκολόπιστος, πάντοτε προδομένος. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ καὶ οἱ νεότευκτες παραφυάδες τους θὰ σχηματίσουν κυβέρνηση. Οἱ λεονταρισμοὶ ποὺ ἀκούγονται τώρα ἀπὸ κάποιους, γιὰ μὴ σύμπραξη, εἶναι τὰ συνήθη ψέματα τῆς προεκλογικῆς ἐκστρατείας. Οἱ Τρόικες ἀποφασίζουν καὶ ὄχι ἡ ἀνάπηρη καὶ ἀνίκανη «ἡγετικὴ» τάξη τῆς Ἑλλάδας. Τὸ πικρὸ ποτήρι δὲν τὸ ἤπιαμε ὅλο…

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΨΗΦΙΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. «Πρέπει στὶς ἐπερχόμενες ἐκλογὲς νὰ διαπομπευτοῦν οἱ ὀρδὲς τῶν λαφυραγωγῶν, οἱ ἀπομυζητῆρες τῶν κόπων τοῦ λαοῦ, οἱ πολύχρωμες κουρελοῦδες. “Ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα”». (Δ. Νατσιός)

Τί δὲν θὰ ψηφίσουμε στὶς ἐπερχόμενες ἐκλογὲς

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός,
Δάσκαλος –Κιλκίς

.         Ταλαντοῦχος τῆς πένας, δεινὸς σαρκαστὴς καὶ «ἀδέσποτος» τῆς νεοελληνικῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὁ Ἐμμανουὴλ Ροϊδης, μᾶς ἄφησε στὰ κείμενά του – «κλαυσιγελώτων» θὰ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι – καὶ μία παραστατικὴ ἐξεικόνιση τοῦ ἑλληνικοῦ κομματισμοῦ.
.         Γράφει: «Οἱ Ἕλληνες διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας: α) εἰς συμπολιτευομένους, ἤτοι ἔχοντας κοχλιάριον νὰ βυθίζωσιν εἰς τὴν χύτραν τὸν προϋπολογισμοῦ, β) εἰς ἀντιπολιτευομένους, ἤτοι μὴ ἔχοντας κοχλιάριον (= κουτάλι) καὶ ζητοῦντας παντὶ τρόπῳ νὰ λάβωσι τοιοῦτον, γ) εἰς ἐργαζομένους, ἤτοι (= δηλαδὴ) οὔτε ἔχοντας κοχλιάριον οὔτε ζητοῦντας, ἀλλ’ ἐπιφορτισμένους νὰ γεμίζωσι τὴν χύτραν διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὐτῶν». («Τὰ Ἀνθελληνικά», ἐκδ. «Ροές»).
.         Ἐκλογές, λοιπόν. Ἀλλὰ τί ἐκλογές; Ἐν μέσῳ πολέμου. «Πόλεμο τῆς γενιᾶς του» δὲν ὀνόμασε τὴν κρίση ὁ θλιβερὸς δημαγωγὸς τοῦ ΠΑΣΟΚ; Καὶ ἐπειδὴ «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ, πάντων δὲ βασιλεύς», ὁ πόλεμος, κατὰ τὸν Ἡράκλειτο, εἶναι δημιουργικὴ πηγὴ ἀξιῶν, οἱ«πολεμικὲς ἐκλογὲς» τῆς 6ης Μαΐου εἶναι μία λαμπρὴ εὐκαιρία νὰ ποδοπατηθεῖ καὶ νὰ ἐξαφανιστεῖ ἡ ἄρχουσα, διεφθαρμένη, ὑποκριτικὴ καὶ ἀνίκανη, τάξη ἀπὸ ἐμᾶς, τοὺς ἐσαεὶ κοχλιαροφόρους πολίτες. Τουλάχιστον σ’ αὐτὲς τὶς ἐκλογὲς γνωρίζουμε τί δὲν θὰ ψηφίσουμε.
.      Ἐπειδὴ χρωστᾶμε σ’ ὅσους πέρασαν, θὰ ᾽ρθοῦνε, θὰ περάσουν, στοὺς ἀγέννητους καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς παρέδωσαν, μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸν τίμιο ἱδρώτα τους, τὴν Ἑλλάδα, ποὺ εἶχε καμάρι της τὰ Εἰκονοστάσια τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἡρώων της, πρέπει στὶς ἐπερχόμενες ἐκλογὲς νὰ διαπομπευτοῦν οἱ ὀρδὲς τῶν λαφυραγωγῶν, οἱ ἀπομυζητῆρες τῶν κόπων τοῦ λαοῦ, οἱ πολύχρωμες κουρελοῦδες, τὰ κόμματα ἐξουσίας καὶ παραεξουσίας.
.        Ποιοί κυβέρνησαν τὸν τόπο ἀπὸ τὸ 1981 κυρίως καὶ ἐντεῦθεν; Τὸ ΠΑΣΟΚ, ἡ ΝΔ (ἐσχάτως μαζὶ μὲ τὸν καρατζαφέρειο τυχοδιωκτισμὸ) καὶ οἱ ἀριστεροί. Οἱ ἀριστεροὶ ποὺ μετὰ τὸ ’90 καὶ τὴν πτώση τοῦ ὑπαρκτοῦ, περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὸν ἄταφο νεκρό, τὸν σοσιαλισμό, ποὺ κανεὶς δὲν τολμάει νὰ θάψει, ἐλπίζοντας ἴσως στὸ θαῦμα τῆς νεκροφάνειας. Ἀρκετοὶ ἀρνήθηκαν νὰ παραδεχτοῦν πὼς αὐτὸ ποὺ εἶχαν ἐκλάβει σὰν ἐνσάρκωση τῆς Ἰδέας καὶ τοῦ ἀφιέρωσαν τὴν μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ζωή τους, ἀποδείχτηκε ὄχι ἁπλῶς πελώριο φιάσκο – «πουκάμισο ἀδειανὸ» – ἀλλὰ σωστὴ τερατογονία. Αὐτοὶ -καὶ εἶναι βαθύτατα ἀνθρώπινο-, γιὰ νὰ συνεχίσει νὰ ἔχει νόημα ἡ ζωή τους, παρέμειναν καὶ πυκώνουν τὶς τάξεις τοῦ ΚΚΕ. Μὲ τὴν ἴδια ἀόριστη, ξύλινη καὶ ἀμήχανη πολλὲς φορὲς γλώσσα, ἐπιμένουν στὴν ἰδεοπενία τους, ἐλπίζουν στὰ ἀποκαΐδια τῶν συνθημάτων τους. Εἶναι παρελθόν.
.        Οἱ περισσότεροι, ὅσοι αὐτοπροσδιορίζονται, μὲ τὸ ἐν εἴδει φωτοστεφάνου ἐπίθετο, ἀριστεροὶ (ἢ προοδευτικοὶ) ἀνήκουν στοὺς λιμασμένους γιὰ χρῆμα, μεγάλη ζωὴ καὶ δόξα Γραικύλους τῆς σήμερον, ποὺ ἀναρριχήθηκαν «σαλιγκαροειδῶς». Γνωστὸ τὸ ἀνέκδοτο γιὰ τὸν σαλίγκαρο ποὺ βρέθηκε στὴ σκεπὴ τοῦ ὑψηλότερου μεγάρου τῆς πρωτεύουσας. Πῶς βρέθηκες ἐσὺ ἐδῶ πάνω; Τὸν ρωτοῦν. Καὶ ἐκεῖνος ἐξομολογεῖται: Ἕρποντας, γλείφοντας καὶ μὲ τὰ κέρατά μου!…
.        Αὐτοὶ ἔγιναν συνδικαλιστές, καθηγητὲς Πανεπιστημίου, πολιτευτὲς τοῦ ΠΑΣΟΚ, μεγαλοστελέχη τῆς δημόσιας διοίκησης, «διανοούμενοι», μαγαρίζοντας μὲ τὶς τιποτένιες ἰδεοληψίες τους τὰ πάντα. Κατέστρεψαν τὴν Παιδεία, μετατρέποντας τὰ σχολεῖα σὲ ἐκκολαπτήρια κουκουλοφορίας, ἀποκόπτοντας ταυτόχρονα τὶς ρίζες ποὺ ἄρδευαν τὸ σχολεῖο μὲ τὰ ζωηφόρα νάματα τῆς ἐξόχου παράδοσής μας, κατασπίλωσαν καὶ συκοφάντησαν τὴν μάνα τοῦ λαοῦ μας, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιὰ νὰ χαθεῖ ὁ ἐσωτερικὸς ἔλεγχος, νὰ καταντήσουν ὅλοι εἰκόνα καὶ ὁμοίωση δική τους. (Πρὶν ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ ἐκφαυλισμό, τὸ ἠθικὸ δίλημμα ἦταν «κλέβω ἢ δὲν κλέβω». Τὰ τελευταῖα χρόνια, μετὰ τὸ «προοδευτικὸ» μπάζωμα τῆς συνείδησης, τὸ δίλημμα εἶναι «θὰ μὲ πιάσουν ἢ δὲν θὰ μὲ πιάσουν». Ἡ διαφορὰ εἶναι τεράστια). Μετέτρεψαν τὴν πατρίδα μας σὲ ἀνθρώπινη χωματερή, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποτε ἀπὸ τοὺς λαθρομετανάστες θὰ ἐξασφαλίζουν τὴν εἴσοδό τους στὴν Βουλή. Πράκτορες προδοτικῶν ἰδεῶν καὶ εἰσπράκτορες τῶν γενναίων ἐπιχορηγήσεων. ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ καὶ ἐκεῖνο τὸ οἰκολογικὸ ἀπόστημα στοιβάζουν τὴν κυρίαρχη τάξη τῆς πατρίδας. (Καὶ ἀναφέρομαι στὴν κορυφή, στοὺς ἐπαΐοντες, στοὺς δανειοσυντήρητους θολοκουλτουριάρηδες τοῦ Κολωνακίου τύπου Ρεπούση καὶ Τατσόπουλου καὶ ὄχι στοὺς ἁπλοὺς ψηφοφόρους – κοχλιαροφόρους τους). Καὶ τὸ νοσηρὸ φαινόμενο, «Χρυσὴ Αὐγή», σ’ αὐτοὺς ὀφείλεται, γιὰ νὰ δυσφημιστεῖ ἡ χώρα μας. Ἡ Ἀστυνομία εἶναι καθηλωμένη. Τρέμουν οἱ ἀστυνομικοὶ μὴν τοὺς βρεῖ κανένα κακὸ καὶ τοὺς κατασπαράξουν οἱ ἐπαγγελματίες ἀριστεροὶ τῶν ΜΚΟ. (Πότε θὰ μάθουμε πόσα ἑκατομμύρια καὶ ποιοί οἱ «ὑπερασπιστὲς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων» ποὺ τὰ ροκάνισαν;).
.          Πρὶν καταπιαστῶ μὲ τὰ δύο κομματικὰ «παχνιὰ» ποὺ μετέτρεψαν τὴν πολιτικὴ ἀπὸ ἄσκηση θυσίας σὲ ἄσκηση ληστείας, παραθέτω τὸν περίφημο ὁρισμὸ-μαστίγωμα τῶν κομμάτων ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη: «Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνήσια κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πείναν. Ἡ πείνα παρήγαγε τὴν ὄρεξιν. Ἡ ὄρεξις ἐγέννησε τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν ληστείαν. Ἡ ληστεία ἐγέννησε τὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου καὶ διὰ τῆς …βίας. Πάντοτε ἀμετάβλητοι οἱ σχοινοβᾶται οὗτοι οἱ Ἀθίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δὲ οὕτω τοὺς λεγόμενους πολιτικούς). Μαῦροι χαλκεῖς κατασκευάζοντες δεσμὰ διὰ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ βαθυζόφῳ σκοτίᾳ τοῦ αἰωνίου ἐργαστηρίων των…». (ἔκδ. «Βαλέτας», Δ, 134). Ὅλο τὸ συνονθύλευμα τῶν μετρίων καὶ τῶν ἀθλίων, ποὺ μώρανε τὴν ζύμη καὶ ἀλλοίωσε τὸ φύραμα, ἐπιζητᾶ τὴν συνενοχή μας στὸ διαρκὲς ἔγκλημα. Νὰ νομιμοποιήσουμε μὲ τὶς κάλπες καὶ τὴν ψῆφο μας τὴν καταστροφὴ τῆς πατρίδας μας, τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ λαοῦ μας. Καὶ ἐν πρώτοις, ἡ ΝΔ τοῦ κ. Σαμαρᾶ. (Ὁμολογῶ «ἐν συντριβῇ καὶ μετανοίᾳ» ὅτι ἔσπευσα νὰ τὸν ψηφίσω στὶς κομματικὲς ἐκλογές, γιὰ νὰ μὴν ἐκλεγεῖ ἡ κυρία Ντόρα. Λάθος. Καλύτερα τὸ γνήσιο, ὁ ἀπροκάλυπτος νεοταξικὸς κανιβαλισμός, παρὰ τὸ κακέκτυπο, κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὸ κέλυφος τῆς δῆθεν ἀντίστασης στὰ Μνημόνια, καρυκευμένο μὲ πατριωτικὲς κορῶνες). Γιατί νὰ ψηφίσουμε τὴν ΝΔ ἢ τὸ ΠΑΣΟΚ; Γιὰ νὰ τὸ ἐκλάβουν οἱ «ἑταῖροι» καὶ τὸ ΔΝΤ ὡς ἐπιβράβευση τῶν ληστρικῶν μέτρων; Γιὰ ποιό μετεκλογικὸ χάος μιλοῦν, ὅταν βιώνουμε ἤδη τὸ χάος καὶ τὰ ἐρείπια; Ἀκοῦμε ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι θὰ χαροῦν μὲ τὴν ἀνάδειξη τῶν «δύο» σὲ κυβερνητικὴ συμμαχία. Μὰ αὐτὸ ἀρκεῖ γιὰ νὰ μὴν τοὺς ψηφίσουμε. Οἱ σοφοί μας πρόγονοι ἔλεγαν: «Ἐπαινούμενος γὰρ ὑπὸ τῶν ἐναντίων ἀγωνιῶ μή τι κακὸν εἴργασμαι», ὅταν σὲ ἐπαινοῦν καὶ χαίρονται οἱ ἐχθροί σου, πρέπει νὰ ἀγωνιᾶς, νὰ σκέφτεσαι τί κακὸ πράττεις. Γιὰ ποιὰ ἀνανέωση ὁμιλοῦν, ὅταν οἱ νέας ἐσοδείας ὑποψήφιοι εἶναι ἢ πορφυρογέννητοι γόνοι κομματικῶν δεινοσαύρων ἢ ἄβουλα κομματικὰ μειράκια; Ποιὸς πιστεύει τὶς πομφολυγώδεις μεγαλοστομίες καὶ ἀερολογίες τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος ποὺ ὑπῆρξε ἀπὸ τὸ ᾽81 ἡ «νόσος τῆς πόλεως»; Τοῦ κόμματος ποὺ ἐξέθρεψε ὅλα τὰ κοινωνικὰ ἀποβράσματα, τοὺς καταχραστὲς καὶ τοὺς λωποδύτες; Γιατί νὰ ψηφίσουμε τὰ κόμματα ποὺ μᾶς φτύνουν κατάμουτρα, τιμώντας μὲ τὴν συμπερίληψή τους στὰ ψηφοδέλτια, ὀνόματα ὅπως Παπακωνσταντίνου, Μ. Βαρβιτσιώτης, Διαμαντοπούλου, Μπουμποῦκος, Πρωτόπαπας ἢ Σηφουνάκης καὶ πολλῶν ἄλλων δημοπιθήκων; Γι’ αὐτὰ τὰ δύο κόμματα, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὰ ἐνσαρκώνουν, ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ἔγραφε ὁ Φώτης Κόντογλου, πρὶν ἀπὸ 50 περίπου χρόνια, καὶ περιέχονται στὸ θαυμάσιο βιβλίο του «Μυστικὰ Ἄνθη», σελίδα 338:
.   «Τίμια ἀδέρφια μου, Ἕλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα… Καθαρίστε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴν δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευτάδες. Τὰ σκουλήκια, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμία ἄξια ψυχὴ νὰ ὀρθοποδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι τοῦτοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα, ὅλα τὰ πόστα, κι ἡ δύναμή τους εἶναι ἡ ἱερὴ συμμαχία ποὺ ἔχουνε κάνει μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ καθένας εἶναι σὰν μία μυτζήθρα ποὺ παριστάνει τὸ κάστρο. Ἀλλὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μία στὸν πισινό τῆς ἄλλης. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφᾶνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει μ’ αὐτοὺς τοὺς νεκροθάφτες κάθε ἀξίας, τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας…».

,

Σχολιάστε

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941: ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΗΡΩΙΣΜΟΙ (Δ. Νατσιός)

Ἀπρίλιος 1941: Ἄγνωστοι ἥρωες καὶ ἡρωισμοὶ

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς 

«τοῦ ἀντρειωμένου ὁ θάνατος θάνατος δὲν λογιέται»

.         20 Ἀπριλίου τοῦ 1941: Οἱ μετέπειτα κατοχικὸς «πρωθυπουργὸς» στρατηγὸς Τσολάκογλου, παρὰ τὴν ρητὴ διαταγὴ τοῦ Παπάγου, γιὰ ἀγώνα μέχρι ἐσχάτων, παραδίδει τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ στοὺς Γερμανούς, ἀμαυρώνοντας ἔτσι τὴν δόξα τοῦ ’40. «Ἡ πατρὶς ἀναμένει ὅπως ἅπαντες οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ τελευταίου βαθμοφόρου ἐκτελέσωσι μέχρι τέλους τὸ καθῆκον τους», ἔγραψει τὸ τηλεγράφημα τοῦ Παπάγου, στὸ ὁποῖο ὁ δοσίλογος στρατηγὸς ἀρνήθηκε νὰ ὑπακούσει. Ἡ ἀνάρμοστη, γιὰ Ἕλληνα ἀξιωματικό, ἀπόφαση τῆς συνθηκολόγησης, προκάλεσε ἀπογοήτευση στοὺς νικητὲς τῆς Πίνδου. Ἡ ἀπογοήτευση αὐτὴ ἀντικατοπρίζεται στὶς ἑπτὰ αὐτοκτονίες πατριωτῶν ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ συμβιβαστοῦν μὲ τὴν ἰδέα τῆς σκλαβιᾶς. Τὰ ὀνόματα ἄγνωστα, καταχωνιασμένα στὸ «χρονοντούλαπο τῆς ἱστορίας», τέτοιες πράξεις ἐνοχλοῦν, κλονίζουν τὸν ἐφησυχασμό μας ὁ πατριωτισμός, ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα, «τὸ ὑπὲρ πατρίδος τελευτᾶν», δὲν ἔχουν θέση στὴν Ἑλλάδα τοῦ Μνημονίου καὶ τῆς ὑποτέλειας.
.         9 Ἀπριλίου 1941: Ὁ διοικητὴς τῆς ταξιαρχίας τοῦ Ἕβρου, ἔφεδρος ὑποστράτηγος Ἰωάν. Ζήσης, ἀναγκάσθηκε, ὑπὸ τὸ βάρος τῆς συντριπτικῆς ὑπεροχῆς τῶν Γερμανῶν, νὰ ὑποχωρήσει καὶ νὰ περάσει στὴν Τουρκία. Παρὰ τὴν σχετικὴ συμφωνία γιὰ τὸν μὴ ἀφοπλισμὸ τοῦ στρατοῦ, οἱ Τοῦρκοι, ὡς συνήθως, τὴν ἀθετοῦν καὶ ζητοῦν τὴν παράδοση τῶν ὅπλων. Ὁ γενναῖος καὶ εὐαίσθητος στρατηγός, φέροντας βαρέως τὴν ἀτίμωση, ποὺ ὑπέστησαν ἀφοπλιζόμενες οἱ μονάδες του, λίγες ὧρες ἀργότερα, τραβώντας τὸ πιστόλι του, ποὺ δὲν παρέδωσε, αὐτοκτονεῖ, προκαλώντας συγκίνηση στοὺς Ἕλληνες καὶ κατάπληξη, στοὺς ἀσυνήθιστους σὲ τέτοιους ἡρωισμούς, Τούρκους. (Οἱ ὁποῖοι, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, σὰν τὶς ὕαινες ποὺ ὀσμίζονται τὸ πτῶμα, κήρυξαν τὸν πόλεμο στοὺς Γερμανούς, τὴν ἡμέρα ποὺ αὐτοὶ παραδίδονταν, ἄνευ ὅρων, στοὺς Συμμάχους).
.         18 Ἀπριλίου 1941: Ὁ πρωθυπουργὸς Ἀλ. Κορυζής, συντετριμμένος ἀπὸ τὴν δυσμενῆ ἐξέλιξη τοῦ πολέμου καὶ τὴν ἐπικείμενη εἴσοδο τῶν Γερμανῶν στὴν Ἀθήνα, αὐτοκτονεῖ, ἀρνούμενος τὴν μετάβαση στὸ Κάιρο. Οἱ τελευταῖες του λέξεις στὸ ὑπουργικὸ συμβούλιο καὶ ἐνῶ ὁ βασιλιὰς Γεώργιος τοῦ μετέφερε τὶς ἐπικρίσεις τῶν Ἄγγλων στὸν πρωθυπουργὸ ἦταν: «Μεγαλειότατε, ὅλος μου ὁ βίος εἶναι μία σειρὰ πράξεων τιμίων. Ὑπῆρξα τίμιος, τίμιος εἶμαι καὶ θὰ ἀποθάνω τίμιος ἄνθρωπος». Ἂς συγκρίνουμε τὴν τιμιότητα καὶ τὸ ἦθος αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ, μὲ τὶς φαιδρὲς παρουσίες κάποιων τωρινῶν πολιτικῶν ποὺ «ἡ Ἑλλὰς ἀτυχήσασα ψωμίζει».
.         22 Ἀπριλίου 1941: ὁ ταγματάρχης Κων. Βερσής, διοικητὴς τῆς 8ης Μοίρας Πυροβολικοῦ, τῆς 8ης Μεραρχίας πεζικοῦ, αὐτοκτονεῖ, ὅταν ἀναγκάζεται νὰ παραδώσει τὰ τιμημένα ὄπλα. Ὁ διοικητὴς τῆς Μεραρχίας στρατηγὸς Κατσιμῆτρος στὸ βιβλίο του «ἡ Ἤπειρος προμαχοῦσα», γράφει: «Μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν πυροβόλων, συντετριμμένος ψυχικῶς καὶ μὲ κατασπαραγμένη τὴν εὐγενικὴν καρδίαν του, συνεκέντρωσε τοὺς ἄνδρας του καὶ ὡμίλησεν εἰς αὐτοὺς λίαν συγκεκινημένος, παρηγορῶν οἰονεὶ αὐτοὺς διὰ τὸν ἀποχωρισμόν των ἀπὸ τὰ πυροβόλα των, τὰ ὁποῖα τοσάκις κατακεραύνωσαν τὸν ἀντίπαλον. Ἐν τέλει δὲ μετ’ αὐτῶν ἔψαλλον τὸν Ἐθνικὸν Ὕμνον, μεθ’ ὃ οὗτος ἀπομακρυνθεὶς ὀλίγον καὶ ἑξαγαγὼν τὸ περίστροφόν του ἐβλήθη εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ ἔπεσεν». Τελευταία του φράση «Ζήτω ἡ αἰωνία Ἑλλὰς» καὶ ἔπεσεν…
.         2 Μαΐου 1941: Ἡ Πηνελόπη Δέλτα, κόρη τοῦ ἐθνικοῦ εὐεργέτη Ἐμμ. Μπενάκη, ἀκούγοντας στὸ ραδιόφωνό της, ὅτι «ἡ πρωτεύουσα περιέρχεται εἰς χεῖρας τῶν κατακτητῶν», παίρνει δηλητήριο καὶ αὐτοκτονεῖ. Ἡ γυναίκα ποὺ ἀνέθρεψε καὶ γαλούχησε γενεὲς Ἑλλήνων μὲ τὰ ἄφθαστα παιδικὰ λογοτεχνήματά της («Τὰ μυστικὰ τοῦ βάλτου», «Γιὰ τὴν Πατρίδα»), κηδεύεται τὴν ἑπομένη μέρα ἀπὸ τὸν φίλο της, ἡρωικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρύσανθο. Στὴν ταφόπετρά της χαράχτηκε, σύμφωνα μὲ τὴν τελευταία ἐπιθυμία της, μόνον μία λέξη: Σιωπή. Σιωπή, λοιπόν, «Γιὰ τὴν Πατρίδα» ποὺ εἰσέρχεται στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα της.

Λοχαγὸς Εὐαγγ. Νομικός, ἀπὸ τὶς Κυκλάδες, αὐτοκτόνησε στὸ Ριζὸ τῆς Μακεδονίας, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.

Ἔφ. Ἀνθυπολαχαγὸς Νικόλας Πάππης, ἀπὸ τὴν Χίο, αὐτοκτονεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο τῶν Καμμένων Βούρλων, ὅταν εἶδε τοὺς Γερμανοὺς νὰ πλησιάζουν.

(Γιὰ τοὺς δύο ἥρωες δὲν βρῆκα περισσότερες πληροφορίες. Μνημονεύονται μόνον στὸ βιβλίο τοῦ δημοσιογράφου Τ. Κοντογιαννίδη «Ἥρωες καὶ Προδότες στὴν κατοχικὴ Ἑλλάδα» ἐκδ. Πελασγός, Ἀθήνα 1998, σελ. 13)

.         Ἄφησα ἐπίτηδες τελευταῖο τὸν Κ. Κουκκίδη. Κανεὶς δὲν ξέρει ποῦ γεννήθηκε. Ἦταν ἁπλῶς ἕνα προσφυγόπουλο, παιδὶ Ποντίων ποὺ μετὰ τὴν μικρασιατικὴ καταστροφὴ τοῦ ’22, ζήτησαν καταφύγιο στὰ προγονικὰ χώματα. Ἴσως νὰ γεννήθηκε ἐδῶ, ἴσως καὶ στὴν «πέραν τοῦ Αἰγαίου Ἑλλάδα». Ποιός εἶναι; Εἶναι ὁ φρουρὸς τῆς γαλανόλευκης στὸν Ἱερὸ Βράχο τῆς Ἀκροπόλεως, ποὺ αὐτοκτόνησε πέφτοντας στὸ κενό, ὅταν οἱ Γερμανοί, ταπεινώνοντας τὸ ἐθνικό μας σύμβολο, ἀνήρτησαν τὴν σβάστικα. Καὶ ὅμως τὸ γεγονὸς αὐτό, παρὰ τὶς σχετικὲς μαρτυρίες, ἀμφισβητεῖται. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, στὴν σελίδα 376 τῶν Ἀπομνημονευμάτων του σημειώνει: «ὁ Ἕλλην φρουρὸς τῆς ἑλληνικῆς σημαίας τῆς Ἀκροπόλεως μὴ θελήσας νὰ παραστεῖ μάρτυς τοῦ θλιβεροῦ θεάματος τῆς ἀναρτήσεως τῆς ἐχθρικῆς σημαίας, ὥρμησεν ἐκ τῆς Ἀκροπόλεως ὡς καὶ ἐκρημνίσθη φονευθείς. Ἐκάθησα εἰς τὸ γραφεῖον μου περίλυπος μέχρι θανάτου καὶ δακρύων». Ἡ ἐφημερίδα DAILY MAIL, Λονδίνο 9-5-1941, ἔγραψε: «…Ὁ Κ. Κουκκίδης, Ἕλληνας στρατιώτης, φύλαγε τὴν γαλανόλευκη ἑλληνικὴ σημαία στὴν Ἀκρόπολη στὴν Ἀθήνα, ὅταν μία ὁμάδα ἐνόπλων Ναζί, τὸν πλησίασε. Κρατοῦσαν τὴν σβάστικα στὰ χέρια τους. Κατέβασε τὴν σημαία, τοῦ εἶπαν καὶ ἀνέβασε τὴν δική μας. Ὁ Κώστας δὲν ἤξερε τὴν γλώσσα τους, μὰ κατάλαβε. Ἕσφιξε τὰ δόντια του, ἔλυσε τὸ σχοινὶ καὶ ἄρχισε νὰ τὴν καταβάζει. Ἀμίλητος… Ὕστερα κοντοστάθηκε γιὰ μία στιγμή, κάρφωσε τὰ μάτια του στὸν ἐπικεφαλῆς Γερμανὸ καὶ ἀπότομα μ’ ἕνα σάλτο βρέθηκε ἐπάνω στὸν διπλανὸ βράχο, τυλίχτηκε μὲ τὴν σημαία καὶ ρίχτηκε ἀπὸ τὶς ὕψους 200 ποδῶν ἐπάλξεις». (Τὸ γεγονὸς διασώζει καὶ ὁ Ν.Χάμμοντ στὸ βιβλίο του «μὲ τοὺς ἀντάρτες 1942-44», ἐκδ. Εὐρωεκδοτική, σελ.12). Τώρα γιατί ἀμφισβητεῖται; Προφανῶς γιατί ὁ Κουκκίδης δὲν ἦταν μέλος κάποιας ὀργάνωσης ἢ παράταξης, ποὺ μονοπώλησε ἀργότερα τὸν ἀντιστασιακὸ ἀγώνα.
.         Ἂν ἦταν ἀριστερὸς οἱ μισὲς πλατεῖες καὶ λεωφόροι τῶν ἑλληνικῶν πόλεων θὰ ἔφεραν τὸ ὄνομά του…
.        Ἐδῶ τελειώνει τὸ μνημόσυνο τῶν ἑπτὰ ἡρώων. Μπορεῖ νὰ εἶναι ξεχασμένοι, ἀλλὰ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Ἀκαδημαϊκὸς Σπ. Μελάς:… «οἱ σύγχρονοι μπορεῖ νὰ ξεχνοῦν, μὰ οἱ μεγάλες ψυχὲς ποτὲ δὲν χάνονται. Τὶς παίρνει στὰ φτερά της ἡ Δόξα».

,

Σχολιάστε

ΠΟΤΕ ΘΑ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ ΚΑΙ Η ΣΚΩΛΗΚΟΒΡΩΤΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑ; «Νὰ πληροφορηθεῖ ὁ κόσμος τὸ κακὸ ποὺ γίνεται στὰ σχολεῖα. Πουθενὰ ἡ φράση γιορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἕνα “Χριστὸς Ἀνέστη” τέλος πάντων.» (Δ. Νατσιός)

Πότε θὰ «ἀναστηθεῖ» καὶ ἡ σκωληκόβρωτος Παιδεία;

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός,
Δάσκαλος

«Ἡμεῖς νικῶμεν, νικώντων τῶν ἄλλων»
ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας

.       Ὁ ὁσιακῆς μνήμης Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, στύλος νεοφανὴς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, συμβούλευε ὅσοι δάσκαλοι ἔχουν ἀναφορὰ στὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα καὶ ἐργάζονται μὲ φιλότιμο καὶ ἀρχοντιὰ γιὰ τὸ καλὸ τῶν παιδιῶν, νὰ παίρνουν τὴν Πρώτη Δημοτικοῦ. Εἶναι ἡ κρισιμότερη τάξη. Ἐντυπώνονται ἀνεξίτηλα στὴν μνήμη τοῦ παιδιοῦ, αὐτῆς τῆς ἡλικίας, οἱ δεξιότητες (ἢ οἱ ἀδεξιότητες) παραμένουν διὰ βίου οἱ γνώσεις καὶ τὰ πρῶτα μαθήματα. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τὰ ὑψηλὰ πρότυπα καὶ οἱ ἀξίες, μικραίνει καὶ στεγνώνει ἡ ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ.
.       Ἐνδιαφέρον τοῦ προκαλεῖ (τοῦ μαθητῆ) ὁ ἐναρμόνιος κόσμος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν, ποὺ ἐνσαρκώνει ἡ θρησκευτικὴ πίστη, ἡ ἀγάπη τῆς πατρίδας, ἡ ζεστασιὰ τῆς οἰκογένειας, κόσμος, ἐκτός του ὁποίου, τὸ παιδὶ δὲν μεγαλώνει οὔτε στερεώνεται. Αὐτὲς οἱ ἀξίες δὲν εἶναι ἰδεολογήματα, εἶναι τὸ πνευματικὸ λίπασμα ποὺ χρειάζονται, γιὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν ὁμαλά.
.       Πάσχα, τὴν Λαμπρὴ θὰ ἑορτάσουμε σὲ λίγες μέρες.
«Χριστὸς Ἀνέστη ἀληθῶς
καὶ δίδαξε τσ’ ἀνθρώπους
πῶς ζοῦν ἐφήμερες χαρὲς
σὲ δανεισμένους τόπους», λέει μία θαυμάσια κρητικὴ μαντινάδα, μοσχοβόλημα Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Τί διαβάζουν ὅμως οἱ μαθητὲς γιὰ τὸ πανηγύρι τῆς Χριστιανοσύνης στὰ βιβλία τους, πῶς ἀντιμετωπίζουν τὰ σχολικὰ βιβλία -«οἱ κουρελοῦδες τοῦ διαβόλου»- τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ; (Ἴσως γίνομαι κουραστικὸς μὲ τὴν ἐπιμονή μου στὰ βιβλία. Πρέπει μως ν πληροφορηθε κόσμος τ κακ πο γίνεται στ σχολεα. Ατοκτονομε ν θριάμβ. Στὸ Εὐαγγέλιο γράφει πὼς εἶναι καλύτερα νὰ κρεμάσουμε μυλόπετρα στὸ λαιμό μας -«μύλον ὀνικὸν»- καὶ νὰ καταποντισθοῦμε στὸ πέλαγος, παρὰ νὰ δηλητηριάζουμε «τὰ παιδία»).
.       Στὴν Πρώτη Δημοτικοῦ, ὁ μαθητὴς γνωρίζει τί σημαίνει Πάσχα μέσῳ δύο ποιημάτων. («Γλώσσα, α´ τεῦχος, σελ. 56). Τὸ πρῶτο μὲ τίτλο «Πασχαλινὸ» τὸ ὁποῖο γράφει γιὰ φούρνους ποὺ μοσκοβολοῦν, γιὰ τραπέζια ποὺ κοκκινίζουν ἀπ’ τὰ κόκκινα αὐγά, τῆς Ἕλλης Ἀλεξίου. Τὸ δεύτερο μὲ τίτλο «Πασχαλινὰ κουλούρια», δὲν θέλει σχολιασμό. Πουθεν φράση γιορτάζουμε τν νάσταση το Κυρίου. Ἕνα «Χριστὸς Ἀνέστη» τέλος πάντων. Στὸ «Ἀνθολόγιο» τῆς ἴδιας τάξης στὴν σελ. 116. Ἕνα χαζοχαρούμενο ποιηματάκι μὲ τίτλο «Ἦρθε ἡ Πασχαλιά», ἕνα δεῖγμα:

«Ἦρθε ἡ Πασχαλιὰ
καὶ τσουγκρίζει αὐγὰ
τὸ μικρὸ παιδάκι»
καὶ στὴν ἑπόμενη σελίδα κείμενο μὲ τίτλο «Τὸ λαγουδάκι τῆς Λαμπρῆς», στὸ ὁποῖο περιγράφεται ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ἀνάστασης ἀπὸ τὴν «χαρούμενη οἰκογένεια τοῦ κυρ-λαγοῦ».
.       Εἶναι ἢ δὲν εἶναι πνευματικὸς ὑποσιτισμὸς αὐτό; Ποιός ἔδωσε τὸ δικαίωμα σὲ κάποιους νισόρροπους κκλησιομάχους, ἐν ὀνόματι κάποιου νεφελώδους προοδευτισμοῦ, νὰ καταστρέφουν ἀδίστακτα τὰ Ἑλληνάκια καὶ νὰ κάνουν ὅ,τι τοὺς κατέβει; «Γιατί νὰ δίνωμε στὰ παιδιά μας πράγματα κακορίζικα, μικρά, στενά, ξέψυχα, μίζερα; Γιατί ἄψυχα, ἀνούσια, ποὺ προκαλοῦν ναυτία; Γιατί χωρισμένα, σχιζοφρενικά, ἀντιμαχόμενα, διαλυμένα σὰν κομμένο γάλα; …Ποιός μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὰ παιδιὰ νὰ μείνουν «ἀγράμματα», σὰν τὸν Μακρυγιάννη, νὰ μάθουν, νὰ πάρουν τὴν χάρι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε νὰ γίνουν, οἱ ἀγράμματοι, οἱ καλύτεροι πεζογράφοι μας; Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς κρατήσει στὸ ὕψος, στὸ ἦθος, στὴν ἐλευθερία τῆς «ἀγραμματοσύνης» τοῦ «καθυστερημένου» λαοῦ, ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὸ χῶμα του τὰ δημοτικὰ τραγούδια, τὶς παροιμίες, τοὺς σκοπούς, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν κλεφταρματολῶν;», ἔγραφαν τὸ 2003, οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες («Ἑλληνορθόδοξη Πορεία», ἀνθολόγιο κειμένων, ἐπιμέλεια ἔκδοσης Κων. Χολέβας, σελ. 297).
.       Στὴν Δευτέρα Δημοτικοῦ (γ´ τεῦχος, «Γλώσσα») τ Πάσχα, μ ντελς παξιωτικό, περιφρονητικ τρόπο, εναι νταγμένο σ μία σχετη νότητα μ τίτλο «χρήσιμες δηγίες». Στὶς τρεῖς σελίδες ποὺ ἀφιερώνονται στὴν γιορτή, οἱ δύο περιέχουν ὁδηγίες γιὰ κατασκευὴ χρωματιστῶν αὐγῶν καὶ πασχαλινῶν καρτῶν. Στὴν τρίτη καταγράφονται πασχαλινὰ ἔθιμα (σελ. 43, 44, 45).
.       Στὴν ἐξοπλιστικὴ ἡλικία, τῶν δύο πρώτων τάξεων τοῦ δημοτικοῦ οἱ μαθητὲς «βιάζονται» νὰ υἱοθετήσουν τὴν φράγκικη ἀθεΐα τοῦ καταναλωτισμοῦ καὶ νὰ λησμονήσουν ὅ,τι ὀρθόδοξο ἔμαθαν, ἂν ἔμαθαν, στὸ σπίτι τους. (Νομίζω, ὁ ποιητὴς Καροῦζος ἔλεγε ὅτι ὅποιος δὲν πέρασε τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο, δὲν θέλω νὰ μὲ διαβάζει. Οἱ γονεῖς πολεμώντας τοὺς πολέμιους τοῦ Γένους, ἂς φροντίσουν νὰ παίρνουν τὰ παιδιά τους στν κκλησία τν Μεγάλη βδομάδα. Ατ εναι μαθήματα «δι βίου» κα χι ο τιποτολογίες το πουργείου «δι βίου» νοησίας).
.       «Τὸ Πάσχα σημαίνει ψητὸ ἀρνί, κόκκινα αὐγά, τσουρέκι, ἀλλὰ κυρίως τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ ἄνθρωπος νικᾶ μὲ τὴν ἀγάπη του τὸν θάνατο. Αὐτὸ ποὺ μένει μέσα μας δὲν εἶναι τόσο τὸ τσούγκρισμα τῶν αὐγῶν, εἶναι τὸ φιλὶ τῆς Ἀναστάσεως, τὸ πανηγύρι μιᾶς ἀνοίξεως ἐσωτερικῆς ποὺ ἀφανίζει τὸν Ἅδη. Ὅταν λοιπὸν τὸ πνευματικὸ περιεχόμενο τῶν θρησκευτικῶν ἑορτῶν διατηρεῖται, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα ἔχουν νόημα, ὅταν παραγκωνίζεται, οἱ εὐχετήριες κάρτες καὶ τὰ χρωματιστὰ αὐγὰ μεταβάλλονται σὲ ἐκδηλώσεις ρουτίνας χωρὶς νόημα, ἢ καλύτερα μὲ κοσμικὸ νόημα, τὸ ὁποῖο ἐπιβάλλουν στὴν θρησκευτικὴ ἑορτὴ καὶ τὴν ἐκφυλίζουν. Χρειάζονται, ἄρα, κείμενα βιωματικά, ποὺ ἀναδεικνύουν τὸ πνευματικὸ περιεχόμενο τῆς ἡμέρας καὶ ὄχι κείμενα ποὺ τὸ ἀφαιροῦν, γιὰ νὰ προβάλλουν –προτεσταντικῷ τῷ τρόπω- ς θνογραφικ λικ κάποια θιμα κα ν ποκόψουν ν τέλει τν ζω το παιδιο π τν ζωνταν παράδοση τς κκλησίας».(Στ. Ράμφου, «Κυριακοδρόμιο», σέλ. 51, ἔκδ. «ΚΕΔΡΟΣ». Ράμφος παλις πρν μεταβληθε σ μνωδ το Σημίτη).

.       Θὰ σταματήσω , στὶς δύο κρίσιμες αὐτὲς τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Μέρες ποὺ εἶναι νὰ μὴν μαυρίζω τὴν ψυχὴ τῶν ἀναγνωστῶν. πάρχει κα τίποτε τς προκοπς σ’ ατ τ τρισάθλιο κράτος τν πολιτικν τς προδοσίας; Ὅπου καὶ νὰ στρέψεις τὸ βλέμμα σου, πληγώνεσαι. Δὲν ἔχω τὶς δυνατότητες νὰ γράψω, ἐπιλογικά, γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Οἱ καλύτεροι θεολόγοι εἶναι τὰ βοτσαλάκια τῆς ἐρήμου, λένε οἱ Πατέρες. Ἂς ἀφήσω τὸν λόγο στοὺς ἔμπειρους, στοὺς «λοκατζῆδες τῆς πίστης», στὸ περιβόλι τῆς Θεομάνας μας.
.       «Τὸ μέλλον ἀνήκει σ’ αὐτὸ ποὺ ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου. Σ’ αὐτὸ ποὺ δὲν φοβᾶται τὸν θάνατο, ἀλλὰ ὁ θάνατος γίνεται ἡ μήτρα ποὺ τὸ κυοφορεῖ. Ἀναδύεται ἐκ τοῦ τάφου, ἀπὸ τὴν τελικὴ δοκιμασία, νέο, ἄτρωτο, γεμάτο ἄδυτο φῶς. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἀγωγὴ ἔδωσε τὴ δύναμι στὸν ἅγιο Κοσμᾶ, καὶ βλάστησε ἀπὸ τὸν τάφο του, τὸ σκαμνί του, αὐτὸ τὸ πολύκλωνο δέντρο ποὺ τρέφει τὸν λαό. Ἡ ἴδια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔμαθε στὸν Μακρυγιάννη νὰ προσεύχεται ὅπως προσευχόταν, ν’ ἀπαντᾶ καὶ ν’ ἀντιμετωπίζη τὸν Ντερνὺ καὶ τὸν Μπραΐμη ὅπως τοὺς ἀντιμετώπισε μὲ τὸν λόγο του, τὴν χάρι του καὶ τὴν ζωή του. Καὶ ὅλες οἱ σημερινὲς δοκιμασίες καὶ ἀνακατατάξεις ἀνοίγουν νέους δρόμους γιὰ τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστάν. Καὶ αὐτὸ μόνο μπορεῖ νὰ συντροφεύση τὸν ἄνθρωπο στὶς νέες περιπέτειες, ἀναζητήσεις καὶ φόβους τῶν ἐπερχομένων.
.      Ἂς δώσωμε τὴν δυνατότητα στὰ παιδιὰ νὰ γνωρίσουν τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς μεγάλους Οἰκουμενικοὺς Διδασκάλους. Ἂς τοὺς δώσουμε τὴν δυνατότητα νὰ ἐγκεντρισθοῦν, σὰν νέοι βλαστοί, στὸ δέντρο ποὺ ἀνήκουν, στὴν καλλιέλαιον τῆς Παραδόσεώς μας.
.      Ἂς τὰ ἀφήσουμε ν’ ἀνάψουν τὴ λαμπάδα τοῦ εἶναι τους προσωπικὰ ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἂν αὐτὸ συμβῆ, τότε καμμία ἀπειλὴ δὲν θὰ μπορῆ νὰ σβήση τὸ φῶς καὶ τὴν φλόγα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Κάθε θύελλα, δοκιμασία, θὰ κάνη τὸ φῶς αὐτὸ νὰ λάμπη τηλαυγέστερα καὶ νὰ φωτίζη τὴν ὑπ’ οὐρανόν. Θὰ μποροῦν, ἔτσι, ὅλα τὰ παιδιὰ νὰ ζήσουν, νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ. Καὶ ὁ δικός μας καιρός, ὁ δύσκολος καὶ ζοφερός, καὶ ὁ δικός μας τόπος, ὁ μικρὸς καὶ καθαγιασμένος, θὰ ἀναδειχθῆ πάλι πηγὴ ζωῆς καὶ φάους γιὰ τοὺς πολλούς.
.       «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

, , ,

Σχολιάστε

ΕΟΚΑ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ’21 ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ («Ὀνόματα ποὺ μπῆκαν στὸ Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Νὰ ξεχάσουμε λίγο τὶς τιποτένιες ἀνθυπομετριότητες, ποὺ μᾶς καταρρακώνουν… Νὰ θυμηθοῦμε τί σημαίνει Ἑλλάδα…») [Δ. Νατσιός]

ΕΟΚΑ: Τὸ τελευταῖο ’21 τοῦ Γένους

Τοῦ Δημ. Νατσιοῦ

.       «Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν», ἔλεγε μὲ ἐκείνη τὴν χαρακτηριστικὴ σὰν λονδρέζικη ὁμίχλη θλίψη του ὁ ποιητὴς-ὑπονοώντας πολὺ περισσότερα ἀπὸ τοὺς τέσσερις τοίχους τῶν σπιτιῶν. Στίχος ποὺ ταιριάζει σήμερα στοὺς σύγχρονους Ἕλληνες. Στίχος ποὺ ἀνακαλεῖ ἐν πολλοῖς ὅλες τὶς χαμένες πατρίδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
.       Τὰ σπίτια ὅμως ἔχουν ψυχή, εἶναι «στοιχειὰ καὶ μᾶς προσμένουν». Τέτοια «ἐθνικὰ ὀσπήτια», ὅπως ἔλεγαν τοὺς ἐρειπιῶνες τοῦ Ἀναπλιοῦ, ποὺ στοίβαζαν τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ τῆς Ἐθνεγερσίας, δηλαδὴ τὰ ριζιμιὰ λιθάρια τοῦ Γένους, εἶναι καὶ οἱ ἡμέρες μνήμης. Καὶ σήμερα ποὺ μᾶς «ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μας ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον» καὶ εἶναι πλῆθος τ’ ἄσχημα καὶ τ’ ἄδεια ἀφέντες, ψάχνουμε, σὰν τὸν Διογένη, μέρα μεσημέρι, νὰ βροῦμε τὶς ἀνηφοριὲς καὶ τὰ σκαλοπάτια ποὺ πᾶν στὴν λευτεριά, ὅπως μᾶς κανοναρχεῖ ὁ Εὐαγόρας ὁ ἀνδρειωμένος.
.        Ξεφυλλίζω τὸ «Λεύκωμα τῆς ΕΟΚΑ». Ἔχει μία μαυρόασπρη φωτογραφία, ποὺ ἀναπαριστᾶ τὸν Κύπριο ἐθνομάρτυρα Μιχαὴλ Καραολῆ, πλαισιωμένον ἀπὸ ἀποικιακοὺς δεσμοφύλακες, κατὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸ δικαστήριο τῆς «αὐτῆς μεγαλειότητος» Ἐλισσάβετ, βασιλίσσης τῆς ξεδοντιασμένης γηραιᾶς Ἀλβιόνας. Ἐκεῖ, πρὶν ἀπὸ λίγα λεπτά, ὁ Ἐγγλέζος δικαστής, παγερὰ βλοσυρός, κάτω ἀπὸ τὴν ἄσπρη του περούκα, τοῦ ἀνακοίνωνε φλεγματικὰ πὼς ὁ νόμος τοῦ τιμωρεῖ τὴν φιλοπατρία μὲ θάνατο. Στὶς 10 Μαΐου τοῦ 1956 ἀπαγχονίζεται ὁ Καραολής, γιατί τὴν Ἑλλάδα ἔτσι τὴν ἐννοοῦσαν τέτοιοι ἄνθρωποι ὡς τάφο. Λόγος θνικς γι’ ατος εναι ν μιλς μς π τ μνμα.
.        Ἦταν Πρωταπριλιὰ τοῦ 1955, ὅταν ξεκίνησε στὴν Κύπρο, τὸ τελευταῖο ’21 τοῦ Γένους. ΕΟΚΑ, τέσσερις λέξεις, δηλαδὴ σὰν νὰ λὲς Ζάλογγο καὶ Μανιάκι καὶ Μεσολόγγι καὶ Γραβιά. Κα νόματα πο μπκαν στ Εκονοστάσι το Γένους, δίπλα στος ρωες το ’40, το ’12-’13, το ’21. Αξεντίου, Μάτσης, Δράκος, Λένας, Παναγίδης...
.        Ἂς τοὺς «ἀναστήσουμε» μέσα ἀπὸ τὰ τελευταῖα λόγια τους. Ἕνα εὐλαβικὸ μνημόσυνο στὰ λαμπρὰ παλληκάρια. Ν ξεχάσουμε λίγο τς τιποτένιες νθυπομετριότητες, πο μς καταρρακώνουν… Ν θυμηθομε τί σημαίνει λλάδα...

.       «Ἀγαπητοί μου γονεῖς, ὅταν θὰ διαβάζετε τὸ γράμμα μου αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω σβήσει γιὰ πάντα ἀπὸ τὴ ζωή. Μὴ νομίσετε ὅμως ὅτι αὐτὸ μὲ λυπεῖ. Ἀπεναντίας, ἐπειδὴ γνωρίζω γιὰ ποιὸ σκοπὸ θὰ ἐκτελεστῶ, αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό μου ἰσχυρὸ καὶ γαλήνιο καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω μὲ ἀφάνταστη ψυχραιμία». Χαρίλαος Μιχαήλ, ἀπαγχονίστηκε στὶς κεντρικὲς φυλακὲς τῆς Λευκωσίας, στὶς 9 Αὐγούστου τοῦ 1956. Τελευταῖα του λόγια: «δοξάζωμεν τὸν Θεὸν ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ πεθάνουμε χάριν τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου μας». Σκέφτηκα πρὸς στιγμὴν νὰ σβήσω τὴν φράση «δοξάζωμεν τὸν Θεόν», καιροφυλαχτοῦν οἱ «προοδευτικοί», ποὺ δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ ἀκόμη σὲ ποιὰ χώρα ζοῦν καὶ ὅτι ἡ ἱστορία τοὺς ἔχει προσπεράσει.
.        «…Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου πλησιάζει. Μὰ στὴν ψυχή μου φωλιάζει ἠρεμία… Τότε θὰ αἰσθανόμουν λύπη, ἂν ἤξερα ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ μείνω πάντα, πάντα νέος κι ἀθάνατος, ἂν ἀπέφευγα τὴν ἐκτέλεση. Πρῶτα ἢ ὕστερα ἔπρεπε νὰ διαθέσω τὴ ζωή μου. Δὲν βλέπω πιὸ κατάλληλη περίσταση ἀπὸ τὴν τωρινή, νὰ τὸ κάνω». Ἀνδρέας Ζάκος, ἐκτελέστηκε στὶς 9 Αὐγούστου τοῦ 1956. Ὁ ἡρωομάρτυρας Ἀνδρέας Παναγίδης, στὴν τελευταία του ἐπιστολὴ στὸν ἀδελφό του γράφει γιὰ τὸν Ζάκο: «Μάθε ἀκόμη ὅτι ὁ Ζάκος καὶ οἱ ἄλλοι πέθαναν μὲ ὑπερηφάνεια. Τραγουδοῦσαν μισὴ ὥρα πρὶν ἐκτελεσθοῦν καὶ τὴν ὥρα τῆς ἐκτελέσεως φώναζαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας». Ἀπώλεια τῆς Κύπρου γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ θὰ σημάνει καὶ τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς μείζονος παρουσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ ποὺ «ὅσο καὶ ἂν φαίνεται περίεργο, ὁ πρὶν ἀπὸ τοὺς δύο παγκοσμίους πολέμους ὑπήκοος τοῦ μικροσκοπικοῦ μας κράτους ἀνάσαινε τὸν ἀέρα μίας αὐτοκρατορίας. Οἱ δυνατότητές του νὰ κινηθεῖ χωρὶς διαβατήριο γλώσσας καλύπτουν… μέρη ἀπὸ τὴν Ἰταλία ὣς τὴν Αἴγυπτο», μᾶς λέει ὁ Ἐλύτης στὰ «Δημόσια καὶ ἰδιωτικά».
.       Συρρικώνεται τὸ ἀψόγου στάσεως κρατίδιο, διότι ἐπέλεξαν οἱ κατοικοῦντες σ’ αὐτὸ νὰ παραμείνουν εὐδαιμονοῦντες ἔμποροι καὶ ὑπάλληλοι καὶ ὄχι πενόμενοι συντηρητὲς τῆς μνήμης. «Μητέρα, πρέπει νὰ εἶσαι ὑπερήφανη, γιατί εἶμαι κι ἐγὼ ἕνα παιδὶ τῆς Κύπρου ποὺ δίνει τὸ αἷμα του γιὰ τὴν ἐλευθερία… Οἱ μόνες λέξεις ποὺ μποροῦν ν’ ἀκούσουν ἀπὸ τὰ χείλη μας οἱ δυνάστες εἶναι αὐτές: “Ἐλευθερία ἢ θάνατος”. Εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ χωριστοῦμε καὶ πρέπει νὰ σεβαστοῦμε τὸ ἅγιο θέλημά Του. Θὰ ἐλυπόμουν, ἂν πέθαινα σὰν ἕνας κοινὸς κλέφτης. Δὲν ὑπάρχει ὅμως λόγος νὰ λυπηθῶ τώρα, ποὺ πεθαίνω γιὰ χάρη ἑνὸς ὑψηλοῦ ἰδανικοῦ. Δὲν λυποῦμαι, γιατί θὰ ἐκτελεστῶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας». Μιχαὴλ Κουτσόφτας, ἀπαγχονίστηκε, 22 χρονῶν, στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ 1956. Ὅταν τὸ μεσημέρι τῆς 20ης Σεπτεμβρίου τὸν ἐπισκέφθηκε ἡ μάνα του… ἄρχισε νὰ κλαίει ἡ γερόντισσα: «Μάνα, ἂν εἶσαι Ἑλληνίδα, μὴν κλάψης, γιατί ὁ γιός σου δὲν εἶναι γιὰ κλάματα, ὁ γιός σου τραβάει γιὰ τὴ δόξα καὶ τὴν τιμή». Καὶ ἡ μάνα: «Εἶμαι περήφανη γιὰ σένα γιέ μου. Σὲ γέννησα γιὰ τὴν πατρίδα καὶ σὲ δίνω τὴν πατρίδα». Ὅταν λέμε ἡ πατρίδα μου, δὲν σημαίνει ὅτι τὴν κατέχουμε ἢ μᾶς ἀνήκει, ἀλλὰ ὅτι ἀνήκουμε σ’ αὐτὴν χωρὶς ἐπιφύλαξη. Καὶ ἡ «πατρὶς» κάνει τὸ χρέος της, διὰ στόματος τοῦ πατριδοφύλακα στρατηγοῦ Μακρυγιάννη: «Πατρίς, νὰ μακαρίζης ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ὅτι θυσιάστηκαν διὰ σένα νὰ σ’ ἀναστήσουνε, νὰ ξανασηκωθῆς ἄλλην μίαν φορὰν ἐλεύτερη πατρίδα…».
.         «Ἂς εὐχαριστήσουμε ὅλοι τὸν Θεὸ κι ἂς γίνει τὸ θέλημά Του… Τώρα ποὺ γνωρίζω ὅτι σὲ μία μέρα θ’ ἀντικρίσω τὴν ἀγχόνη, ἔχω διπλάσιο θάρρος παρὰ ποτέ. Χριστς εναι πάντα συντροφι στ κελιά μας…». Ἀντρέας Παναγίδης, 23χρονος, ἀπαγχονίστηκε στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ 1956, γιὰ τὴν ἕνωση τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Διαβάζεις τὰ λόγια του ἥρωα καὶ εἶναι σὰν ν’ ἀκοῦς τὸν Σολωμὸ νὰ λέει:

«Φρικτὴ ναι ἡ ὥρα ποὺ ὁ ἄνθρωπος
βαριὰ ψυχομαχᾶ
ἀλλὰ μὴ φοβηθεῖς
ἰδού, ὁ Χριστός, ποὺ γέρνοντας
στοῦ πόνου τὸ κρεβάτι
σοῦ σιάζει τὸ προσκέφαλο
καὶ σὲ παρηγορᾶ»
(Εἰς Μοναχήν).

.         Καὶ πιὸ κοντὰ ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Γέρος τῆς Λευτεριᾶς, νὰ ἀφήνει παρακαταθήκη στοὺς ἀπογόνους: «Μία φορὰ ἐβαπτίσθημεν μὲ τὸ λάδι, βαπτιζόμεθα καὶ μίαν μὲ τὸ αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος μας». Μοσκοβολον σν Τίμιο Ξύλο ατ τ λόγια, δύσκολο ν ντιληφθομε σήμερα πς τ ν πεθαίνεις σωστ εναι μόνος σωστς τρόπος ζως.
.         «…Νιώθω τὸν ἑαυτό μου ἰσχυρὸ καὶ γαλήνιο καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ ἀντιμετωπίσω ὅλα μὲ θάρρος καὶ ὑπομονή, γιατί χω τν Χριστ μέσα μου κα μ βοηθ». Στέλιος Μαυρομάτης, ἐκτελέστηκε στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ 1956. Καὶ «σιμώνει ἡ Λευτεριὰ καὶ κλαίει» καὶ ἀκούει τὸν ἥρωα νὰ λέει: «μήπως ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶπε “μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα τὴν δὲ ψυχὴ μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι;”. Ἀπὸ τί λοιπὸν νὰ φοβηθοῦμε ἐφ’ ὅσον ἡ ψυχή μας θὰ ζεῖ αἰωνίως;…».

«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, Βόλι Ἄγγλου
πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι».

.         Ὁ Κυριάκος Μάτσης σ’ ἀπάντηση στὶς ἐκκλήσεις τοῦ Ἄγγλου ἀξιωματικοῦ ποὺ τὸν προέτρεψε νὰ παραδοθεῖ, γιὰ νὰ μὴν σκοτωθεῖ ἄδικα, μιᾶς καὶ εἶχε ἤδη ἐκτελέσει τὸ καθῆκον στὴν πατρίδα του ἀκέραιο, ἀπάντησε: «Ἐγὼ θὰ βγῶ πυροβολώντας». Καὶ ἔκανε ΕΞΟΔΟ καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ δύο χειροβομβίδες τὸν διαμέλισαν, στὶς 19 Νοέμβρη τοῦ 1958. Πῆγε καὶ αὐτός, «κουρμπάνι» «γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καθισμένη, στὰ γόνατα τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, ποὺ εἶχε στὰ μάτια της ψηφιδωτὸ τὸν καημὸ τῆς Ρωμιοσύνης» (Σεφέρης). Ἀλυχτεῖ καὶ σήμερα τὸ θηρίο καὶ ἀπειλεῖ. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί τὰ ἀλωπέκια (=ἀλεποῦδες) τοῦ σκότους, οἱ Δυτικοί, οἱ ἑταῖροι μας, μὴ μπορώντας νὰ δώσουν στὴν Τουρκία ὅλα, ὅσα ἐπιθυμεῖ, «τὴν ἠρεμοῦν» μὲ ἑλληνικὰ ἔξοδα, πιέζοντας τὴν Ἑλλάδα νὰ δεχθεῖ τὶς τουρκικὲς ἀξιώσεις στὴν Κύπρο. 1η Ἀπριλίου 1955, ἀρχίζει ὁ ἐθνικοαπελευθερωτικὸς ἀγώνας τῆς Κύπρου… ὁ ἀγώνας τῆς ΕΟΚΑ γιὰ τὴν Ἕνωση, δηλαδή, ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος…

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ «Χωρὶς ἕνα κείμενο προβολῆς μιᾶς φυσιολογικῆς οἰκογένειας. Αὐτὰ τὰ “ὡραῖα” βγαίνουν σήμερα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Πνίγονται, ἀσφυκτιοῦν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις.» (Δ. Νατσιός)

Ἀποστολή: καταστρέψτε τὴν οἰκογένεια

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Διαβάστε μὲ προσοχὴ ΤΙ ΒΡΩΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΣΤΗΣΕΙ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ μας οἱ Ἑργολάβοι τῆς Ἀλλοτριώσεως Μὲ τέτοια βρωμερὰ βιβλία ποὺ γκρεμίζουν τὸ μέλλον τῆς κοινωνίας μποροῦμε νὰ ἔχουμε μέλλον;

«Οἱ πρόγονοί μας φύτευαν ἐλιές, ἂν καὶ ἤξεραν ὅτι δὲν θὰ τὶς δοῦν νὰ καρπίζουν»
Κορνήλιος Καστοριάδης

.          Κάποτε πλησίασε τὸν τροπαιοῦχο νομπελίστα μας ποιητὴ Γιῶργο Σεφέρη, ἕνας ξένος διαπρεπὴς συνομιλητής, «πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων»: «Μὰ πιστεύετε σοβαρὰ ὅτι εἶστε πραγματικὰ ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ;». Ἀπαντᾶ ὁ Σεφέρης: «Ὄχι, εἴμαστε ἀπόγονοι μονάχα τῆς μάνας μας, ποὺ μᾶς μίλησε Ἑλληνικά, ποὺ προσευχήθηκε ἑλληνικά, ποὺ μᾶς νανούρισε μὲ παραμύθια γιὰ τὸν Ὀδυσσέα, τὸν Ἡρακλῆ, τὸν Λεωνίδα καὶ τὸν Παπαφλέσσα, καὶ ἔνιωσε τὴν ψυχή της νὰ βουρκώνει τὴν Μεγάλη Παρασκευή, μπροστὰ στὸ ξόδι τοῦ νεκροῦ Θεανθρώπου». (Τὸ ἀπόσπασμα περιέχεται στὸ βιβλίο τῆς Μερόπης Σπυροπούλου, «Οἰκογένεια ὥρα μηδέν», ἔκδ. «Ἀρχονταρίκι», σελ. 131). Δὲν ξέρουμε ἂν κατάλαβε ὁ… «πειραστὴς» ξένος τὴν ἀπάντηση τοῦ ποιητῆ, ὁ ὁποῖος ἐξυμνεῖ τὴν μάνα τὴ Ρωμηὰ καὶ τὴν οἰκογένεια, πρὶν αὐτὴ ἀνοίξει τὰ πορτοπαράθυρά της καὶ εἰσβάλουν στὸ εὐλογημένο καταφύγιο τοῦ Γένους, ὁ μαγαρισμένος ἀγέρας τοῦ δῆθεν ἐξευρωπαϊσμοῦ μας. Καὶ ἡ κρίση «τηγανίζει» καὶ ταλανίζει κυρίως τὴν οἰκογένεια
.          Δὲν σκοπεύω νὰ γράψω γιὰ τὴν σπουδαιότητα καὶ ἱερότητα τοῦ οἰκογενειακοῦ θεσμοῦ. Αὐτὸ ἀκόμα καὶ οἱ ἀνίατα προοδευτικοὶ τὸ κατανοοῦν. Τὸ βλέπω στὸ σχολεῖο. Γιὰ τὰ δικά τους βλαστάρια γίνονται κέρβεροι. Ἀπαιτοῦν καὶ πειθαρχία καὶ καλὴ παιδεία, ἐπιλέγουν τὰ καλύτερα καὶ ἀκριβότερα κολέγια. Τὶς προοδευτικὲς σαχλαμάρες καὶ ψευτοδημοκρατικότητες τὶς ἀφήνουν γιὰ τὰ παιδιά τοῦ, δηκτικῶς λεγομένου, κοσμάκη. Καὶ οἱ ἀφελεῖς ζητωκραυγαστές τους πιστεύουν καὶ τοὺς ψηφίζουν.
.          Στὸ βιβλίο «οἰκογένεια σὲ κρίση» (συλλογικὸς τόμος) διαβάζω σ’ ἕνα κείμενο τῆς Ντίνας Πετροπούλου. «Ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1970, τὸ διαζύγιο εἶναι ἕνα κοινωνικὸ φαινόμενο μὲ αὐξητικὴ τάση σὲ ὅλο τὸν δυτικὸ κόσμο. Στὶς ΗΠΑ γιὰ τὴν τριετία 1977-79 ἕνας στοὺς δύο γάμους κατέληγε σὲ διαζύγιο, ποσοστὸ ποὺ ἀνακοινώθηκε καὶ στὴ χώρα μας 30 χρόνια μετά». («Ἂν θέλεις νὰ δεῖς τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος ἐπισκέψου τὴν σημερινὴ Ἀμερική», λέει ἕνα ἐπιτυχημένο ρητό). Στὸ ἴδιο κείμενο περιέχεται καὶ τὸ ὄνειρο ἑνὸς πεντάχρονου παιδιοῦ. Τὸ ρώτησαν τί θὰ γίνει, ὅταν μεγαλώσει. Ἀπάντηση: «Ξέρεις ἐγὼ ὅταν μεγαλώσω θὰ γίνω ἐπιστήμονας… μεγάλος ἐπιστήμονας… καὶ θὰ φτιάξω μία κόλλα, τὴν πιὸ δυνατὴ κόλλα τοῦ κόσμου… γιὰ νὰ κολλήσω τὴν μαμὰ καὶ τὸν μπαμπά». Τὸ μικρὸ παιδὶ ψάχνει τὴν «κόλλα». Σὲ τοῦτο τὸν τόπο ξέρουμε, ἤξεραν οἱ παλιότεροι – αὐτὸ λέγεται Παράδοση – πὼς ἡ μόνη «κόλλα», ἀτσάλινη καὶ συμπαγής, ποὺ ἕνωνε διὰ βίου τὸ ζευγάρι εἶναι ὁ Χριστός. «Ἔνθα ἀνὴρ καὶ γυνὴ καὶ παιδία καὶ τοῖς τῆς ἀρετῆς συνδεδεμένοι δεσμοῖς, ἐκεῖ μέσος ὁ Χριστός», γράφει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος. («Εἰς Γεν.», λόγος Ζ´, 5, ΕΠΕ 8,140).
.         Ὅταν φεύγει ὁ Χριστός, ἀπὸ τὸ «μέσον» καὶ στὴν θέση του μπαίνει ἡ καριέρα, ἡ καλοπέραση, ἡ ἡδονοθηρία καὶ ἡ ἀδιαφορία, τότε ὁ ὄμορφος καὶ «χρηστὸς ζυγὸς» τοῦ γάμου καταλήγει σὲ διαζύγιο. (Καὶ ἂς μὲ συγχωρέσουν κάποιοι -δὲν μέμφομαι καὶ δὲν κρίνω κανέναν, γιὰ τὰ παιδιὰ γράφω- σπάνια βλέπουμε στὰ σχολεῖα, παιδιὰ διαλυμένων οἰκογενειῶν, στὶς ὁποῖες ὑπάρχει ἀναφορὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐκκλησία μας. Σπάνια βλέπουμε διαζύγια σὲ πολύτεκνες οἰκογένειες, γιατί τὰ παιδιὰ μεγαλώνουν μὲ τὸ «ἐμεῖς» καὶ ὄχι μὲ τὸ καταστροφικὸ «ἐγὼ» τοῦ μοσχοαναθρεμμένου μοναχογιοῦ ἢ τῆς μοναχοκόρης. Σκέφτομαι, ἂν θέλουν τὰ νέα ζευγάρια νὰ τιμωρήσουν τὸ ἐλεεινὸ κρατίδιο τοῦ μνημονίου, ἂς κάνουν πολλὰ παιδιά. Οἱ στατιστικὲς λένε ὅτι τὰ περισσότερα παιδιὰ γεννήθηκαν τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς, ἐν μέσῳ φρικτῆς καὶ ἀνείπωτης σκλαβιᾶς. Μὲ 5-6 παιδιὰ καὶ φόρους δὲν πληρώνεις καὶ ἐργασία βρίσκεις καὶ ὁ Θεὸς βοηθάει. Κατανοῶ τὶς ἀντιδράσεις. Πῶς θὰ τὰ μεγαλώσουμε, τί θὰ ἀπογίνουν, εἴμαστε ἄνεργοι, μέλλον ζοφερό. Σὲ λίγα ὅμως χρόνια θὰ διδάσκουμε καὶ θὰ παίρνουν τὰ προνοιακὰ ἐπιδόματα οἱ οἰκογένειες καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ Μπαγκλαντὲς καὶ τὸ Πακιστάν. Ἢ μήπως περιμένουμε νὰ λύσει τὴν βραδυφλεγῆ βόμβα τῆς λαθρομετανάστευσης ὁ κ. Χρυσοχοϊδης; Ὅπως τὸ ἔλυσε στὴν προηγούμενη θητεία-κοροϊδία του).
.          Κι ἂν σήμερα «μὲς στὴν ἐρημιὰ τοῦ κόσμου» ἔχουμε περισσότερο ἀνάγκη τὴν οἰκογένεια, ἔρχονται τὰ τρισάθλια κουρελουργήματα «περιοδικὰ ποικίλης ὕλης» -βιβλία γλώσσας- καὶ εὐτελίζουν πλήρως τὸν ἱερὸ θεσμό. Τὴν ἐποχὴ τοῦ ἄκρατου ἀτομισμοῦ καί… κανιβαλισμοῦ τ «Νέο Σχολεο» τους πιδιώκει ν προσβάλει κα ν μειώσει τν σημασία πο εχε -κα χει κόμα- ς κοινωνικ ξία κα πρότυπο στν πατρίδα μας οκογένεια (μὲ τοὺς δύο γονεῖς νὰ ζοῦν μαζὶ καὶ νὰ φροντίζουν τὰ παιδιά τους). Πουθεν στ βιβλία ατ δν θ βρες ατ τ ξαιρετικ πο γράφει στ βιβλίο το «χάνω τ παιδί μου», ειθαλς δάσκαλός μας Κωνσταντνος Γανωτής, τι « οκογένεια εναι μία γκαλι προσώπων πο γαπιονται κα γαπιονται γι’ατ πο εναι κα εναι εκόνες Θεο, γεννημένοι γι τν αώνια ζω στὴν βασιλεία το Θεο». (σελ. 76). Σ’ ὅλο τὸ Δημοτικὸ ἐλάχιστες ἀναφορὲς γίνονται στὴν οἰκογένεια καὶ στὸν ἀνθρωποποιὸ ρόλο της. Στὴν ϛ’ τάξη, (γλώσσα, β´ τεῦχος) ὑπάρχει ἑνότητα μὲ τίτλο «συγγενικὲς σχέσεις». Στὸ κείμενο «ὧρες μὲ τὴν μητέρα μου», διαβάζουμε: Ἡ μαμά μου… μὲ τὸν μπαμπά μου παντρεύτηκαν ἀπὸ ἔρωτα στὸ ἄψε-σβῆσε καὶ οἱ εὐχὲς ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ παπάς, ὅταν τοὺς πάντρεψε, πραγματοποιήθηκαν. Ἀπόκτησαν καρπὸν κοιλίας, δηλαδὴ ἐμένα καὶ τὸν ἀδελφό μου». Ρηχ ερωνεία, παράδεκτη γι σχολικ βιβλίο (σελ. 84). Στὸ κείμενο «πρέπει νὰ φανῶ γενναῖος», τὸ μοναχοπαίδι μιᾶς οἰκογενείας, καλεῖται νὰ ἐπιδείξει τὴν ἑξῆς γενναιότητα: νὰ πάει διακοπὲς μόνο του, γιὰ νὰ περάσουν οἱ γονεῖς του, προφανῶς, καλύτερες διακοπές, χωρὶς τὶς δεσμεύσεις ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ μικροῦ τους παιδιοῦ (σελ. 89). Στὸ ἑπόμενο κείμενο μὲ τίτλο «μία οἰκογένεια ἀνάμεσα στὶς ἄλλες», ἀφοῦ περιγράφει ἕνα παιδί, τρίτης δημοτικοῦ, τὰ «εἴδη» τῶν οἰκογενειῶν (πυρηνική, μονογονεϊκή, «ξαναπαντρεμένων») στὸ τέλος τὸ παιδὶ ἀποφαίνεται: «Ὅταν μεγαλώσω καὶ κάνω δική μου οἰκογένεια, δὲν ξέρω ἀκόμα πῶς θὰ μοιάζει…». (Τὸ κείμενο εἶναι ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐρευνητές», τῆς ἐφ. «Καθημερινή»). Ὁλόκληρη ἑνότητα, χωρὶς ἕνα κείμενο προβολῆς μιᾶς φυσιολογικῆς οἰκογένειας. Πλήρης καταρράκωση το θεσμο κα σαφς «δίδαγμα» στ παιδιά: δν πάρχει οκογένεια, «ν εσαι αυτός σου», μν λπίζεις σ παρωχημένα πράγματα.
.       Στὸ Γυμνάσιο τὰ πράγματα εἶναι πολὺ χειρότερα. (Ἐξαιρετικὴ ἡ κριτικὴ ποὺ κάνει ἡ συνάδελφος φιλόλογος-θεολόγος Εὐδοξία Αὐγουστίνου). Ἐδῶ κυριαρχον κείμενα καταθλιπτικά, κατάλληλα γι παιδιά, διασύρονται ο γονες, παξιώνεται πλήρως παραδοσιακή, «μαλ» οκογένεια. Στὰ «κείμενα νεοελληνικῆς λογοτεχνίας», Α´ γυμνασίου, στὸ διήγημα τοῦ Λ. Τολστόι, μὲ τίτλο «Ὁ παπποὺς καὶ τὸ ἐγγονάκι», ὁ γιὸς καὶ ἡ νύφη φέρονται βάναυσα καὶ ἀπάνθρωπα στὸν ἀνήμπορο γέρο-πατέρα, ἕως ὅτου μαθαίνουν ἀπὸ τὸν μικρὸ ἐγγονὸ νὰ τοῦ φέρονται σωστά. Στὴν σελ. 45 στὸ κείμενο «Νινὲτ» τῆς Ζὼρζ Σαρῆ περιγράφεται, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴ σημείωση τῆς συγγραφικῆς ὁμάδας, «ἡ ἀδυναμία ἐπαφῆς τῶν γονιῶν μὲ τὰ παιδιά τους καὶ μὲ τὶς ἐνοχὲς ποὺ συχνὰ αἰσθάνονται αὐτοί», ὅπως καὶ «ἡ κρίση ταυτότητας, τὴν ἀγωνία, δηλαδή, τοῦ παιδιοῦ γιὰ τὴν καταγωγή του, τοὺς γονεῖς, τὶς ρίζες του». Στὴν σελ. 49, στὸ ἀπόσπασμα μὲ τὸν τίτλο «Τὰ πράγματα στρώνουν περισσότερο», ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Ἡ ἐποχὴ τοῦ ὑακίνθου», τῆς Τούλας Τρίγκα, ἡ ἡρωίδα, ἕνα νεαρὸ κορίτσι, καταγράφει τὶς ἐμπειρίες της ἀπὸ τὸ διαζύγιο τῶν γονέων καὶ τὸ δεύτερο γάμο τῆς μητέρας της, βλέπει θετικὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἐκφράζει μάλιστα τὶς θετικὲς ἐντυπώσεις της καὶ στὸν (φυσικὸ) πατέρα της (τηλεφωνικῶς).
.         Στὰ «Κείμενα» τῆς Β´ γυμνασίου, στὸ κείμενο «Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο τῆς Ἄννας Φρὰνκ» (σελ. 48), ὁ μαθητὴς θὰ διαβάσει: «περισσότερο ἀπ’ τοὺς ἄλλους, ἡ μητέρα, μὲ τὸ χαρακτήρα της καὶ τὰ ἐλαττώματά της, μοῦ πλακώνει τὴν καρδιά. Δὲν ξέρω πιὰ τί στάση νὰ κρατήσω· δὲν θέλω νὰ τῆς πῶ βάναυσα πὼς εἶναι παράλογη, σαρκαστικὴ καὶ σκληρή». Κείμενα παισιόδοξα, παιδαγωγικ ναυάγια, πο λάχιστα συνάδουν μ τν δροσιά, κα τν χαρ πο πρέπει ν προσφέρουμε στν «νοιξη» τς ζως, στν νιότη το γυμνασίου. Στὴν σελ. 52 «φιλοξενεῖται» κείμενο μὲ τίτλο «Οἱ Κυριακὲς στὴν θάλασσα», πρωταγωνιστοῦν τρία κορίτσια, ποὺ οἱ γονεῖς τους εἶναι διαζευγμένοι. Ἕνα ἀπὸ τὰ κορίτσια ἐκθέτει τὶς αἰτίες τοῦ διαζυγίου. Μιλᾶ γιὰ τὸν πατέρα της: «Φαίνεται ὅτι στὸ παλιό μας σπίτι τὸν καιρὸ ποὺ ζούσανε μὲ τὴν μητέρα οἱ δουλειές του τὸ ἴδιο τὸν ἀπασχολούσανε. Ἦταν ἴσως ἡ κύρια αἰτία ποὺ χωρίσανε. Αὐτό, καὶ τὸ ὅτι μποροῦσα νὰ καταλάβω πῶς ἕνας ἄνθρωπος κάνει ἀπιστίες. Τώρα τὸ κατάλαβα». Μάλιστα. Καὶ ἐμεῖς καταλαβαίνουμε γιατί ἐπιλέγονται τέτοια κείμενα γιὰ 13χρονα καὶ 14χρονα παιδιά. Στὴ σελ. 42 ἄλλο ἀπαισιόδοξο κείμενο μὲ τίτλο «Ἡ μάνα», ἐντελῶς ἀκατάλληλο γιὰ παιδιά, στὸ ὁποῖο ὁ πατέρας θύμωνε καὶ ξυλοφόρτωνε ἄγρια τὰ παιδιά, ὅταν τὸν ξυπνοῦσαν πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα του» καὶ ἡ σύζυγος-μητέρα, ποὺ ἔκανε τὰ πάντα, ἀνεχόταν τὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἄντρα της καὶ «ἦταν ἱκανοποιημένη γιατί τῆς ἔφτανε νὰ γνωρίζει συχνὰ ὅλο τὸν πόθο τοῦ ἄντρα, νὰ πιάνει παιδὶ μ’ αὐτόν, νὰ γεννάει…».

.        Θὰ μποροῦσα νὰ συνεχίσω, ὅπως γιὰ παράδειγμα μὲ ἐκεῖνο τὸ «ἐξαιρετικό», ποὺ περιέχεται στὴν «Νεοελληνικὴ Γλώσσα», τῆς γ´ γυμνασίου, ὅπου ὁ δύσμοιρος φιλόλογος καλεῖται νὰ διδάξει τὸ γνωστὸ τραγούδι τῶν Κατσιμιχαίων «Don’t worry be happy», τὸ ὁποῖο εἶναι κατάλληλο γιὰ οἰνόφλυγες, μεταμεσονύκτιους θαμῶνες διασκεδαστηρίου καὶ ὄχι γιὰ τάξη σχολικοῦ διδακτηρίου. Παραθέτω τὴν πρώτη στροφή:

«Ἅμα ξυπνήσεις καὶ ἔχεις βγάλει οὐρά,
ἂν κοιταχτεῖς καὶ ἔχεις βγάλει βυζιὰ
don’t worry be happy.
Ἅμα ἡ κόρη σου σὲ λέει μπαμπὰ ἐνῶ ὁ γιός σου
σὲ φωνάζει μαμὰ
don’t worry be happy…».

.          Αὐτὰ τὰ «ὡραῖα» βγαίνουν σήμερα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Πνίγονται, ἀσφυκτιοῦν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις. Ἀντὶ γιὰ τὸ «μάννα» τῆς ἐξαίσιας παράδοσής μας, τὰ ποτίζουμε χολή, τὰ τρέφουμε μὲ ἀκαθαρσίες. Μία Πνευματικὴ Γενοκτονία, τὴν ὁποία ἐπιτρέπουμε, γιατί ἀπὸ Ἔθνος μὲ ἦθος θυσιαστικὸ καὶ ἀντιστασιακό, καταντήσαμε, ἀξιολύπητο, δειλὸ σκορποχώρι. Ἐσχάτη ὥρα ἐστι, νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ καθαρίσουμε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ τὴν μαραζώνουν. Κάποτε, ὄχι πολὺ παλιά, ἀλλιῶς μεγάλωναν τὰ παιδιά τους. Ἰδοὺ ἕνα παράδειγμα: «…Ἕνας εὐσεβὴς γέροντας τῶν ὀγδόντα χρόνων μοῦ διηγεῖτο: Ὅταν ἦταν μικρὸ παιδὶ ἀρρώστησε βαριά. Ἦταν ἑτοιμοθάνατος. Οἱ γονεῖς τοῦ φέραν τὸ γιατρὸ στὸ χωριό. Ὁ γιατρὸς ἐξέτασε τὸν ἄρρωστο, ἔδωσε τὴ συνταγή. Καὶ ἦταν Μ. Τεσσαρακοστή. Ἡ οἰκογένεια πάμφτωχη. Ἀναγκάζονται καὶ σφάζουν ἕνα κατσικάκι, γιὰ τὸ ἄρρωστο παιδί. Πέρασαν μερικὲς μέρες καὶ τὸ ἄρρωστο παιδὶ ἔγινε καλά. Περίσσεψε ὅμως πολὺ κρέας. Ἐπειδὴ ἦταν Μ. Τεσσαρακοστή, τὸ πέταξαν στὸ ποτάμι! Ποιοί; Αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν τί νὰ φᾶνε: Ποὺ τρῶγαν κρέας Χριστούγεννα καὶ Πάσχα! Ἔκαναν ἢ δὲν ἔκαναν θυσία;». (ἀρχιμ. Β. Μπακογιάννη, «Τουρκοκρατία»).

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ. «Ὁ Ποντιακὸς Ἑλληνισμός γνώριζε ὅτι μόνον ἡ διατήρηση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης θὰ περιφρουρήσει καὶ τὴν ἑλληνικότητά του». (Δ. Νατσιός)

 Ὁ Πόντος στὴν Ἐθνεγερσία

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς  

.         «Εἶναι δὲ εἰς θέσιν οἱ Πόντιοι νὰ ἀποτελέσουν τοὺς φρουροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐν πρώτοις, εἶναι ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν συνηθίσει ἀπὸ αἰώνων. Περιβαλλόμενοι ἐν τῇ ἀπομακρύνσει των ἀπὸ ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκῶς πρὸς αὐτά, ἀφομοιοῦντες παρὰ ἀφομοιούμενοι, ἀποτελοῦσι τὸν ἰσχυρότερον τύπον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς». (Στρατηγὸς Καθενιώτης, σύμβουλος τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου).
.         Ἦταν Μάιος τοῦ 1453, ὅταν ἔπεφτε στὴν πόλη τοῦ Ρωμανοῦ, «ὁ τελευταῖος Ἕλληνας». Ἕνα μοιραῖο, κατὰ Καβάφη, πουλί, ἔφερε στὴν Τραπεζούντα τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν τὴν ζοφερὴ εἴδηση: «Ἡ Ρωμανία πάρθεν». Μετὰ ἀπὸ 8 χρόνια ὁ Πορθητὴς κυριεύει καὶ τὴν αὐτοκρατορία τοῦ Πόντου. Ἀρχίζει ἡ μακρὰ περίοδος τῆς αἰχμαλωσίας. Μία-μία οἱ ἑλληνικὲς αὐτοκρατορίες, ποὺ συστάθηκαν μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, θυσιάζονται γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ Δύση. Ἡ Δύση ποὺ ἀφοῦ σφετερίστηκε, σύλησε καὶ δήωσε τὸ «Βυζάντιο», προσπάθησε τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες νὰ ἀλώσει καὶ πολιτιστικὰ τὸν Ἑλληνισμό. Ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴ καθυβρίζεται, ὑποτιμᾶται, ἡ συμβολή της στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμὸ ἀποκρύπτεται. Γιὰ 400 καὶ 500 χρόνια ἡ Ρωμηοσύνη, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μαχαίρι τοῦ Τούρκου, ὑπομένει τὶς ἱεραποστολικὲς ὀρδὲς τῶν Λατίνων. Τρῶνε τὰ θεριὰ ἀλλὰ ἡ μαγιὰ μένει. Τὸ 1962 ὁ Οὐνίτης πατριάρχης Μάξιμος Δ´ ὁμολογοῦσε κυνικότατα στὴν Β´ βατικάνειο σύνοδο: «Ὁ σουλτάνος ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες φόρους καὶ δοσίματα. Ἀντίθετα ἡ λατινικὴ Δύση ἀξίωνε τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, τὴν ὑποταγὴ τοῦ πνεύματος, τὸν στραγγαλισμὸ τῆς ἐλευθερίας». Ἢ ὅπως τὸ λέει ὁ Ἅγιος τῶν Σκλάβων, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Καὶ τί; Ἄξιος ἦτο ὁ Τοῦρκος νὰ ἔχη βασίλειον; Ἀλλ’ ὁ Θεὸς τοῦ τὸ ἔδωκε διὰ τὸ καλόν μας. Καὶ διατὶ δὲν ἤφερεν ὁ Θεὸς ἄλλον βασιλέα… Διότι ἤξευρεν ὁ Θεὸς πὼς τὰ ἄλλα ρηγάτα (σ.σ. τὰ εὐρωπαϊκά) μᾶς βλάπτουν εἰς τὴν πίστιν καὶ ὁ Τοῦρκος δὲν μᾶς βλάπτει, ἄσπρα δῶσ’ του καὶ καβαλλίκευσέ τον ἀπὸ τὸ κεφάλι». Ἐδῶ στὴν πολύπαθη Ρωμηοσύνη συνέβη τὸ ἑξῆς ἱστορικῶς πρωτόγνωρο. Νὰ ἀγωνίζεται ἕνα ἔθνος νὰ περισωθεῖ ὄχι ἀπὸ τὸν κατακτητὴ ποὺ δεσμεύει τὴν ἐλευθερία τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ περιορίσουν τὴν πνευματική του ἐλευθερία. Τὸ Γένος ὅμως δὲν χάνεται, ἔχει τὴν κιβωτό του, τὴν Ἐκκλησία, τὸν θεματοφύλακα τῆς ταυτότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔτσι φτάσαμε στὸ ’21.
.         Συνηθίζουμε οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες νὰ γιορτάζουμε τὴν ἐπέτειο τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας καὶ νὰ περιοριζόμαστε μόνο σὲ γεγονότα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν δημιουργία τοῦ λυμφατικοῦ νεοελληνικοῦ κρατιδίου. Ἡ Μικρὰ Ἀσία, ὁ Πόντος, ἐκεῖ ποὺ μέχρι τὸ 1922 ἐπιβίωνε ἀκραιφνὴς Ἑλληνισμός, ἀπουσιάζουν προκλητικὰ ἀπὸ τὶς ἐπίσημες ἱστοριογραφίες μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργεῖται ἡ ἄποψη πὼς οἱ Ἕλληνες τοῦ Πόντου, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρουν στὸ παρὸν ἀφιέρωμα, περίπου συνεργάστηκαν μὲ τοὺς Τούρκους ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση, παρέμειναν ἀπαθεῖς καὶ ἀμέτοχοι κατὰ τὴν Ἐπανάσταση. Ξέρουμε πολλὰ γιὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Καὶ ὁ Πόντος; ἐκεῖ ὅπου κατοικοῦσε «τὸ ἰσχυρότερον ἑλληνικὸ φύλο», τί ἔκανε τὴν περίοδο τῆς σκλαβιᾶς; Μετ τ ’22, σως μ κπληξη μαθαν ο λλαδίτες τι σφάγησαν 1.500.000 λληνες τς Μ. σίας κα λλα 2.500.000 κ. προσφυγοποιήθηκαν. Πῶς κατόρθωσαν αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι Ρωμιοὶ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐθνικὴ συνείδηση ζωντανὴ γιὰ τόσους αἰῶνες; Καὶ ὅμως ἐκεῖ στὰ βουνὰ καὶ στὰ μοναστήρια τοῦ Πόντου ἐπέζησε ὁ φρουρὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ Πόντος. Ἕνα τραγούδι τῆς ἐποχῆς λέει: «Ἔρθεν ὁ Τοῦρκον ὁ κακὸν κι ἐκόνεψεν σὴν χώραν/ τ’ ὁμάλα (πεδιάδες) Τούρκ’ς ἐγόμωσεν (γέμισε) καὶ τὰ βουνὰ λεβέντους.» Πάνω στὰ βουνὰ τοῦ Πόντου «οἱ κλέφτες», οἱ «ἐσχιάδες» (=ἐκδικητές), ὅπως ἀποκαλοῦνταν στὸν Πόντο, ἀνακουφίζουν τοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ τὶς ἀτιμίες καὶ κακουργήματα τῶν δυναστῶν. Πολλοὶ κάτοικοι γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη καταφεύγουν στὴν θρησκευτικὴ προσποίηση. Ἔχουμε χιλιάδες κρυπτοχριστιανούς, Σταυριῶτες ὀνομάστηκαν, παίρνοντας τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀπὸ τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν κρυπτοχριστιανικὸ χωριό, τὸ Σταυρὶν τῆς Ἀργυρούπολης. Τὸ μεγάλο ψυχικὸ δράμα τοῦ κρυπτοχριστιανισμοῦ, μία κατάσταση μεταβατικὴ τῶν Χριστιανῶν πρὸς τὸν ἐξισλαμισμό, σὲ ὁρισμένες περιοχὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κράτησε ὁλόκληρους αἰῶνες (ἀπὸ τὸ β΄μισό τοῦ 17ου αἰ. ὣς τὸ 1856, τότε ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ Χάτι-Χουμαγιοῦν. Καὶ ἐξασφάλισε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεξιθρησκίας στὶς ἐθνότητες τῆς Τουρκίας), γιὰ μερικοὺς μέχρι τὸ 1908, τότε ποὺ ἔγινε ἡ ἀνακήρυξη τοῦ τουρκικοῦ Συντάγματος, ἐνῶ γιὰ ἄλλους μέχρι τὸ 1922. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς συνταρακτικὸ γεγονὸς στὸν Πόντο ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Χάτι-Χουμαγιοῦν τὸ 1856: Στὸ Τσεβισκλκοὺκ τῆς Ματσούκας ἀποφασίστηκε ἀπὸ τὸν Δήμαρχο καὶ τὸν μουλά, θρησκευτικὸ ἀρχηγὸ τῶν μωαμεθανῶν, νὰ προσέρχονται γιὰ μερικὲς μέρες ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ μέχρι τὴν δύση τοῦ ἥλιου, ὅσοι ἀπὸ τοὺς Κρυπτοχριστιανοὺς ἤθελαν νὰ ὁμολογήσουν μπροστά τους δημόσια πὼς εἶναι χριστιανοί, ὥστε δίπλα στὰ τουρκικὰ ὀνόματά τους νὰ καταγραφοῦν καὶ τὰ πραγματικὰ χριστιανικὰ ὀνόματά τους. Ἦταν ἡ τελευταία μέρα τῆς καταγραφῆς καὶ εἶχε δύσει πλέον ὁ ἥλιος. Ὁ Δήμαρχος ἑτοιμάζεται νὰ ὑπογράψει τὸ πρωτόκολλο καὶ νὰ λήξει ἡ διαδικασία. Τότε ὁ μουλᾶς Βαϊτζόγλου τοῦ λέει: «Μὴν βιάζεσαι. Περίμενε λίγο.» «Τί νὰ περιμένουμε; Ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας», τοῦ ἁπαντᾶ ὁ Δήμαρχος. «Ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας, καὶ αὐτὸς εἶμαι ἐγώ», ἀπαντᾶ ὁ μουλᾶς. Καὶ τὸν βλέπουν ἀποσβολωμένοι οἱ Τοῦρκοι νὰ γράφει στὸν κατάλογο: «Γεώργιος Κηρυτόπουλος. Ἐπάγγελμα ἱερέας». Ατ ζοσε Ποντιακς λληνισμός. Γνώριζε τι μόνον διατήρηση τς ρθόδοξης Πίστης θ περιφρουρήσει κα τν λληνικότητά του. Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος βροντοφωνάζει ὁ Πόντιος ἀρχηγὸς Ὑψηλάντης. Πολλοὶ διακηρύττουν μὲ ἀνδρεία τὴν πίστη τους. Τὸ στέφανο τοῦ νεομάρτυρα τοὺς ἀναμένει. Ὅπως γράφει ὁ καθηγητὴς  Ἀπ. Βακαλόπουλος «Ἡ θυσία τους τόνωσε ὄχι μόνο τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἀντίστασης ἀπέναντι τῶν κατακτητῶν. Ἔτσι οἱ νεομάρτυρες στὴν πραγματικότητα ἦσαν καὶ ἐθνομάρτυρες.».
.         Φτάνουμε στὸ 1800. Τὸ σάλπισμα τοῦ πρωτομάρτυρα τῆς λευτεριᾶς Ρήγα μεταφέρεται καὶ στὸν Πόντο. Στὸν Θούριό του ἀναφέρεται στοὺς Πόντιους Μαυροθαλασσινούς: «Λεβέντες Μαυροθαλασσινοί, ὁ βάρβαρος ὣς πότε θὲ νὰ σᾶς τυραννεῖ». Τὴν ἴδια ἐποχὴ 4.000 Μπαφραῖοι θανατώνονται ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ρίχνονται δεμένοι πισθάγκωνα καὶ πνίγονται στὸν ποταμὸ Ἄλυ. Ο πρόγονοι το «φίλου» ρντογὰν πιδίδονται μ μαεστρία στν μόνη τέχνη πο διακρίθηκαν κα διακρίνονται: τν σφαγ το μαχου πληθυσμο.
.         Τὸ 1814 ἱδρύεται ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία. Ἀρχηγός της ὁρίζεται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης. Οἱ Ὑψηλάντες ἦταν μία ἀπὸ τὶς ἀρχοντικὲς καὶ παλιὲς ποντιακὲς οἰκογένειες τοῦ Φαναρίου τῆς Πόλης,  κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ὑψηλή, ἕνα παλιὸ χωριὸ τοῦ Ὄφι, στὸν Πόντο. Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1821 ὁ Ἀλ.Ὑψηλάντης κηρύσσει τὸν πόλεμο τῆς ἀνεξαρτησίας στὴν Μολδοβλαχία. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς διακήρυξης περὶ ἐλευθερίας τοῦ Ὑψηλάντη, Ἕλληνες νέοι σπουδαστὲς σπεύδουν ἀπὸ διάφορα μέρη καὶ ὀργανώνονται κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ θηβαϊκοῦ «Ἱεροῦ Λόχου», μὲ ἀρχηγὸ τὸν Λασσάνη. Πολλοί, ἴσως οἱ περισσότεροι, ἦταν Πόντιοι. Στὶς 7 Ἰουνίου τοῦ 1821 στὸ Δραγατσάνι, πέφτουν οἱ περισσότεροι στὸ πεδίο τῆς μάχης. Ἀπὸ τοὺς διασωθέντες εἶναι γνωστὰ τὰ ὀνόματα 19 Ποντίων ἀγωνιστῶν τοῦ Ἱεροῦ Λόχου. Ἂς σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ Τοῦρκος σουλτάνος κήρυξε τὸν Ἱερὸ Λόχο ὡς ποντιακὴ στρατιωτικὴ μονάδα καὶ μὲ τὴν πρόφαση αὐτή, ἔσφαξε τότε τοὺς προκρίτους τῆς Ἀργυρούπολης. Ἐπὶ δύο χρόνια οἱ κάτοικοι τῆς Ἀργυρούπολης, κι ἄλλων περιοχῶν τοῦ Πόντου, δὲν εἶχαν δικαίωμα νὰ παίρνουν νερὸ τὴν ἡμέρα ἀπὸ τὶς βρύσες τους, ἔστω κι ἂν αὐτὲς βρίσκονταν μέσα στὴν αὐλή τους. Ἑρμηνεύοντας τὸ φιρμάνι ὁδηγούμαστε μὲ βεβαιότητα στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἱερὸς Λόχος ἀποτελοῦνταν στὴν πλειοψηφία του ἀπὸ Πόντιους φοιτητές.
.         Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ οἱ Πόντιοι ἐνίσχυσαν τὸν μεγάλο ἀγώνα τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ μὲ χρήματα. Ἕνα σοβαρὸ παράδειγμα οἰκονομικῆς ἐνίσχυσης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τοῦ λόγιου ἄντρα Ἠλία Κανδήλη ἢ Κανδήλογου. Ἀπὸ τὴν μεγάλη παρουσία ποὺ ἀπέκτησε μὲ τὸ ἐμπόριο, ἕνα μεγάλο μέρος, 500 λίρες Ἀγγλίας, τὸ ἄφησε κληρονομιὰ στὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη γιὰ τὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία.
.          Δὲν ἔχουμε δυστυχῶς  πολλὲς μαρτυρίες γιὰ τὸ θέμα τῆς συμβολῆς τοῦ Πόντου στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Ἡ ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ συνεπέφερε καὶ καταστροφὴ τῶν μαρτυριῶν. Σὲ γραπτὰ ὅμως κείμενα ἀγωνιστῶν τοῦ ’21 πολλὲς φορὲς γίνεται μνεία ἑκατοντάδες γιὰ «Μαυροθαλασσίτες», «Τραπεζούντιους», «Σινωπεῖς», «Ἀργυρουπολίτες». Ὅλοι αὐτοὶ οἱ μαχητὲς ἦταν Πόντιοι ἐθελοντὲς ποὺ πολέμησαν γενναία γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας. Ἔδωσε, λοιπόν, καὶ ὁ Πόντος τὸν φόρο τὸν αἱματηρὸ γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς σημερινῆς πατρίδας μας. Γιὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21 ἀνθοῦσε ἡ εὐλογημένη γῆ τῶν Κομνηνῶν. Ὣς τὴν μαύρη μέρα. Καὶ μετὰ σιωπή, ἀπόκρυψη, ἄψογη στάση. Τίποτε δν πρέπει ν λεχθε πο θ ρεθίσει τος Τούρκους, λληνοτουρκικ φιλία δν πρέπει ν διαταραχθε μ σήμαντες λεπτομέρειες. Ἡ ἱστορία τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ μεγαλεῖα καὶ οἱ ἆθλοι τῆς Ρωμανίας νὰ λησμονηθοῦν. νάγκη μεγάλη ν μάθει κσυγχρονιζόμενος Ρωμης πς στορικ μνήμη εναι συμβίβαστη μ τν δολοφονικ Νέα Τάξη Πραγμάτων. Ἡ μόνη ἀναφορὰ ποὺ ἀνέχεται «τὸ ἐθνικὸ κέντρο» γιὰ τὸν Πόντο εἶναι τὰ συκοφαντικὰ ἀνέκδοτα. Θ κουστον μεθαύριο στ μηνύματα τν πισήμων ο γνωστς κοινοτοπίες, ο νεφελώδεις κα πομπώδεις φράσεις, στόμφος πίσω π τν ποο κρύβεται τ τίποτα. Θὰ ἀκουστοῦν  οἱ «τροπαιοῦχοι τοῦ ἄδειου λόγου»… Θὰ ἀκουστοῦν οἱ ἠχηρὲς γελοιότητες περὶ τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, τὰ ἴδια, μονότονα πράγματα θὰ ξανακουστοῦν…
.         «Τότε μεγαλουργοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μεγαλουργοῦν τὰ χρήματα», ἔλεγε ὁ Κανάρης. Τότε τὸ ’21 ξεσηκώθηκαν καρδιὲς ρωμαίικες, τώρα πικάθησαν στ σβέρκο μας Γραικύλοι, πο νομάζουν τν νανδρία τους σωφροσύνη. («Τὸ σῶφρον τοῦ ἀνάνδρου πρόσχημά ἐστι»). Δὲν θέλω ᾽γὼ καινούργια ἢ ξένα  δῶρα/παληὰ δικά μου πλούτη σοῦ ζητῶ», λέει ὁ Παλαμᾶς. Αὐτὰ τὰ παλιὰ πλούτη εἶναι τὸ αἷμα τῶν παιδιῶν τοῦ Πόντου, τῆς Θράκης, τῆς Μακεδονίας ποὺ σήμερα ἡ μικρὰ καὶ ἔντιμος Ἑλλὰς τὰ κρύβει κάτω ἀπὸ τὰ τουρκο-εὐρωπαϊκὰ σαρίκια της. λλ μ τ «παλη πλούτη» θ σχοληθε «προοδευτικς» σκοταδισμός; Μονάχη γνοια του τύχη τν λαθρομειονοτήτων πο ζον στν λλάδα.

 «Καὶ τί θὲ ν’ ἀπογίνει
μὲ τή…μειονότητα
τῶν λιγοστῶν Ἑλλήνων
δῶ μέσα στὴν Ἑλλάδα»

 γράφει ὁ Χρίστος Κατσιγιάννης.
.         Κλείνουμε μὲ τὰ λόγια τοῦ ποντιακῆς καταγωγῆς ἡρωικοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ποὺ σὲ μία παράγραφο τῆς προκηρύξεως συνοψίζει καὶ τὸν σκοπὸ καὶ τὸ μήνυμα τῆς Ἐπανάστασης: «…Εἶναι καιρὸς νὰ ἀποτινάξωμεν τὸν ἀφόρητον τοῦτον ζυγόν, νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα, νὰ κρημνίσωμεν ἀπὸ τὰ νέφη τὴν ἡμισέληνον, διὰ νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον, δι᾽ οὗ πάντοτε νικῶμεν: λέγω τὸν Σταυρὸν καὶ οὕτω νὰ ἐκδικήσωμεν τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν ἀπὸ τὴν ἀσεβῆ τῶν ἀσεβῶν καταφρόνησιν».

(Τὸ κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 2003, στὴν ἐφ. «Χρόνος» τοῦ Κιλκίς. Τὰ βιβλιογραφικὰ βοηθήματα ποὺ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Πόντου εἶναι ἡ κλασικὴ «Ἱστορία τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ» τοῦ Χρ. Σαμουηλίδη, «Τὰ ἀπελευθερωτικὰ στρατεύματα τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ» τοῦ Ἀχ. Ἀνθεμίδη καὶ «Τραπεζούντα» τοῦ Γ. Μίλλερ).


, , , ,

Σχολιάστε

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 31 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.